Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες: νομικό πλαίσιο και έμφαση στην Ελλάδα

Γράφει η Ελένη Θεοδωροπούλου

Ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες ή αλλιώς πώς τρεις λέξεις μπορούν να μιλήσουν από μόνες τους γιατί περιέχουν χιλιάδες. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες είναι μια πραγματικότητα που άλλους τους αφήνει αδιάφορους, άλλους τους τρομάζει, άλλους τους συγκινεί και άλλους τους συμφέρει. Μιλάμε για χιλιάδες παιδιά, που είτε φτάνουν στην Ευρώπη απ’ τη χώρα προέλευσης μόνα, είτε χωρίζονται για διαφόρους λόγους απ’ τις οικογένειές τους στα σύνορα. Και από εκεί και ύστερα είναι όντως μόνα, γεγονός που τα καθιστά μια εξαιρετικά ευαίσθητη πληθυσμιακή ομάδα. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες είναι ένα ζήτημα όλο και πιο έντονο ειδικά τα τελευταία χρόνια με τα μεγάλα προσφυγικά ρεύματα από τη Μέση Ανατολή κυρίως, που απασχολεί ειδικά τις χώρες εισόδου στην Ευρώπη, όπως είναι η Ελλάδα.

Όπως γίνεται φανερό, τα παιδιά αυτά έχουν ανάγκη νομικής προστασίας. Το διεθνές και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο είναι πλούσιο και δημιουργεί ένα ικανοποιητικό προστατευτικό καθεστώς, φτάνει να εφαρμοστεί. Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, οι σχετικές οδηγίες όπως η 2003/86/ΕΚ, 2004/83/ΕΚ, 2005/85/ΕΚ, 2011/95/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καθώς και ο κανονισμός Δουβλίνο III, αποτελούν τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για την προστασία των ανηλίκων χωρίς τη συνοδεία κάποιου μέλους της οικογένειάς του που αιτούνται άσυλο ή επικουρική προστασία. Πρέπει να αναφέρουμε ότι τα δύο καθεστώτα είναι παρεμφερή, εμπεριέχονται στον όρο καθεστώς διεθνούς προστασίας, με το άσυλο να χορηγείται σε πρόσωπα που δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα τους καθώς υπάρχει βάσιμος λόγος φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, πολιτικών πεποιθήσεων κ.ά και την επικουρική προστασία να χορηγείται σε πρόσωπα που υπάρχει φόβος ότι θα υποστούν σοβαρή βλάβη στη χώρα τους όπως εκτέλεση, βασανιστήρια, προσωπική απειλή προερχόμενη από βία από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη.

Το νομικό αυτό πλαίσιο περιέχει ένα σύνολο διατάξεων σχετικά με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών από τη στιγμή που βρεθεί ανήλικος στο έδαφός τους. Τα κείμενα λιγότερο ή περισσότερο, αναφέρουν τα δικαιώματα των ανηλίκων χωρίς τη συνοδεία ενηλίκου, η αφετηρία είναι δε, η σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού. Αρχικά, προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διορίζουν έναν κηδεμόνα ή σύμβουλο καθώς και νομικό σύμβουλο σε περίπτωση που εντοπίσουν στην επικράτειά τους ένα παιδί που έχει στερηθεί την οικογένειά του. Θα πρέπει να διευκολύνουν τον ανήλικο να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα, χωρίς βέβαια να είναι υποχρεωμένα να χορηγήσουν τελικά άσυλο στον ανήλικο, αφού η χορήγησή του δεν αποτελεί ατομικό δικαίωμα.

Ακόμα, προβλέπεται το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην πολιτιστική ζωή, καθώς και οι υποχρεώσεις των κρατών περί προστασίας από οικονομική εκμετάλλευση, η παροχή υπηρεσιών αποκατάστασης, και βέβαια το μείζον η απαγόρευση κράτησης των παιδιών. Ως προς το τελευταίο, το οποίο αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που αναδύονται σχετικά με τους ασυνόδευτους ανήλικους, αναφέρουμε ότι η σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, όπως και η οδηγία 2003/09/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μιλούν για απαγόρευση κράτησης ανηλίκων, μέτρο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο ως έσχατη λύση και για το συντομότερο δυνατόν χρονικό διάστημα. Η σύμβαση αναφέρει ότι θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για άμεση απελευθέρωση, η κράτηση να μη γίνεται σε σωφρονιστικά καταστήματα, ούτε μαζί με ενηλίκους ή σε περιοχές απομονωμένες και να διασφαλίζεται ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης οι ανήλικοι λαμβάνουν την απαραίτητη ιατρική και ψυχολογική θεραπεία και έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Μάλιστα αναφέρεται ότι δε μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη σε ασυνόδευτο ανήλικο με αποκλειστική αιτία την παράνομη είσοδο στη χώρα.

Σχετικά με το ποιο κράτος είναι υπεύθυνο να εξετάσει την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, θεσπίστηκε το 1990 ο Κανονισμός του Δουβλίνου. Η τελευταία τροποποίηση έγινε το 2013, με το «Δουβλίνο III», για να ξεπεραστούν τα προβλήματα κατάθεσης πολλαπλών αιτήσεων σε διαφορετικά κράτη και να μην επιβαρύνονται τόσο οι χώρες εισόδου. Ένα από τα κριτήριά του είναι η αρχή της οικογενειακής επανένωσης και σύμφωνα με το άρθρο 8, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το κράτος στο οποίο βρίσκεται νόμιμα ένα μέλος της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, εφόσον αυτό είναι προς το μείζον συμφέρον του. Για το σκοπό αυτό, το κράτος στο οποίο υποβλήθηκε αρχικά η αίτηση καταβάλλει κάθε προσπάθεια να εντοπίσει τα μέλη της οικογένειάς του σε έδαφος άλλων κρατών.

