Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Οι Επιδιώξεις της Ρωσικής Πυρηνικής Στρατηγικής

Γράφει η Σίλεια Σκάρα

Από το 1949 τα πυρηνικά όπλα κατέχουν μία ιδιαίτερη θέση στην εξωτερική πολιτική της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αφού όπως και οι προκάτοχοί τους επί Σοβιετικής Ένωσης, έτσι και οι Ρώσοι διαμορφωτές της σημερινής ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, θεωρούν πως τα πυρηνικά όπλα έχουν τον ρόλο εγγυητών της ειρήνης και της ασφάλειας ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις του διεθνούς συστήματος.

Σε αυτή τη θεώρηση εφάπτεται η πρώτη επιδίωξη της ρωσικής πυρηνικής στρατηγικής. Οι Ρώσοι επιζητούν να εκσυγχρονίζουν διαρκώς το πυρηνικό τους οπλοστάσιο, καθώς μέσω αυτής της διαρκούς ανάπτυξης επιδιώκουν να δείξουν πως διατηρούν το status της Μεγάλης Δύναμης. Τα πυρηνικά όπλα είναι ευρέως αποδεκτό ότι αποτελούν sine qua non προϋπόθεση προκειμένου μία χώρα να θεωρείται Μεγάλη Δύναμη. Έτσι, λοιπόν, η ύπαρξη ρωσικών πυρηνικών όπλων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ρωσία είναι ένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και ως τέτοιο διατηρεί το δικαίωμα της αρνησικυρίας, είναι δύο από τους βασικούς συντελεστές ισχύος στους οποίους μπορεί να βασιστεί η Ρωσική Ομοσπονδία, για να αποδείξει πως πρέπει να έχει λόγο στη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων. Το status της πυρηνικής δύναμης συμφέρει τις επιδιώξεις της Ρωσίας, η οποία βλέπει ένα κόσμο πολυπολικό στον οποίο δικαιούται να είναι ένα από τα κέντρα ισχύος και ως τέτοιο να διατηρεί κάποια ιδιαίτερα προνόμια. Έτσι, γίνεται αντιληπτό, πως τυχόν εξάλειψη του πυρηνικού οπλοστασίου της Ρωσίας θα της στερούσε ένα από τα κυρίαρχα σύμβολα του status της. Τα παραπάνω γίνονται αντιληπτά και από τα λόγια του Vladimir Putin κατά τη διάρκεια της εναρκτήριας ομιλίας του στη συνάντηση με τους επικεφαλής του Ρωσικού Πυρηνικού Οπλοστασίου το 2006: ‘‘Η αξιοπιστία της ‘πυρηνικής ασπίδας’ μας και της κατάστασης των πυρηνικών μας όπλων είναι ένα κρίσιμο συστατικό του status της Ρωσίας ως παγκόσμια δύναμη’’.

