Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Οι σχέσεις μεταξύ Κίνας-Ταϊβάν. Πόσο πιθανή είναι μια κινεζική εισβολή;

Γράφει ο Σπύρος Αναστασίου

Η ιστορία μας διδάσκει ότι Κίνα και Ταϊβάν είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Ήδη από τον 7ο αιώνα Κινέζοι ψαράδες και αγρότες είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή της Ταϊβάν. Η Ταϊβάν χρησιμοποιούταν, επίσης, ως βάση επιχειρήσεων Κινέζων πειρατών. Ωστόσο, οι οικισμοί που είχαν δημιουργήσει εκεί οι Κινέζοι δεν είχαν κάποιο είδος διοικητικής οργάνωσης. Έπειτα από μια σύντομη περίοδο, από το 1642 μέχρι το 1662, κατά την οποία η Ταϊβάν αποτέλεσε ολλανδική αποικία, το 1683 πέρασε υπό την κυριαρχία της αυτοκρατορικής δυναστείας των Μαντσού. Οι Μαντσού είναι κινεζικό φύλο προερχόμενο από την βορειοανατολική Ασία, το οποίο τη σημερινή εποχή αποτελεί την πέμπτη μεγαλύτερη πληθυσμιακά μειονότητα της Κίνας. Ενώ αρχικά οι αυτοκρατορικές δυνάμεις δεν θεωρούσαν την Ταϊβάν ως μια περιοχή άξια σημασίας, αυτό άλλαξε μετά το τέλος του πρώτου πολέμου του οπίου το 1842. Τότε, οι Μαντσού αναγνώρισαν την στρατηγική σημασία της Ταϊβάν, κάτι το οποίο συνέβαλε στην ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου με την Δύση. Τα επόμενα χρόνια έγιναν διοικητικές μεταρρυθμίσεις στην περιοχή, καθώς και κατασκευές σιδηροδρόμων, δρόμων και λιμανιών. Οι εξελίξεις αυτές γέννησαν στους Ταϊβανέζους θετικά συναισθήματα για την Κίνα.

Το 1895 η Ταϊβάν γίνεται αποικία της Ιαπωνίας. Κατά την περίοδο αυτή εμφανίζεται περαιτέρω ανάπτυξη στην περιοχή μέσω της βελτίωσης των υποδομών, της δημιουργίας μιας σύγχρονης οικονομίας και γενικότερα της καλυτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων. Η Ιαπωνία προσπάθησε να αφομοιώσει πολιτισμικά τον ταϊβανέζικο λαό, υποχρεώνοντας τους να μάθουν την ιαπωνική γλώσσα και να υιοθετήσουν ιαπωνικά ήθη και έθιμα αφήνοντας παράλληλα στην άκρη το κινεζικό τους παρελθόν. Το νησί της Ταϊβάν έπαιξε, παράλληλα, σημαντικό ρόλο ως βάση των Ιαπώνων για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μάλιστα πολλοί Ταϊβανέζοι πολέμησαν στο πλευρό των Ιαπώνων ακόμα και ενάντια στους Κινέζους.

