Loading...
Ιστορία και Πολιτισμός

Οι «εθνογενέσεις» στην περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου κατά τον 20ο αιώνα και η απαρχή του Μακεδονικού ζητήματος. Περίπτωση μελέτης του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας

Γράφει ο Αντώνης Ηλίας

Κατά την περίοδο της ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο όρος «Μακεδονία» έπαψε να έχει σαφές γεωγραφικό περιεχόμενο όπως συνέβαινε στην αρχαιότητα, με αποτέλεσμα να προσδιορίζει συχνά περιοχές της σημερινής Αλβανίας και της Θράκης. Ο προσδιορισμός «Μακεδόνας» όμως εξακολούθησε να αναφέρεται στο ελληνορθόδοξο στοιχείο και να μην αποτελεί ξεχωριστή εθνότητα.

Με την Οθωμανική κατάκτηση κατά τον 15ο αιώνα μ.Χ. και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η κατάσταση στην περιοχή της Μακεδονίας μεταβλήθηκε, καθώς παρατηρήθηκε μαζική μετακίνηση γηγενών χριστιανικών πληθυσμών από τις πεδινές προς στις ορεινές περιοχές. Επιπλέον παρατηρήθηκε, μετακίνηση της οικονομικής και πνευματικής ελίτ προς τις χώρες της Δύσης. Φυσική εξέλιξη του φαινομένου ήταν η εθνολογική ανάμειξη, στην οποία επίσης συνέβαλλαν και οι βίαιοι εξισλαμισμοί που έλαβαν χώρα την περίοδο εκείνη στην εξεταζόμενη περιοχή, στο πλαίσιο της οθωμανικής ισλαμικής τακτικής. Αυτό εξηγεί τη συγκεχυμένη εθνολογική κατάσταση στη Μακεδονία τα οθωμανικά χρόνια.

Το «Μακεδονικό ζήτημα» τέθηκε μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ουδέποτε μέχρι τότε δεν είχε αναδυθεί θέμα ύπαρξης ξεχωριστής μακεδονικής εθνότητας- η Μακεδονία ήταν απλά μια γεωγραφική περιοχή τα όρια της οποίας μεταβάλλονταν αναλόγως των ιστορικών συνθηκών και ο χαρακτηρισμός «Μακεδόνας» αφορούσε στον τόπο προέλευσης των ελληνόφωνων πληθυσμών.

Εφαλτήριο της δημιουργίας του «Μακεδονικού ζητήματος» θεωρείται η Συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Το εν λόγω ζήτημα ταυτίζεται χρονικά με την τελευταία φάση του Ανατολικού ζητήματος, που αφορούσε στην απόφαση διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, και τη δημιουργία νέων κρατών- δορυφόρων στη βαλκανική χερσόνησο.

Η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 αποτέλεσε ουσιαστικά την ακύρωση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1877, με την οποία τερματίστηκε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του ιδίου έτους. Το τέλος του πολέμου βρήκε νικητή τη Ρωσία και ευνοημένη τη Βουλγαρία, με τη δημιουργία ενός μεγάλου βουλγαρικού κράτουςμε διέξοδο στο Αιγαίο πέλαγος.

Η ολοένα και αυξανόμενη επιρροή της Ρωσίας στα Βαλκάνια προκάλεσε την αντίδραση της Αυστρίας και της Αγγλίας καθώς και των λοιπών δυτικών δυνάμεων, οι οποίες επιδόθηκαν σε έναν ανταγωνισμό ισχύος και επιρροής στη χερσόνησο του Αίμου, επιτυγχάνοντας τη μείωση της ρωσικής επιρροής στη βαλκανική και την αύξηση της επιρροής και κατ’ επέκταση της ισχύος τους στην περιοχή.

Στρατηγικός σκοπός ήταν ο έλεγχος του κομβικού σημείου του μακεδονικού χώρου, όπου παρείχε πρόσβαση στο Αιγαίο πέλαγος. Το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού ήταν ο ανταγωνισμός τριών εμπλεκόμενων κρατών, της Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας, για τα εδάφη της Μακεδονίας, προκειμένου να εκμεταλλευτούν το κενό που δημιούργησε η αποχώρηση των Οθωμανών. Αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του ανταγωνισμού υπήρξε και η προσπάθεια προσεταιρισμού του σλαβόφωνου στοιχείου του τμήματος της Μακεδονίας που είχε διέξοδο στο Αιγαίο πέλαγος. Στην ουσία, επρόκειτο για μία πληθυσμιακή ομάδα χωρίς αίσθηση αυτοσυνειδησίας και συλλογικότητας, από την οποία απουσίαζε η πεποίθηση της κοινής καταγωγής, οι κοινές ιστορικές μνήμες και η «πρόσδεση» σε μια πατρίδα.

