Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Οι Σινο-ινδικές σχέσεις στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον

Γράφει η Μαρία Γιαννακοπούλου

Η αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων το 1948 από την ινδική επικράτεια άφησε μία βαριά κληρονομιά αδιευκρίνιστων συνοριακών καθεστώτων και διαφιλονικούμενων εδαφών. Εκ πρώτης όψεως , η ατζέντα των ζητημάτων με το Πακιστάν , έχοντας ως επίκεντρο το Ζήτημα της κυριαρχίας επί του Κασμίρ επισκίαζε την κινεζική απειλή. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50 οι κινεζικές προθέσεις άρχισαν να γίνονται πιο διαυγείς προς την ινδική αντίληψη μετά την προσάρτηση του Θιβέτ στην Κίνα και τα επεισόδια στην περιοχή του Λαντάχ που έλαβαν χώρα μεταξύ φιλοκινεζικών και φιλοϊνδικών παρατάξεων.

 Ωστόσο, η πολιτική του Ινδού  ηγέτη  Τζαβαχαρλάρ Νεχρού απέναντι στα τεκταινόμενα της εποχής χαρακτηρίστηκε από έντονη μετριοπάθεια στο πλαίσιο του Ψυχροπολεμικού σκηνικού. Από το 1959 έως το 1962 οι διμερείς σχέσεις πήραν την κατιούσα εξαιτίας μιας σειράς μεθοριακών επεισοδίων με μεγάλες διαστάσεις , το κινεζικό εγχείρημα κατασκευής οδικού δικτύου  στο Ακσάι Τσιν  παράλληλα με την προσφορά πολιτικού ασύλου στον Δαλάι Λάμα από την ινδική κυβέρνηση. Απότοκο, αυτής της κλιμάκωσης υπήρξε ο πόλεμος του 1962 μεταξύ Ινδίας και Κινάς , ο οποίος παρά τη σύντομη διάρκεια του και την περιορισμένη ένταση επέφερε ταπεινωτική ήττα στην Ινδία. Η σύγκρουση εξελίχθηκε στη  συνοριακή γραμμή Ινδίας-Θιβέτ ΜακΜάχον, όπου παρέταξε τις δυνάμεις του ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Κίνας, καθιστώντας εφεξής την κομμουνιστική Κίνα τον εχθρικό γείτονα που βάλει την εδαφική ακεραιότητα της δημοκρατικής και πρωτίστως “αδέσμευτης” Ινδίας. Έκτοτε, οι δύο πλευρές δεν έχουν καταφέρει να ορίσουν μία κοινώς αποδεκτή πραγματικότητα ανατολικά της κοιλάδας Galwan. Στην πραγματικότητα, η Κίνα ουδέποτε αναγνώρισε επισήμως τη συνοριακή γραμμή Μακμάχον.

Επιπροσθέτως, με τον πόλεμο του 1962 η εξωτερική πολιτική της Ινδίας μετεβλήθη ριζικά, γεγονός που αποκρυσταλλώθηκε από την στροφή της Ινδίας στην πυρηνική στρατηγική. Η πρώτη πυρηνική δοκιμή της Ινδίας πραγματοποιήθηκε το 1974 ως απάντηση στην απειλή της συμμαχίας Πεκίνου-Ισλαμαμπάντ.  Βέβαια, μολονότι η  ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου λειτουργεί αποτρεπτικά στην πιθανότητα ξένης κυριαρχίας επί του εδάφους αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείει το ενδεχόμενο ένοπλων συγκρούσεων. Χαρακτηριστικά, από το 1962 έως και σήμερα το συνοριακό καθεστώς Ινδίας-Κίνας ερμηνεύεται ως ένα καθεστώς εύθραυστης ειρήνης.