Η περιοχή περνάει το 1945, με την συναίνεση των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, υπό τον έλεγχο του Τσιανγκ Κάι-Σεκ, ηγέτη του εθνικιστικού κόμματος Κουομιντάνγκ, το οποίο βρισκόταν σε πόλεμο με τους κομμουνιστές του Μάο Τσε Τουνγκ. Οι κάτοικοι της Ταϊβάν δεν είδαν με καλό μάτι αυτή την εξέλιξη. Δεν συμφώνησαν με τις αλλαγές στις οποίες προχώρησαν οι Κινέζοι και μια περίοδος γενικότερης έντασης και εσωτερικών διαμαχών ακολούθησε. Μετά την ήττα των εθνικιστών στον εμφύλιο πόλεμο, ο Τσιανγκ κατέφυγε στη Ταϊβάν και εγκατέστησε κυβέρνηση, ονομάζοντας το κράτος του Δημοκρατία της Κίνας. Ο Τσιανγκ υποστήριζε ότι η κυβέρνηση του διοικούσε όχι μόνο την Ταϊβάν αλλά και την ηπειρωτική Κίνα. Υποστήριζε, επίσης, την καπιταλιστική-δημοκρατική πλευρά του διπολισμού κατά την περίοδο του Ψυχρού πολέμου. Το γεγονός αυτό ευνόησε τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Έτσι οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές δυνάμεις αναγνώρισαν την Δημοκρατία της Κίνας ως την εκπρόσωπο όλης της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Κατά τη δεκαετία του 1950 υπάρχουν εντάσεις στα στενά της Ταϊβάν. Το 1954 η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας βομβαρδίζει και επιτίθεται σε νησιά που βρίσκονται λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από τις ακτές της Ταϊβάν. Τότε οι ΗΠΑ συνάπτουν αμυντική συμφωνία με την Ταϊβάν σε περίπτωση που υπάρξει μεταγενέστερα εκτενέστερη σύγκρουση μεταξύ των δύο πλευρών. Παρόλο που η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ήρθε σε διπλωματική επαφή με τις ΗΠΑ το 1955 προκειμένου να συζητηθεί το ζήτημα των σχέσεων της με την Ταϊβάν, το 1958 υπήρξαν εκ νέου βομβαρδισμοί στις στρατιωτικές βάσεις των νησιών. Αυτή η ένταση, σε μικρότερο βαθμό βέβαια, συνεχίστηκε μέχρι το 1979, οπότε οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σταθεροποιήθηκαν.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και 1970, η Δημοκρατία της Κίνας διατήρησε ένα αυταρχικό καθεστώς. Παρουσίασε, ωστόσο, ταχεία οικονομική ανάπτυξη, η οποία οφειλόταν στο φορολογικό σύστημα που είχε υιοθετήσει και στις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες της Δύσης. Η Ταϊβάν αποτέλεσε, έτσι, την δεύτερη ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία της Ασίας μετά την Ιαπωνία. Όσον αφορά, όμως, τις πολιτικές εξελίξεις, αυτές δεν ήταν τόσο θετικές. Από το 1969 και μετά οι ΗΠΑ, σταθερός υποστηρικτής μέχρι τότε της Ταϊβάν, αποκτούν στενότερες διπλωματικές επαφές με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Οι ΗΠΑ σταδιακά αίρουν τους εμπορικούς και ταξιδιωτικούς περιορισμούς για την ηπειρωτική Κίνα. Το καθοριστικό πλήγμα έλαβε χώρα το 1971. Τότε η ηπειρωτική Κίνα παίρνει την θέση της Ταϊβάν στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με αποτέλεσμα η Ταϊβάν να απομονωθεί πολιτικά. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν διπλωματικές σχέσεις και με τις δύο πλευρές. Υποστηρίζουν την θέση της ηπειρωτικής Κίνας για μία και ενωμένη Κίνα, αλλά παράλληλα «υπόσχονται» αμυντική βοήθεια στην Ταϊβάν διατηρώντας μαζί της αμυντικούς αλλά και εμπορικούς δεσμούς.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, το πολιτικό σύστημα της Ταϊβάν κινείται δυναμικά προς τον εκδημοκρατισμό. Ο κύριος λόγος ήταν η αντιμετώπιση της διπλωματικής απομόνωσης που είχε υποστεί. Βασικός εκφραστής αυτού του κύματος εκδημοκρατισμού ήταν ο γιος του Τσιανγκ Κάι-Σεκ, Τσιανγκ Τσινγκ-Κούο. Έπειτα από δική του παρότρυνση και οργάνωση, το 1986 διεξήχθησαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στη χώρα. Με δική του εντολή σταμάτησε να ισχύει ο στρατιωτικός νόμος και άρθηκαν όποιοι περιορισμοί υπήρχαν σχετικά με τη μετακίνηση από και προς την ηπειρωτική Κίνα. Αυτό οδήγησε στην ανάπτυξη προσωπικών και οικονομικών επαφών ανάμεσα στις δύο πλευρές για πρώτη φορά μετά το 1949. Μέσω του εκδημοκρατισμού, ολοένα και λιγότεροι Ταϊβανέζοι επιθυμούσαν ενοποίηση με την ηπειρωτική Κίνα. Αυτό που επιθυμούσαν ήταν ένα ανεξάρτητο κράτος αλλά θα ήταν ευχαριστημένοι και με τη διατήρηση του status quo, αν αυτό σήμαινε μη πόλεμο με την Κίνα. Οι ηγέτες της Ταϊβάν προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή και να διαπραγματευτούν με τους Κινέζους ομολόγους τους, προκειμένου να μειωθούν οι εντάσεις, υπό την προϋπόθεση όμως να συναντηθούν και να συνομιλήσουν ως ίσοι. Κάτι τέτοιο δεν ήταν, όμως, θεμιτό από τους Κινέζους.

Η δεκαετία του 1990 σημαδεύτηκε από τη τρίτη κρίση των στενών της Ταϊβάν. Όλα ξεκίνησαν το 1992 όταν η κυβέρνηση Μπους ενέκρινε την πώληση 150 μαχητικών F16 στην Ταϊβάν. Στη συνέχεια, το 1995, ο Μπους φρόντισε να εκδοθεί βίζα στον Ταϊβανέζο Πρόεδρο ώστε να ταξιδέψει στις ΗΠΑ. Τότε, η Κίνα ανακάλεσε τον πρέσβη της στις ΗΠΑ και πραγματοποίησε δοκιμές πυραύλων 100 μίλια μακριά από τις ακτές της Ταϊβάν. Το 1996, η ένταση αυξάνεται. Η Κίνα πραγματοποιεί δοκιμές πυραύλων 20 μόλις μίλια από τις ταϊβανέζικες ακτές καθώς και στρατιωτικές ασκήσεις εδάφους, θαλάσσης αλλά και αέρα με τους 100.000 στρατιώτες που έχουν κινητοποιηθεί στις ακτές απέναντι από το νησί της Ταϊβάν. Οι ΗΠΑ κινητοποιούν δυο αεροπλανοφόρα ώστε να αποκλιμακωθεί η ένταση. Πράγματι, μετά από λίγες μέρες και μετά το τέλος των προεδρικών εκλογών της Ταϊβάν, η κατάσταση παρουσιάζει ύφεση.