Στη διαδικασία του μακεδονικού ανταγωνισμού μπήκε πρώτη η Βουλγαρία, η οποία εξυπηρετούσε τα ρωσικά συμφέροντα, που δεν ήταν άλλα από την έξοδο της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες του νότου. Μετά την ίδρυση της ανεξάρτητης βουλγαρικής εκκλησίας (Εξαρχία) και την απόσχιση της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, εφάρμοσε προσπάθεια εδραίωσης εθνικής συνείδησης στις σλαβόφωνες μάζες. Οι Βούλγαροι δεν άντεχαν να λησμονήσουν τη Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου κι έτσι, κύρια επιδίωξή τους μετά το 1878 ήταν η αναθεώρηση των αποφάσεων του Βερολίνου.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα συνειδητοποίησε την αναγκαιότητα αντίδρασης στις βουλγαρικές ενέργειες που τάσσονταν εναντίον των ελληνόφωνων πληθυσμών, οι οποίοι αριθμητικά υπερτερούσαν στην περιοχή έναντι των άλλων εθνοτήτων. Υπερασπιζόμενη, λοιπόν, τα εθνικά της συμφέροντα και με το βλέμμα στραμμένο στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό και στην ενσωμάτωση της στο ελληνικό κράτος, προέβη σε συνεννόηση με τις Μεγάλες Δυνάμεις, συνέδεσε τα συμφέροντά της με τα δικά τους και με την αρωγή τους ξεκίνησε ένοπλο αγώνα στη Μακεδονία. Ο Μακεδονικός Αγώνας, διήρκησε από το 1904 έως το 1908 και, όπως προκύπτει από ιστορικές πηγές, σ’ αυτόν συμμετείχαν στο πλευρό των Ελλήνων και σλαβόφωνοι, που είχαν αποκτήσει ελληνική εθνική συνείδηση. Ο Μακεδονικός Αγώνας τερματίστηκε επιτυχώς για την Ελλάδα με το κίνημα των Νεότουρκων το 1908, οπότε παραχωρήθηκε γενική αμνηστία και ισοπολιτεία σε όλες τις εθνότητες και, αφού αναχαιτίστηκε ο βουλγαρικός προσηλυτισμός, επετεύχθη η διατήρηση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής.

Στο πλαίσιο της ελληνικής στρατηγικής κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα προς αποτροπή του εκβουλγαρισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας του Αιγαίου, καλλιεργήθηκε σκοπίμως από ελληνικής πλευράς το αίσθημα, ότι οι τελευταίοι δεν ανήκουν στο βουλγαρικό ή στο σερβικό έθνος. Κατά συνέπεια, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι επρόκειτο για μια ξεχωριστή εθνότητα, αυτή των Σλαβομακεδόνων του Αιγαίου, οι οποίοι είναι αυτόχθονες της περιοχής, κατάγονται από τους Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και διατηρούν άρρηκτους δεσμούς με το ελληνικό στοιχείο. Επομένως, οφείλουν να πολεμήσουν για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και την καταπολέμηση του βουλγαρικού προσηλυτισμού. Απώτερος σκοπός της ελληνικής στρατηγικής ήταν να συμπεριλάβει τους μειονοτικούς σλαβόφωνους πληθυσμούς στην ελληνική επικράτεια, μετά την επερχόμενη απελευθέρωση της από τους Οθωμανούς και την ενσωμάτωση της. Έτσι, στη συνέχεια θα εξασφαλιζόταν η πλήρη αφομοίωση τους με το υπερτερών ελληνικό στοιχείο της περιοχής μέσω της ήπιας ισχύος.

Δυστυχώς το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης αντικατοπτρίζεται ρεαλιστικά στο έργο του Mearsheimer: «Η τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων» που οδήγησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η έκβαση του πολέμου δεν είχε ως απόρροια την αλλαγή των συνόρων στα Βαλκάνια και σ’ αυτό το χρονικό σημείο φάνηκε ότι το Μακεδονικό ζήτημα είχε πλέον επιλυθεί. Ωστόσο, ο  ακραίος ανταγωνισμός των βαλκανικών κρατών για τον προσεταιρισμό του μακεδονικού χώρου και η συνεχιζόμενη ανάγκη αύξησης επιρροής στα Βαλκάνια από τις Μεγάλες Δυνάμεις, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η ιδέα της σύστασης μιας αυτόνομης αρχικά ή και ανεξάρτητης μακροπρόθεσμα περιοχής στον χώρο της ιστορικής Μακεδονίας, η οποία δεν θα τελεί υπό τον έλεγχο της Βουλγαρίας, της Σερβίας ή της Ελλάδας.