Η δεύτερη επιδίωξη των Ρώσων είναι πως τα πυρηνικά όπλα έχουν την ικανότητα να και θα δράσουν ως σημαντικό αποτρεπτικό στοιχείο. Όπως αναφέρει ο Ρώσος Πρόεδρος ‘‘εξετάζοντας τη σημερινή διεθνή κατάσταση και τις προοπτικές εξέλιξής της, η Ρωσία είναι υποχρεωμένη να συνειδητοποιήσει πως η πυρηνική αποτροπή είναι στοιχείο-κλειδί για τη διασφάλιση της ασφάλειας της χώρας’’. Αναλυτικότερα, στο υποθετικό σενάριο κατά το οποίο ένα κράτος ή ένας συνασπισμός κρατών επιδείξουν εχθρική στάση προς τη Ρωσία, αυτή έχει την ισχύ να αντιδράσει με τη χρήση πυρηνικών όπλων, και λόγω αυτής της ικανότητας -απειλής πυρηνικού πλήγματος- ο αντίπαλος θα δράσει ορθολογικά μόνο εάν δεν καταφύγει στη χρήση βίας, καθώς μία τέτοια κίνηση θα επιφέρει την πυρηνική ‘‘απάντηση’’ της Ρωσίας. Στη διεθνή βιβλιογραφία το συγκεκριμένο είδος αποτροπής απαντάται με τους όρους ‘‘existential deterrence’’ και ‘‘just-in-case deterrence’’, οι οποίοι εκφράζουν με ενάργεια το παραπάνω υποθετικό αλλά μάλλον απίθανο σενάριο περί επιθετικής στάσεως κάποιου δρώντος εναντίον της Ρωσίας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Valeriy Gerasimov, Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ‘‘to create a threat in response to threats’’ σύμφωνα με την οποία η Ρωσία αναγκάζεται να δημιουργήσει μία απειλή προκειμένου να απαντήσει στις απειλές που δημιουργεί η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η τρίτη βασική στόχευση των Ρώσων εξακολουθεί να είναι το δίπτυχο Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής-ΝΑΤΟ‧ η ρωσική ελίτ -πολιτική & στρατιωτική- παρατηρώντας την ανωτερότητα των Ηνωμένων Πολιτειών στο επίπεδο των συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων επιδιώκει να προσδώσει στα πυρηνικά  τον ρόλο της αποκλιμάκωσης (‘‘de-escalation’’). Η εξωτερική πολιτική της Ρωσικής Ομοσπονδίας επιχειρεί να αποδείξει πως υφίσταται η απειλή ενός περιορισμένου πυρηνικού χτυπήματος ως απάντηση σε μια συμβατική επίθεση με απώτερο στόχο την αποτροπή της συμβατικής επίθεσης από την πρώτη στιγμή. Οι ρίζες της συγκεκριμένης επιδίωξης εντοπίζονται στους ρωσικούς φόβους σχετικά με την αμερικανική ανωτερότητα στο τεχνολογικό, τεχνικό και ποιοτικό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται έντονος προβληματισμός ανάμεσα στους Ρώσους διαμορφωτές στρατηγικής όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί δυνητικά θα χρησιμοποιήσουν στρατιωτική -συμβατική και πυρηνική- ισχύ: στη Ρωσία κυριαρχεί η άποψη πως η Ηνωμένες Πολιτείες, στις οποίες προσδίδεται ο ‘‘ρόλος του παγκόσμιου αποσταθεροποιητή”, δεν θα διστάσουν να αξιοποιήσουν τα πυρηνικά τους. Ρώσοι αξιωματούχοι και ειδικοί έχουν εκφράσει την ανησυχία τους σχετικά με αυτόν τον δυνητικό συνδυασμό αμερικανικής συμβατικής και πυρηνική ισχύος από κοινού με υπερσύγχρονα συστήματα αεράμυνας, πληροφόρησης (intelligence) και αναγνώρισης (reconnaissance), καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουν τις ικανότητες (capabilities) να ισοπεδώσουν τη Ρωσία, και γι’ αυτό η τελευταία οφείλει να διατηρεί και να εκσυγχρονίζει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, έτσι ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής να μην καταφέρουν να αποκτήσουν ‘‘μονομερές στρατιωτικό πλεονέκτημα’’ (unilateral military advantage), το οποίο σύμφωνα με τον Ρώσο Πρόεδρο Vladimir Putin είναι ένας από τους θεμελιώδεις στόχους της εξωτερικής πολιτικής των υπόλοιπων κρατών, αναφερόμενος κυρίως στη Δυτική Συμμαχία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Τέλος, η Ρωσία επιδιώκει μέσω των πυρηνικών της να ξεπεράσει την αδυναμία επίδειξης επιρροής σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο στο παγκόσμιο αλλά και στο περιφερειακό γίγνεσθαι. Συγκεκριμένα, λόγω της πραγματικότητας ότι η Ρωσία δεν δύναται να επιβληθεί πολιτικά και οικονομικά στα κράτη της περιφέρειάς της, πολλά από τα οποία, ενώ στο παρελθόν ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της πλέον έχουν ενταχθεί στον δυτικό άξονα επιρροής, επιχειρεί να τα ελέγξει προβάλλοντας την πυρηνική ισχύ της. Σύμφωνα με τον Andrei Shoumikhin, υπό την ηγεσία του Vladimir Putin έχει τεθεί ως στόχος η ανάκαμψη του ρωσικού μεγαλείου σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, ενώ για την επίτευξη αυτού του στόχου προορίζονται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο η ‘‘διπλωματία των πυρηνικών όπλων και του ελέγχου των στρατιωτικών εξοπλισμών’’. Χαρακτηριστική επιβεβαίωση της συγκεκριμένης επιδίωξης των Ρώσων αποτελεί η δήλωση του Boris Cheltsov, Αρχηγού του Επιτελείου της Ρωσικής Πολεμικής Αεροπορίας, ότι οι Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να μπορούν να επιτεθούν με πυρηνικά όπλα σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου, αφού πρέπει να αντιμετωπίσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι οποίες διατηρούν το δομικό πλεονέκτημα της δυνατότητας πυρηνικής επίθεσης κατά στόχων σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι παρατηρείται μία εξελισσόμενη πιο επιθετική ρητορική εκ μέρους του Ρώσου Προέδρου. Το 2016 είχε δηλώσει πως είναι επιβλαβής ρητορική οι συνεχείς αναφορές στα πυρηνικά και στη χρήση αυτών και πως δεν επικροτεί τέτοιες πρακτικές. Την ίδια χρονική περίοδο ο Vladimir Putin τόνισε πως τα πυρηνικά όπλα δεν θα πρέπει  να έχουν επιθετικό χαρακτήρα, καθώς κάτι τέτοιο είναι ταυτόσημο με το τέλος του ανθρώπινου είδους. Παρ’ όλ’ αυτά, δύο χρόνια μετά, το 2018, ανήγγειλε πως η Ρωσία θα προχωρήσει στη χρήση του πυρηνικού της οπλοστασίου ως αντίποινα μόνο όταν οι ένοπλες δυνάμεις γνωρίζουν με βεβαιότητα από τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης πως ρωσικά εδάφη δέχονται επίθεση, αναγνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο πιθανότατα θα σήμαινε μία παγκόσμια καταστροφή, αλλά καθιστώντας ταυτόχρονα κατανοητό πως καμία απειλή κατά ρωσικής επικράτειας δεν θα μείνει αναπάντητη.