Η δεκαετία του ’90 υπήρξε σημείο αναφοράς για την επαναπροσέγγιση, σε διπλωματικό επίπεδο , των δύο ασιατικών χωρών. Καρπός του εκατέρωθεν διαλλακτικού κλίματος αποτέλεσε η διμερής συμφωνία για τον καθορισμό της Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου (LAC)  στην περιοχή του δυτικού Λαντάχ , η οποία αφενός ορίζει το νοητό σύνορο 3,500 χιλιομέτρων  μεταξύ των εδαφών που ελέγχονται από ινδικές και κινεζικές δυνάμεις και αφετέρου αποτρέπει την διεξαγωγή ενόπλων επιχειρήσεων ή εκρήξεων σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από τη γραμμή. Ωστόσο, η συνθήκη του 1993 δεν εμπόδισε το να λάβουν χώρα σποραδικές αψιμαχίες περιορισμένης κλίμακας ανάμεσα στους δύο πυρηνικούς γίγαντες της ασιατικής ηπείρου.  Ενδεικτικά, τα δύο πιο σημαντικά εξ αυτών στη σύγχρονη ιστορία συντελέστηκαν τον Απρίλιο του 2013 και τον Ιούνιο του 2020. Στο επεισόδιο Depsang Standoff (2013) κινεζικές στρατιωτικές δυνάμεις διείσδυσαν σε  έδαφος ελεγχόμενο από τις ινδικές δυνάμεις. Η άμεση αντιμετώπιση της κρίσης αποκλειστικά διά της διπλωματικής οδού στάθηκε εμπόδιο στην πιθανή μετατροπή της σε μία εμπόλεμη σύρραξη. Στο δεύτερο περιστατικό η αντιπαράθεση αποδείχτηκε βίαιη ,καθώς  20 τουλάχιστον Ινδοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους χωρίς να γίνεται γνωστοποίηση των απωλειών από την κινεζική πλευρά. Αιτία στάθηκε και πάλι το μη κοινώς αποδεχούμενο εδαφικό καθεστώς. 

Αν και το Πεκίνο έσπευσε να αποδώσει την ευθύνη στην ινδική προκλητικότητα,  γεγονός υπήρξε η σταδιακή ενίσχυση της κινεζικής συνοριοφυλακής το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της τριβής. Στην Ινδία ακολούθησαν εκκλήσεις για μποϊκοτάρισμα σε αγαθά κινεζικής παραγωγής, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό δεδομένης της έντονης αλληλεπίδρασης των δύο ασιατικών οικονομιών.

Στο πεδίο των οικονομικών-εμπορικών σχέσεων η Κίνα αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ινδίας μετά τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το πρακτορείο BloombergQuint , το έτος 2019-20 στην Κίνα αναλογεί ποσοστό μεγαλύτερο από το 5% των  ινδικών εξαγωγών και  το 14% των ινδικών εισαγωγών. Η κοινή τους οικονομική στρατηγική συναντάται και στο πλαίσιο διακρατικών οντοτήτων όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης, το Σχήμα Συνεργασίας των BRICS και η Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων (AIIB). Αξίζει να σημειωθεί,  ότι ακόμη και αν οι  προαναφερθείσες «συμμαχίες» συνιστούν κινέζικη πρωτοβουλία , αυτό δεν εμπόδισε τη συμμετοχή της Ινδίας προκειμένου να διεκδικήσει ένα ενεργό ρόλο , ως αναδυόμενη  και πολλά υποσχόμενη οικονομική δύναμη τόσο στην περιφέρεια όσο και στη διεθνή σκακιέρα. Βέβαια, θα ήταν άτοπο να θεωρηθεί ότι ο οικονομικός ιμπεριαλισμός της Κίνας βρίσκει την Ινδία σύμφωνη σε όλες τις εκφάνσεις του. Επί παραδείγματι, το κινεζικό εγχείρημα της « Μιας Ζώνης και Ενός Δρόμου» (BRI) στερείται  μιας σινο-ινδικής συμφωνίας εξαιτίας των σφοδρών αντιδράσεων που έχει προκαλέσει η προοπτική του οικονομικού διαδρόμου Κίνας-Πακιστάν. Η στάση της Ινδίας πηγάζει αφενός από τη διαφύλαξη της κυριαρχίας της επί του Κασμίρ και αφετέρου από την σινο-ινδική αντιπαλότητα στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Η Νότια Σινική Θάλασσα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κινεζικής υπεροχής τόσο σε περιφερειακή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Αναλυτικότερα, οι σημαντικοί δίαυλοι ναυσιπλοΐας παράλληλα με την ύπαρξη φυσικών πόρων έχουν αυξήσει τη δυναμική της Κίνας όχι μόνο εις βάρος της Ινδίας αλλά και λοιπών γειτονικών κρατών όπως το Βιετνάμ και οι Φιλιππίνες, που αντιτίθενται στο κινεζικό αφήγημα περί «ιστορικών δικαιωμάτων» στις θαλάσσιες ζώνες εκτός των χωρικών της υδάτων. Επιπλέον, οι βλέψεις της κινεζικής ναυτικής στρατηγικής στον Ινδικό ωκεανό στα πλαίσια της δημιουργίας ενός string of pearls, δηλαδή μιας αλυσίδας  μαργαριταριών που συμβολίζει την εξάπλωση της οικονομικής και στρατιωτικής επιρροής της κατά μήκος των ακτών του Ινδικού Ωκεανού. Ως εκ τούτου , η Κίνα  θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως « κράτος παρίας» και για την ινδική ναυτική ισχύ.