Η ιδέα αυτή προτάθηκε από την τότε νεοσύστατη ΕΣΣΔ. Πάγια τακτική της εξωτερικής της πολιτικής της κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, αποτελούσε η στήριξη κάθε αυτονομιστικού κινήματος αλλά και πολιτικοκοινωνικής αναταραχής στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Απώτερος σκοπός ήταν η εξάπλωση της κομμουνιστικής επανάστασης και η δημιουργία σοβιετικής γεωπολιτικής σφαίρας επιρροής, αρχικά σε ευρωπαϊκό και εν συνεχεία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έτσι λοιπόν, ενώ μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το Μακεδονικό ζήτημα θεωρήθηκε κατεξοχήν βουλγαρικό και απέβλεπε στην ενσωμάτωση του σερβικού μακεδονικού χώρου στη Βουλγαρία, η σοβιετική διπλωματία με ένα μανιφέστο την 6η  Μαΐου του 1924, προπαγάνδιζε την ίδρυση μιας Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας και την ύπαρξη ενός μακεδονικού λαού, που ήταν διαμελισμένος και υποδουλωμένος από την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία.  Ακολούθως, το 1934 η Κομμουνιστική Διεθνής, για πολιτικούς λόγους, αναγνώρισε μονομερώς την ύπαρξη «σλαβομακεδονικού έθνους» και θέλοντας να αποτρέψει μια πιθανή συνεργασία των βουλγαρικών εθνικιστικών κύκλων με τη ναζιστική Γερμανία, ανέθεσε στην VMRO (Vutreshna Makedonska Revoljutsionna Organizatsija) και στα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα των Βαλκανίων έναν ιδεολογικό, πολιτικό και εθνικό αγώνα προς όφελος του «μακεδονισμού».

Σημειώνεται δε ότι, η εν λόγω απόφαση ήταν ευνοϊκή για το Κομουνιστικό Κόμμα Βελιγραδίου (Κ.Κ.Β.), καθώς βάσει της θεωρίας του «μακεδονισμού», ήταν δυνατόν να καταπολεμηθούν στο σύνολό τους οι βουλγαρικές διεκδικήσεις επί του σερβικού τμήματος της Μακεδονίας. Η ΕΣΣΔ, ούσα διορατική, είδε πιθανή συνεργασία- συμμαχία της Βουλγαρίας με την ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου, που αναπόφευκτα θα ξεσπούσε τα επόμενα χρόνια. Έτσι, θέλησε να στηρίξει τους μακροπρόθεσμους γεωπολιτικούς στόχους της στο «αδελφό» σερβικό κράτος και ιδιαίτερα στο «συντροφικό» Κ.Κ.Β.

Πράγματι, οι εικασίες των σοβιετικών ηγετών επιβεβαιώθηκαν με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939, οπότε το Βουλγαρικό Βασίλειο προσδέθηκε στο άρμα του Άξονα. Όταν μάλιστα η Ελλάδα τέθηκε υπό γερμανική κατοχή, η Βουλγαρία απαίτησε από τους Ναζί και τελικά έθεσε το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας υπό τον πλήρη έλεγχο της. Η ΕΣΣΔ τότε βλέποντας τα γεωστρατηγικά της σχέδια για έξοδο στο Αιγαίο να κινδυνεύουν, ενίσχυσε τις κομμουνιστικές αντιστασιακές ομάδες της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας που μάχονταν κατά του Άξονα.

Επιπλέον, την άνοιξη του 1943 εξαγγέλθηκε το πρόγραμμα των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών με ηγέτη τον στρατηγό Τίτο, το οποίο προέβλεπε μια μεταπολεμική οργάνωση του κράτους βασιζόμενη σε ομόσπονδες λαϊκές δημοκρατίες. Πρόθεση του Τίτο ήταν η αναγνώριση του νότιου γιουγκοσλαβικού τμήματος ως αυτόνομη λαϊκή δημοκρατία με το όνομα «Μακεντονίγια», την οποία θα κατοικούσαν οι «Μακεντόνσκι». Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους το Γενικό Στρατηγείο των Γιουγκοσλάβων Παρτιζάνων δήλωνε ξεκάθαρα ότι «ο Μακεδονικός λαός έχει πλέον όλα τα στοιχεία, ώστε να συμπορευτεί ελεύθερος πια, ισότιμα με τους άλλους λαούς της Γιουγκοσλαβίας…» .

Μια ιστορικά αβάσιμη «εθνογένεση» στην περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου είχε ήδη επιτευχθεί. Αν και εκκινήθηκε από την Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα, στο πλαίσιο του  προσεταιρισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών του νότιου τμήματος της Μακεδονίας και με σκοπό την καταπολέμηση του «βουλγαρικού μεγαλοϊδεατισμού», εξελίχθηκε σε όργανο προπαγάνδας του σοβιετικού και γενικά του κομμουνιστικού επεκτατισμού στη χερσόνησο του Αίμου.

