Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Οι στοχευμένες δολοφονίες στο πλαίσιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας

Γράφει ο Πέτρος Αναγνωστάρας

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) και στο Πεντάγωνο, τον Σεπτέμβριο του 2001 και η επακόλουθη απάντηση των ΗΠΑ με την εισβολή στο Αφγανιστάν προκάλεσε μία εκ βάθρων επαναξιολόγηση του δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα, όπως αυτό οριοθετείται στο άρθρο 51 του Χάρτη Ηνωμένων Εθνών (ΧΗΕ). Μεταξύ των άλλων, ένα νέο δόγμα που επιχειρήθηκε να αποκρυσταλλωθεί, όριζε πως στο πλαίσιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, τα κράτη έχουν το δικαίωμα να προβούν στην πρακτική των «στοχευμένων δολοφονιών» (targeted killings), ως μέσο εξόντωσης ατόμων που εμπλέκονται είτε άμεσα είτε έμμεσα σε τρομοκρατικές δραστηριότητες εναντίον τους.

    Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ήταν οι πρώτες δύο χώρες που επικαλέστηκαν και χρησιμοποίησαν σε μεγάλο βαθμό την πρακτική αυτή. Πολύ γρήγορα η εφαρμογή της ήγειρε σειρά νομικών, και όχι μόνο, ζητημάτων και προβληματισμών σχετικά με τη νομιμότητά της.

    Σύμφωνα με τον καθηγητή Nils Melzer για να θεωρηθεί μία δολοφονία ως στοχευμένη, στο πλαίσιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, οφείλει να πληροί πέντε κριτήρια:

  1. Χρήση βίας, η οποία ανεξαρτήτως του μέσου, μπορεί, ασφαλώς, να προκαλέσει τον θάνατο ενός ανθρώπου.
  2. Απαραίτητη η ύπαρξη της πρόθεσης και ενός προσχεδιασμού, που να αποδεικνύουν πως η πρόκληση του θανάτου ήταν μία σκόπιμη ενέργεια και όχι συμπτωματική.
  3. Στόχος της επίθεσης οφείλει να είναι ένα συγκεκριμένο άτομο, ώστε να διακρίνεται από επιχειρήσεις που σκοπεύουν στο θάνατο απροσδιόριστου αριθμού και ταυτότητας ανθρώπων.
  4. Ο στόχος δεν πρέπει να βρίσκεται υπό την κράτηση του εκτελεστή του, ώστε να διαχωρίζεται από τις εκτελέσεις κρατουμένων, κατόπιν καταδικαστικών αποφάσεων.
  5. Τέλος, η δολοφονία θα πρέπει να μπορεί να αποδοθεί σε υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και πιο συγκεκριμένα σε κράτη, αλλά και σε μη-κρατικούς δρώντες, υπό ορισμένες περιστάσεις.

    Την επομένη του τρομοκρατικού χτυπήματος, το 2001, ο πρόεδρος Bush εξουσιοδότησε την CIA να καταρτίσει μία λίστα με όλους τους υπόπτους για εμπλοκή στην επίθεση κατά της χώρας. Έτσι εκκινούσε επίσημα η υιοθέτηση του δόγματος των στοχευμένων δολοφονιών, ως μέσο άμυνας.

    Η πρώτη επιχείρηση έλαβε χώρα το 2002 με την δολοφονία 6 μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης Al Qaeda στην Υεμένη από πύραυλο που εκτοξεύτηκε από μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Από τότε και έπειτα, και ιδιαίτερα επί προεδρίας Obama, οι στοχευμένες δολοφονίες πολλαπλασιάστηκαν. Υπολογίζεται ότι μόνο στο Πακιστάν, από το 2009 και έπειτα πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 300 επιχειρήσεις στοχευμένων δολοφονιών, με διασημότερη αυτή κατά του φερόμενου ως ηγέτη της Al Qaeda, Osama Bin Laden, από ομάδα των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ, σε περιοχή κοντά στο Ισλαμαμπάντ, το 2011.

    Από την άλλη μεριά, ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους το 1948, το Ισραήλ διεξήγαγε αρκετές επιχειρήσεις στοχευμένων δολοφονιών κατά υπόπτων σε γειτονικές αραβικές χώρες.

    Η καθοριστικότερη εξ αυτών, που έλαβε μυθικές διαστάσεις, ήταν η αποστολή με την κωδική ονομασία «Wrath of God» (Οργή Θεού). Στο πλαίσιο αυτής βρέθηκαν και εκτελέστηκαν σε πολλά κράτη δεκάδες Παλαιστίνιοι, ως βασικοί υπαίτιοι για την δολοφονία των 11 Ισραηλινών αθλητών στο Μόναχο το 1972, κατά την διάρκεια διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων.