Εν κατακλείδι, όσο το συνοριακό καθεστώς παραμένει υπό αμφισβήτηση ,σε συνδυασμό με την κινέζικη υψηλή στρατηγική που επιθυμεί να υφαρπάξει τον τίτλο της « υπερδυνάμεως» από τις Η.Π.Α. ,οι σχέσεις Κίνας-Ινδίας θα παραμένουν συγκρουσιακές .Σύμφωνα με τον Ινδό ιερέα Καουτίλυα νομοτελειακά, ο ισχυρός ηγεμόνας του κράτους που συνορεύει με το δικό μας είναι φυσικός εχθρός. Αντίστοιχα, ο ηγεμόνας της επικράτειας μετά την επικράτεια του φυσικού εχθρού είναι φυσικός φίλος. Πάνω σε αυτή τη ρήση, η Ινδική πολιτική ένταξης στη δυτική σφαίρα επιρροής κατά την προεδρία Τραμπ και η κλιμάκωση της κινεζικής προκλητικότητας βρίσκουν έρεισμα. Συμπερασματικά ,στο παρόν ζήτημα ασφαλείας  η πιθανότητα μίας γενικευμένης σύρραξης στο εγγύς μέλλον παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, για όσο οι διπλωματικοί δίαυλοι Κίνας-Ινδίας παραμένουν ανοιχτοί και για όσο η γεωστρατηγική αξία της Ινδίας διαφυλάσσεται από τον αμερικανικό παράγοντα.

Πηγές:

  • Calvocoressi, P. (2010),Η Διεθνής Πολιτική Μετά το 1945,Αθήνα,Τόμος Β, Εκδόσεις Τουρίκη.
  • Keshava,D.,(2012),Sino-Indian Relations: History, Problems and Prospects, Harvard International Review, Vol 34,No 2,pp 26-29.
  • LaGrone, S., Chinese Seize U.S. Navy Unmanned Vehicle. USNI, 16 December 2016 ,https://news.usni.org/2016/12/16/breaking-chinese-seize-u-s-navy-unmanned-vehicle,  ανακτήθηκε την 21/11/2020.
  • Panda ,A. , The Origins of Today’s Sino-indian Tensions, thediplomat.com, 24/06/2020 , https://thediplomat.com/2020/06/the-origins-of-todays-sino-india-tensions/, ανακτήθηκε την 23/11/2020.
  • Pejic Ι., (Edited by Desi Tzoneva). CHINA’S ‘STRING OF PEARLS’ PROJECT. SouthFront; 25-10-2016 ,https://southfront.org/chinas-string-of-pearls-project/ανακτήθηκε την 21/11/2020.
  • Κολλιόπουλος,Κ.,(2008), Η στρατηγική σκέψη από την αρχαιότητα έως σήμερα, Αθήνα ,Εκδόσεις Ποιότητα, σελ. 96-97.