Η Ελλάδα, ωστόσο, την περίοδο του Μεσοπολέμου, παραδόξως δεν αντέδρασε έναντι της σοβιετικής προπαγάνδας περί ύπαρξης ξεχωριστού «σλαβομακεδονικού» έθνους ούτε στην προοπτική μιας ενιαίας Μακεδονίας στον βαλκανικό χώρο. Οι λόγοι ήταν η ενασχόληση της με την Μικρασιατική Εκστρατεία, η μετέπειτα μικρασιατική καταστροφή και η υποδοχή και εγκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων, η μη σύναψη διμερών σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση, λόγω του κομμουνιστικού «κινδύνου» που απασχολούσε την ελληνική κοινή γνώμη τότε, η εκτεταμένη εσωτερική αστάθεια και οι πολιτικές αναταραχές, που χαρακτήρισαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και ασφαλώς η προπαρασκευή για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εν κατακλείδι, η ελληνική εξωτερική πολιτική της εποχής επί του συγκεκριμένου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νωχελική. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε τη χώρα υπό ναζιστική κατοχή, ανήμπορη να αντιδράσει και να υποστηρίξει τις θέσεις της, ενώ μετά το πέρας του πολέμου, η Ελλάδα ενεπλάκη σε έναν αιματηρό καταστροφικό εμφύλιο. Συνεπώς, στον βαθμό που οι ιστορικές συνθήκες το επέτρεψαν, το ελληνικό κράτος αρκέστηκε στη διατήρηση της εδαφικής του ακεραιότητας και με αμερικανική υποστήριξη, στη μη απόσχιση των εδαφών της Μακεδονίας, που κατείχε πριν τον πόλεμο.

Από την άλλη πλευρά, άμεση επιδίωξη των ιδρυτών του «μακεδονικού έθνους» ήταν, εκμεταλλευόμενοι την ελληνική αδράνεια, να δημιουργήσουν τη βάση ώστε να προσδώσουν στο νεοσύστατο δημιούργημά τους ξεχωριστή εθνική και πολιτική υπόσταση. Επιδόθηκαν, λοιπόν, σε έναν αδιάκοπο αγώνα «εκμακεδονισμού» του σλαβικού στοιχείου της νότιας Γιουγκοσλαβίας, υποχρεώνοντας το να αποδεχθεί μια διαφορετική εθνική ταυτότητα απ’ αυτήν που ιστορικά του ανήκε.

  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Calvocoressi. P. (2010). Η διεθνής πολιτική μετά το 1945. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Κολιόπουλος. Τουρίκη. Αθήνα.
  • Βακαλόπουλος. Κ. (1993). Το Μακεδονικό Ζήτημα. Παρατηρητής. Αθήνα.
  • Ήφαιστος. Π. & Πλατιάς Αθ. (1992). Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική. Παπαζήσης. Αθήνα
  • Ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου.(2007).Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, μια αποτίμηση, πολιτικές, ιδεολογικές, ιστοριογραφικές προεκτάσεις, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα
  • Ιωακειμίδης. Π. (2007). Η θέση της Ελλάδας στο διεθνές, ευρωπαϊκό και περιφερειακό σύστημα. Ιστορικές εννοιολογήσεις και σύγχρονη πραγματικότητα. Θεμέλιο. Αθήνα.
  • Κολιόπουλος Ι. & Χασιώτης. Ι. (1992). Το Μακεδονικό από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως την εποχή μας. στο: Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, τ. Β΄, Παρατηρητής. Θεσσαλονίκη.
  • Κώνστας. Δ. (1999). Ελληνική και ευρωπαϊκή πολιτική 1991-1999. Παπαζήσης. Αθήνα.
  • Κωφός. Ε. (2001). Η Ελλάδα και το ανατολικό ζήτημα 1875-1881. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα.
  • Μιχαηλίδης. Ι. (2004). Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις τις παραμονές του εμφυλίου πολέμου (1944-1946). Πατάκης. Αθήνα.
  • Τζιαμπίρης. Αρ. (2003). Ελληνική εξωτερική πολιτική και Μακεδονικό ζήτημα, 1991-2002: Από τη Σύγκρουση στη Συνεργασία. στο: Π. Τσάκωνας (επιμ.) Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Π. Τσάκωνας (επιμ.) Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική- Μία συνολική προσέγγιση, τ. Α-Β. Σιδέρης. Αθήνα.
  • Πηγή φωτογραφίας: https://www.in.gr/2016/03/01/culture/i-arxaia-makedonia-apo-xalko-sidiro-kai-xrysafi/