Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Οι διπλωματικοί ελιγμοί του Πούτιν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ

Γράφει η Άννα Κολυβά

Το τρέχον σκηνικό

Ο Νότιος Καύκασος είναι από αυτές τις περιοχές που ταλανίζονται από πληθώρα θεμάτων. Ενεργειακά παιχνίδια, διείσδυση Ισλαμιστών μαχητών, εθνικιστικά κινήματα, παρέμβαση περιφερειακών κρατικών οντοτήτων συνθέτουν το πλέγμα των απαιτήσεων. Μια από αυτές είναι και η αντιπαράθεση της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν με επίκεντρο τα εδάφη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ο εδαφικός αυτός θύλακας  διεθνώς αναγνωρίζεται ότι είναι μέρος του Αζερμπαϊτζάν, de facto,όμως, η Αρμενία είναι αυτή που ασκεί τον έλεγχο. Η πολύχρονη σύγκρουση που διαρκεί τουλάχιστον τρεις δεκαετίες αποτελεί κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου.  Κατά εντολή του Στάλιν, το Αζερμπαϊτζάν προσάρτησε την περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ, στην οποία ζούσαν κατά συντριπτική πλειονότητα Αρμένιοι. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, εθνικά κινήματα αναδύθηκαν. Οι Αρμένιοι που κατοικούσαν στα εδάφη αυτά ανακήρυξαν ανεξαρτησία το 1991 και ξεσπά ένας πόλεμος στον οποίο ενεπλάκη ο αζερικός στρατός, ο οποίος όμως ηττήθηκε και αναγκάστηκε να υποχωρήσει από τις εδαφικές αξιώσεις. Οι αρμενικές δυνάμεις νίκησαν και καθιερώθηκε μια εκεχειρία το 1994. Ωστόσο, από τότε η κατάσταση παραμένει έκρυθμη, παρά τις οποίες προσπάθειες διαιτησίας.

Η τελευταία κλιμάκωση των βιαιοπραγιών, η οποία αποτελεί την σφοδρότερη σύγκρουση από το 1990, ήρθε στις 27 Σεπτεμβρίου 2020, με την Αρμενία να ισχυρίζεται ότι η γείτονα χώρα επιτέθηκε πρώτη, ενώ το Μπακού διαψεύδει τους ισχυρισμούς αυτούς, υποστηρίζοντας ότι απάντησε στις στρατιωτικές προκλήσεις  της Ερεβάν . Μετά από έξι εβδομάδες αιματοχυσιών με άγνωστο ακόμη τον  συνολικό αριθμό των νεκρών στρατιωτών και αμάχων, η διαμάχη έλαβε τέλος στις 09 Νοεμβρίου, με μια συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ των δύο αντιπάλων. Προέβλεπε τον αναγκαστικό εκτοπισμό του αρμενικού στρατού αλλά και των ίδιων των κατοίκων από τη περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ η οποία πλέον θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Αζέρων. Με αυτόν το τρόπο, οι τελευταίοι ξαναποκτούν τα εδάφη που είχαν οι κατακτήσει οι Αρμένιοι από τους προηγούμενους πολέμους. Ταυτόχρονα, περίπου 2.000 Ρώσοι ειρηνευτές θα κληθούν για πέντε χρόνια να επιβλέπουν την τάξη στην λεγόμενη line of contact(δηλαδή η γραμμή που διαχωρίζει τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα). Αυτή η ενισχυμένη ρωσική παρουσία δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθώς η συμφωνία αυτή σφραγίστηκε χάρη στην ρωσική πρωτοβουλία. Επομένως αυτή η σύγκρουση είναι ενδιαφέρουσα να αναλυθεί όχι μόνο επειδή μια γειτονική μας χώρα, η Τουρκία, εξελίχθηκε ως αποφασιστικός περιφερειακός δρών στο πλευρό του Αζερμπαϊτζάν, αλλά και επειδή συνδέεται στενά με τη διπλωματική ατζέντα του προέδρου Πούτιν στη περιοχή, θεματική που θα μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μας στη συνέχεια της αφήγησης.