Στα παραπάνω πλαίσια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κρίνεται η στάση που θα υιοθετήσει ο Ρώσος Πρόεδρος όσον αφορά τη χρήση -ή μη- πυρηνικών στην Ουκρανία. Οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν τον Vladimir Putin να δίνει βαρύνουσα σημασία στο πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας, ανακοινώνοντας στις 21 Φεβρουαρίου 2023 την αναστολή της συμμετοχής της χώρας στη Συνθήκη New Start, γεγονός που σημαίνει πως πλέον δεν θα είναι δυνατός ο έλεγχος του πυρηνικού οπλοστασίου της χώρας. Επιπλέον, σύμφωνα με δηλώσεις του Ρώσου Προέδρου στα τέλη Μαρτίου, έχει προγραμματιστεί η ανάπτυξη τακτικών πυρηνικών στη Λευκορωσία, κίνηση που υπογραμμίζει τον αποτρεπτικό ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν τα ρωσικά πυρηνικά όπλα, προκειμένου να εμποδίσουν τη Δύση, και κυρίως τις ΗΠΑ, να εμπλακούν περισσότερο στην Ουκρανία. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να τονιστεί πως τα τακτικά πυρηνικά δεν απειλούν την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους, αλλά χρησιμοποιούνται με μεγάλη αποτελεσματικότητα στο πεδίο της μάχης.

Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό το γεγονός ότι εντοπίζεται μία αλλαγή, μία κλιμάκωση στις θέσεις του Ρώσου Προέδρου, ο οποίος δεν διστάζει να κάνει αισθητή την πρόθεσή του να αντιμετωπίσει ακόμη και με την εσχάτη των επιλογών -τα πυρηνικά- οποιονδήποτε δρώντα θέσει σε κίνδυνο εδάφη της ρωσικής επικράτειας αποτελώντας απειλή για τα εθνικά ρωσικά συμφέροντα. Μένει μόνο να διαπιστώσουμε αν η κλιμάκωση που παρατηρείται μεταφερθεί από τα πεδία των διακηρύξεων και στα πεδία των μαχών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