Το 2000 το Κουομιντάνγκ χάνει την εξουσία στη Ταϊβάν για πρώτη φορά. Μέσα στα επόμενα 5 χρόνια οι εμπορικές σχέσεις των δύο πλευρών βελτιώνονται, πρώτα μέσω θάλασσας και έπειτα μέσω αέρα. Το 2004, η Κίνα ψηφίζει νόμο σχετικά με την μη- απόσχιση της Ταϊβάν, τονίζοντας το δικαίωμα της Κίνας να χρησιμοποιήσει μη ειρηνικά μέσα σε περίπτωση που η Ταϊβάν προσπαθήσει να κηρύξει ανεξαρτησία. Το 2008 το Κουομιντάνγκ επιστρέφει στην εξουσία και αμέσως βελτιώνει τις σχέσεις της χώρας με την Κίνα μέσω οικονομικών συμφωνιών και μέσω συναντήσεων μεταξύ των ηγετών. Κάποια χρόνια αργότερα, το 2015, οι ηγέτες των δύο χωρών συναντώνται στην Σιγκαπούρη και εμφανίζονται σε πλήθος δημοσιογράφων απέχοντας, ωστόσο, από κάποια κοινή δήλωση. Την επόμενη χρονιά, ανεβαίνει στην εξουσία η Τσάι Ινγκ Γουέν, η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Ταϊβάν. Πρόθεσή της ήταν να υπάρξει μια σταθερότητα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Σκοπός της ήταν η διατήρηση του status quo και η διατήρηση της ειρήνης στα στενά της Ταϊβάν. Η Κίνα σε απάντηση της προειδοποίησε ότι η ειρήνη θα ήταν ανέφικτη σε περίπτωση που η Ταϊβάν επιχειρούσε να ανεξαρτητοποιηθεί. Στη συνέχεια, καθώς η Ταϊβάν δεν αναγνωρίζει το σχέδιο της «μίας και ενωμένης Κίνας», οι επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές διακόπτονται για ακόμη μία φορά. Το 2017 η κυβέρνηση Τραμπ επικυρώνει την πώληση όπλων αξίας 1,4 δις στη Ταϊβάν, κάτι το οποίο προκαλεί εκνευρισμό στη κινέζικη πλευρά. Οι πωλήσεις στρατιωτικών εξοπλισμών και η δημιουργία στενότερων σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ – Ταϊβάν συνεχίζονται και τα επόμενα έτη.

Φτάνοντας στο σήμερα, την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, οι σχέσεις των δύο πλευρών είναι ίσως στο χειρότερο σημείο της ιστορίας τους. Η Ταϊβάν αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος μόλις από 15 κράτη παγκοσμίως. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Κίνα την θεωρεί επαρχία της και στο ότι ασκεί πιέσεις, ώστε να μην υπάρξει κράτος που θα αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να παίξουν τον ρόλο του εξωτερικού εξισορροπητή αλλά δεν φαίνεται να τα καταφέρνουν. Προσπαθούν να καθησυχάσουν την Ταϊβάν προσφέροντας συνεχή στήριξη. Προκειμένου να αποτρέψει μια περαιτέρω παρέμβαση των ΗΠΑ, η Κίνα ενισχύει τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Σε απάντηση αυτής της ενίσχυσης, η Ταϊβάν σκληραίνει και εκείνη την στρατιωτική της στάση, ώστε να δυσκολέψει μια πιθανή κινεζική εισβολή.

Το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι σχέσεις των δύο πλευρών θα είναι δύσκολο να ξεπεραστεί, καθώς και οι δύο δείχνουν ανένδοτες ως προς τις απόψεις τους. Θα είναι, επίσης, απαιτητικό να αποφευχθούν τυχόν εχθροπραξίες. Η Κίνα παρουσιάζει ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση έχοντας αναπτυχθεί ραγδαία σε όλους τους τομείς τα τελευταία χρόνια και οι ΗΠΑ δεν δείχνουν αρκετά δυνατές για να αποτρέψουν κάποια επιθετική κίνηση της Κίνας. Το σίγουρο είναι ότι θα υπάρξουν άμεσες εξελίξεις ελπίζοντας ότι δεν θα σχετίζονται με σύγκρουση αλλά με διαλλακτικότητα από όλες τις πλευρές.

Πηγές

Πηγή εικόνας: https://www.reuters.com/world/china/taiwan-says-chinas-threats-will-only-increase-support-island-2022-04-16/