Εμπλοκή της Ρωσίας

Δεν είναι και η πρώτη φορά που η Ρωσία ασκεί μια μορφή παρεμβατικής πολιτικής στην κατανομή ισχύος στο Ναγκόρνo-Καραμπάχ. Από το 1995, η Ρωσία είναι συμπρόεδρος του Minsk Group, ενός οργάνου που επιβλέπει ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και έχει στόχο να διαμεσολαβήσει ώστε να ρυθμιστεί η εύθραυστη σχέση της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν. Το 1997, η Γαλλία και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να συμμετέχουν στο εγχείρημα. Όμως, αναφορικά με την τωρινή αντιπαράθεση, η Ρωσία υιοθετεί μια ψυχρή και αποστασιοποιημένη πολιτική. Η πολιτική αυτή ελλοχεύει κάποιες σκοπιμότητες που ο Πούτιν επιθυμεί να προασπίζει με τη χρήση των διπλωματικών του μέσων.

Πιο συγκεκριμένα, αυτή η αδράνεια εκ μέρους της Ρωσίας μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο Πούτιν αποβλέπει στο να διασφαλίσει μια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχόμενων εχθρών. Από τη μία, η Αρμενία είναι ένας παραδοσιακός  στενός σύμμαχος της Ρωσίας καθώς και οι δύο μετέχουν του Eurasian Economic Union, στον οποίον οργανισμό την πρωτοκαθεδρία την κατέχει το Κρεμλίνο. Μάλιστα, η Μόσχα διαθέτει μια στρατιωτική βάση στην Αρμενία. Από την άλλη, όμως, ο Πούτιν δεν μπορεί να παραβλέψει τα οικονομικά, πολιτικά οφέλη που θα αποκομίσει με την εξασφάλιση καλών σχέσεων με την κυβέρνηση του Μπακού. Το Αζερμπαϊτζάν, είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας στον Καύκασο  και οι δύο χώρες συνδέονται από κοινά ενεργειακά  θέματα, ενώ συγχρόνως ο Πούτιν δεν απειλήθηκε ποτέ από αυτή τη χώρα. Για τον Ρώσο πρόεδρο, λοιπόν, ήταν  προτιμότερο να μην εμπλακεί με ενεργητικό ρόλο, διότι οι σχέσεις και με τα δύο κράτη προσφέρουν ωφέλειες και θα ήταν ασύμφορο να τις διακινδυνεύσει. Βέβαια, παρείχε και πολύ πιθανόν να συνεχίσει να παρέχει ενίσχυση και στις δύο πλευρές.

Ταυτόχρονα,  οι ενεργειακές προκλήσεις διαμόρφωσαν την ρωσική στάση.  Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι πλούσιο σε κοιτάσματα φυσικού αερίου. Από το Αζερμπαϊτζάν αλλά και από την Τουρκία  περνάει ο αγωγός ΤΑΡ-ΤΑΝΑΡ και οι συνεχιζόμενες αντιπαραθέσεις μπορούν να δυσχεραίνουν την προμήθεια  της Ε.Ε με αζερικό αέριο, η οποία προσπαθεί να ανεξαρτοποιηθεί από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Φυσικά, το Κρεμλίνο επιθυμεί το αντίθετο, δηλαδή να ενισχύσει αυτήν την εξάρτηση, ώστε να αυξήσει τη σφαίρα επιρροής του στη περιοχή την ίδια στιγμή μάλιστα που οι ΗΠΑ δεν φάνηκαν καθολου στο προσκήνιο, λόγω των επερχόμενων Αμερικανικών εκλογών.