    Έως και το 2000 οι επιχειρήσεις τελούνταν υπό άκρα μυστικότητα. Η δεύτερη Intifada (εξέγερση των Παλαιστινίων κατά του Ισραήλ), η οποία ξέσπασε το φθινόπωρο του 2000, οδήγησε στην εκτέλεση και άλλων Παλαιστινίων. Τότε, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) για πρώτη φορά προέβησαν σε δημόσια παραδοχή, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την δολοφονία ενός Παλαιστινίου, μέλους της οργάνωσης Fatah. Έκτοτε, το Ισραήλ επιχείρησε να ενισχύσει το νομικό του οπλοστάσιο με σκοπό να εντάξει τις στοχευμένες δολοφονίες στο πλαίσιο μίας νόμιμης και συνειδητής κρατικής πολιτικής, βασισμένη στο δικαίωμα της νόμιμης άμυνας.

    Το χτύπημα των τρομοκρατών στις ΗΠΑ ήρθε να ταράξει τα νερά του διεθνούς δικαίου και δη τις προβλέψεις του Χάρτη για την νόμιμη άμυνα. Έως τότε θεωρούνταν απαράδεκτη η άμυνα έναντι μη-κρατικών δρώντων και προκρινόταν η θέση που είχε προβάλει ήδη από το 1986 το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση της Νικαράγουα. Σ’ αυτή το ΔΔΔ σημείωνε πως για να θεωρηθεί η χρήση βίας από μη-κρατικούς δρώντες ως ένοπλη επίθεση που δικαιολογεί την άμυνα, θα έπρεπε να ήταν προφανής η εμπλοκή του κράτους, μέσω της αποστολής από το ίδιο ένοπλων ομάδων, παραστρατιωτικών ή μισθοφόρων, οι οποίοι προβαίνουν σε πράξεις ένοπλης βίας τέτοιας βαρύτητας, ώστε να λογίζεται ως μία επιθετική πράξη.

    Οι ΗΠΑ, ξεκαθαρίζοντας εξαρχής πως δεν επρόκειτο να κάνουν ουδεμία διάκριση μεταξύ των τρομοκρατών και των κρατών που τους παρέχουν ασφαλές καταφύγιο, επιχείρησαν να λάβουν το πράσινο φως μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτό, με δύο ψηφίσματα, το 1368 και το 1373 του 2001, μεταξύ άλλων, πρόβαλε την αποφασιστικότητά του για την καταπολέμηση, με κάθε μέσο, όλων των απειλών κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, αναγνωρίζοντας, ταυτόχρονα, το νόμιμο δικαίωμα στην άσκηση άμυνας, καθ’ ως ορίζει ο Χάρτης. Για πολλούς τα ψηφίσματα αυτά ήταν καθοριστικά καθώς, στην ουσία, αναγνωρίστηκε πως οι τρομοκρατικές ενέργειες συνιστούσαν ένοπλες επιθέσεις. Βέβαια, το ΔΔΔ, στην γνωμοδότησή του για το Παλαιστινιακό τείχος το 2004 επιχείρησε να περιορίσει το δικαίωμα άμυνας, μόνο ως απάντηση σε επίθεση άλλου κράτους για να συμπεράνει πως το Ισραήλ δεν δικαιούται να επικαλεστεί την άσκηση νόμιμης άμυνας μέσω στοχευμένων δολοφονιών κατά Παλαιστινίων, αφού η επίθεση που δεχόταν προερχόταν από το εσωτερικό του και όχι από άλλο κράτος.

    Τα χρόνια που ακολούθησαν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προέβαλαν την άποψη πως υφίσταται το δικαίωμα άσκησης άμυνας έναντι μη-κρατικών δρώντων στο έδαφος ενός άλλου κράτους, όταν αυτό είναι απρόθυμο (unwilling) ή ανήμπορο (unable) να αναλάβει δράση κατά των τρομοκρατών που είναι εγκατεστημένοι εντός του. Η κριτική που ασκήθηκε στις ΗΠΑ επί αυτού, κατά πρώτον τόνιζε πως ένας κράτος δεν είναι υποχρεωμένο να γνωρίζει πάντοτε μία σχεδιαζόμενη τρομοκρατική ενέργεια, οπότε η έλλειψη γνώσης δεν μεταφράζεται και ως απόδειξη της απροθυμίας του να πατάξει τις εγχώριες απειλές. Κατά δεύτερον, όπως δήλωσε και το ΔΔΔ στην υπόθεση του Κονγκό, η παθητικότητα ενός κράτους εξαιτίας της ανικανότητάς του δεν μπορεί να εξισωθεί με εκούσια ανοχή, οπότε δεν τίθεται ζήτημα ευθύνης του, όταν δεν μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά το έδαφός του.

    Επίσης οι ΗΠΑ δέχθηκαν σφοδρή κριτική από αριθμό κρατών σχετικά με το γεγονός πως υπήρξε καταστρατήγηση, στα πλαίσια της άμυνας, των κριτηρίων της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, τα οποία είναι προϊόντα του εθιμικού δικαίου, όπως έχει αναγνωρίσει το ΔΔΔ. Όπως υπογραμμίζουν, σχετικά με το κριτήριο της αναγκαιότητας, το γεγονός πως, παρά την παρέλευση δύο δεκαετιών από το τρομοκρατικό χτύπημα, οι στοχευμένες δολοφονίες συνεχίζονται αδιάκοπα χωρίς ακόμα να έχει εκλείψει η απειλή, οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυτού του είδους η χρήση βίας δεν είναι αναγκαία, καθώς δεν είναι καν αποτελεσματική, αφού δεν επιτυγχάνει το σκοπό της νόμιμης άμυνας. Επίσης, προβληματικό θεωρούν και το κατά πόσο πληρείται το κριτήριο της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την πάγια θέση των ΗΠΑ, πως η χρήση βίας δεν στοχεύει μόνο στην απάντηση σε μία τετελεσμένη επίθεση, αλλά και στην αποτροπή μίας μελλοντικής παρόμοιας ενέργειας.