Επιπλέον, αξίζει να εστιάσουμε στη σχέση της Ρωσίας με τη Τουρκία, η οποία τασσόταν στο πλευρό του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο έχαιρε ιδιαίτερης οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης. Αν και η Ρωσία και η Τουρκία υποστηρίζουν διαφορετικά στρατόπεδα σε Συρία και Λιβύη, ο πρόεδρος Πούτιν  μάλλον βολεύτηκε με την τουρκική προκλητικότητα και την συνεπαγόμενη αποσταθεροποίηση που προκάλεσε η εμπλοκή της Άγκυρας. Και αυτό γιατί μια Τουρκία που διαδραματίζει έναν τόσο παρεμβατικό ρόλο, σπέρνει διχόνοια και στοχεύει στην ισχυροποίηση του Μπακού έναντι της Ερεβάν θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις ενεργειακές ανάγκες της Ε.Ε και συνεπώς την προστασία του αγωγού ΤΑΡ-ΤΑΝΑΡ.

Η ψυχρή στάση της Μόσχας θα μπορούσε να συνεχιστεί, όμως η απουσία ελέγχου, ο όλο αυξανόμενος αριθμός αμάχων και οι διεθνείς εκκλήσεις για κατάπαυση των πυρών οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας της 09 Νοεμβρίου. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ρώσος Πρόεδρος είχε δηλώσει την επιτακτική ανάγκη τερματισμού των βιαιοπραγιών και από τις δύο πλευρές.

Η συμφωνία αυτή αποτελεί διπλωματική νίκη για τον Βλάντιμιρ Πούτιν για πολλούς λόγους. Διασφαλίζει ότι τόσο το Αζερμπαϊτζάν όσο και η Αρμενία έχουν προσδεθεί στο άρμα των ρωσικών συμφερόντων. Εξασφαλίζεται η φιλία του Μπακού, διότι οι Αζέριοι ήταν αυτοί που κατοχύρωσαν μεγάλα εδαφικά κέρδη, ενώ οι μεγάλοι ηττημένοι, οι Αρμένιοι είναι περισσότερο από ποτέ εξαρτημένοι από τη ρωσική βοήθεια. Συγχρόνως, στο εσωτερικό της Αρμενίας έχουν ξεσπάσει έντονες διαμαρτυρίες που απαιτούν την καθαίρεση του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν. Αυτή η εξέλιξη θα ικανοποιούσε ιδιαίτερα τον Πούτιν ο οποίος πρόσκειται σε αυταρχικές κυβερνήσεις και δεν αρέσκεται όταν κινήματα της κοινωνίας των πολιτών ωθούν στην παραίτηση αυταρχικών ηγετών και στην ανάδειξη άλλων(όπως είναι ο Πασινιάν στην περίπτωση μας) με δημοκρατικές διαδικασίες. Παράλληλα, όντας η μόνη η υπογράφουσα χώρα, η Ρωσία  δημιουργεί ένα αντιστάθμισμα απέναντι στην Τουρκία, εφόσον ρωσικές και όχι τουρκικές δυνάμεις θα είναι αυτές που θα σταλθούν στην περιοχή.

Με λίγα λόγια μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το Κρεμλίνο αναδύεται ως τοπικός ηγεμόνας, που ενισχύει την διπλωματική του ισχύ, επεκτείνει την επιρροή του και προασπίζει τα ενεργειακά του συμφέροντα σε μια περιοχή που είναι στρατηγικής σημασίας για την αγορά ενέργειας σε παγκόσμια κλίμακα. Η τοπική κυριαρχία ήταν επιθυμία των Ρώσων για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και σηματοδοτεί ένα διπλωματικό επίτευγμα που παραγκωνίζει την Αρμενία και βγάζει εκτός παιχνιδιού την Τουρκία και τις απούσες καθ΄ όλη την διάρκεια της κρίσης ΗΠΑ. Ωστόσο, ο Βλάντιμιρ Πούτιν δεν πρέπει να εφησυχάζεται γιατί, στην πράξη, αυτή η συνθήκη μπορεί να αποδειχθεί επισφαλής.

Πηγές :