    Από την άλλη μεριά, οι ΗΠΑ ισχυρίζονται πως η παρέλευση ενός αρκετά μεγάλου διαστήματος από το τρομοκρατικό χτύπημα δεν μεταβάλλει το δικαίωμά τους στην άσκηση άμυνας, αφού αντιμετωπίζουν μία συνεχιζόμενη άμεση απειλή από τους τρομοκράτες, η οποία καθιστά ανούσια κάθε ξεχωριστή εξέταση μίας στοχευμένης δολοφονίας, υπό το πρίσμα της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

    Το ερώτημα που πλανάται πάνω από την μελέτη της νομιμότητας των στοχευμένων δολοφονιών είναι το εάν η εξάπλωση της τρομοκρατίας τις τελευταίες δεκαετίες και τα συντριπτικά χτυπήματα που έχει καταφέρει κατά καιρούς, απαιτεί την αναθεώρηση των αυστηρών ορίων που έχουν τεθεί στο δικαίωμα της άμυνας, ώστε να επιτρέπει σε κράτη να προβαίνουν σε στοχευμένες δολοφονίες. Όσοι αντιδρούν σε μία διασταλτική ερμηνεία του δικαιώματος στην άμυνα, σημειώνουν τους κινδύνους ενός εκτροχιασμού της κατάστασης που μπορεί να προκύψει από τα μεγάλα περιθώρια εκτίμησης και απάντησης που προσφέρονται σ’ ένα αμυνόμενο κράτος.

    Μία λύση που προτείνουν κάποιοι συγγραφείς, όπως ο Daniel Pickard, και την οποία συμμερίζεται και ο γράφων, είναι να χαρακτηριστούν οι τρομοκράτες ως hostis humanis generis- εχθροί της ανθρωπότητας-, όρος ο οποίος αποδίδεται έως σήμερα από το διεθνές δίκαιο στους πειρατές. Προς τούτο, προβάλλουν και κάποια σημαντικά επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της στοχευμένης δολοφονίας τρομοκρατών. Επί παραδείγματι, σημειώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα μιας στοχευμένης δολοφονίας που αποθαρρύνει επίδοξους εγκληματίες και το μικρό της κόστος σε σχέση με μία συμβατική στρατιωτική επιχείρηση που μπορεί να προκαλέσει τον άδικο θάνατο πολλών αμάχων.

    Όποια στάση και εάν υιοθετήσει κάποιος επί του ζητήματος των στοχευμένων δολοφονιών, το βέβαιο είναι πως, πλέον, αποτελεί μία παγιωμένη πρακτική, στην οποία προβαίνουν όλο και περισσότερα κράτη, αναγνωρίζοντας το μικρό πολιτικό και οικονομικό της κόστος σε σχέση με μία στρατιωτική κινητοποίηση.

Βιβλιογραφία

  • Amnesty International, Israel and the Occupied Territories, State Assassinations and Other Unlawful Killings, 21 Φεβρουαρίου 2001
  • Christine Gray, International Law and the Use of Force, 4th edition, Oxford University Press, United Kingdom, 2018
  • Christine Gray, Targeted Killings: Recent US Attempts to Create a Legal Framework, Oxford University Press, Current Legal Problems, Vol. 66, 2013
  • Christine Gray, Targeted Killings, The Limits of Force, Volume 376, Collected Courses of the Hague Academy of International Law, 2016
  • Daniel B. Pickard, Legalizing Assassination? Terrorism, the Central Intelligence Agency and International Law, Georgia Journal of International Law, Volume 30, Number 1, 2001
  • Nils Melzer, Targeted Killing in International Law, Oxford Monographs in International Law, New York, 2008
  • ICJ, Military and Paramilitary Activities in and Against Nicaragua, 1986
  • ICJ, Legal Consequences of the Construction of a Wall in the Occupied Palestinian Territory, 2004
  • ICJ, Armed Activities in the Territory of the Congo (note 33)
  • ICJ, Advisory Opinion on the Legality of the Threat or Use of Nuclear Weapons, 1996
  • Paulina Starski, Right to Self-Defence, Attribution and the Non-State Actor- Birth of the ’’Unable or Unwilling’’ Standard?, Heidelberg Journal of International Law, 2015, σ. 455-501
  • Yoram Dinstein, War, Aggression and Self-Defence, Cambridge University Press, UK, 2011
  • Κώστας Θ. Χατζηκωνσταντίνου, Χαράλαμπος Ελ. Αποστολίδης, Μιλτιάδης Χ. Σαρηγιαννίδης με τη συμβολή του Βασίλη Περγαντή, Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 2014