Παρατηρούμε ότι το νομικό καθεστώς δημιουργεί ένα καλά οργανωμένο πλέγμα προστασίας για τους ανηλίκους που εισέρχονται σε ευρωπαϊκό έδαφος, με τα κράτη μέλη να παίζουν βασικό ρόλο στη διαφύλαξη και προαγωγή των δικαιωμάτων τους, παρ΄ όλα αυτά κάποιες φορές δεν τηρείται στην πράξη. Οι λόγοι είναι ποικίλοι, από την δυσκινησία του κρατικού μηχανισμού ή την γραφειοκρατία, μέχρι τη δυσκολία διαχείρισης της κατάστασης που δημιουργείται από το μεγάλο όγκο προσφύγων σε μια χώρα. Ευθύς αμέσως θα αναφερθούμε στην κατάσταση των ασυνόδευτων ανηλίκων στην Ελλάδα, μια χώρα που συγκεντρώνει πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά: είναι χώρα εισόδου για τους πρόσφυγες στην Ευρώπη έχοντας δεχτεί δυσανάλογο όγκο ροών σε σχέση με τον πληθυσμό της και χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατία και αδυναμία χειρισμού μιας παγιωμένης πλέον κατάστασης.

Οι αριθμοί, αρχικά, θα μας δείξουν γλαφυρά την κατάσταση των ασυνόδευτων ανηλίκων στην Ελλάδα: σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης στη χώρα μας, μέχρι τις 30/11/2019 καταγράφηκαν 5.276 ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες, και το 2018 κατατέθηκαν 2.639 αιτήματα διεθνούς προστασίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Παρ’ όλα αυτά, οι θέσεις μακροχρόνιας και προσωρινής φιλοξενίας είναι πολύ λιγότερες, μόλις 2.216. Οι 1.184 ανήλικοι βρίσκονται σε επισφαλείς συνθήκες στέγασης, ενώ το πρώτο τετράμηνο του 2019, η ΕΛΑΣ χειρίστηκε 404 υποθέσεις εξαφανισμένων ασυνόδευτων ανηλίκων. Επομένως, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι βασικό ζήτημα είναι ο μεγάλος αριθμός των ανήλικων προσφύγων χωρίς συνοδεία ενηλίκου, δυσανάλογος με τις δυνατότητες του κρατικού μηχανισμού αλλά και του πληθυσμού της Ελλάδας, ο οποίος οδηγεί αναπόφευκτα σε παθογένειες και αποκλίσεις από το νομικό πλαίσιο.

Πρώτα απ’ όλα, η πραγματικότητα στην Ελλάδα μας λέει ότι αντίθετα με τις επιταγές των διεθνών συμβάσεων, των οδηγιών και της ελληνικής νομοθεσίας εναρμόνισης, σπάνια διορίζεται Επίτροπος στους ασυνόδευτους ανηλίκους, ενώ οι Εισαγγελείς Ανηλίκων, οι οποίοι σύμφωνα με τη νομοθεσία ορίζονται ως προσωρινοί Επίτροποι, πρακτικά δεν ενημερώνονται για τα σχετικά καθήκοντά τους και λόγω και του μεγάλου φόρτου εργασίας τους πολλές φορές δεν γνωρίζουν καν την τύχη των παιδιών αυτών. Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει κανείς που να εκπροσωπεί με κάποιο τρόπο τους ανηλίκους, αφού ο Επίτροπος είναι αυτός που ασκεί τα δικαιώματα του ανήλικου πρόσφυγα, για λογαριασμό του, από την εκπροσώπηση στη συνέντευξη μέχρι την εγγραφή σε σχολείο.

Σημαντικό ζήτημα, εν συνεχεία, σχετικά με τους ασυνόδευτους ανηλίκους στην Ελλάδα, είναι αυτό της κράτησής τους. Αρχικά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι κάθε κράτος επιλέγει εάν θα επιτρέπει ή όχι την κράτηση των ασυνόδευτων ανηλίκων, με αποτέλεσμα μια Ευρώπη που τρέχει και εδώ με διαφορετικές ταχύτητες. Στην Ελλάδα, η κράτηση είναι υπό όρους επιτρεπτή και μάλιστα έχει καταδικαστεί από το ΕΔΔΑ αρκετές φορές για τις συνθήκες κράτησης των ανήλικων αιτούντων παροχής διεθνούς προστασίας. Από τις πιο παλιές υποθέσεις, όπως Rahimi κατά Ελλάδος και Aarabi κατά Ελλάδος, που καταδεικνύουν γλαφυρά τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στα κέντρα κράτησης, και όχι μόνο, και παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα της ανθρώπινης ύπαρξης, μέχρι και τα πρόσφατα ασφαλιστικά μέτρα του ΕΔΔΑ που διατάσσουν την άμεση μεταφορά δύο ασυνόδευτων ανηλίκων από το αστυνομικό τμήμα Κολωνού, στο οποίο κρατήθηκαν για περισσότερο από δύο εβδομάδες μαζί με ενήλικες ποινικούς κρατούμενους, χωρίς πρόσβαση σε γιατρό ή ψυχαγωγία, σε δομές φιλοξενίας, συμπεραίνουμε το μέγεθος του προβλήματος και την ανεπάρκεια του συστήματος προστασίας ανηλίκων προσφύγων, που εισέρχονται στη χώρα μας χωρίς τη συνοδεία ενηλίκου.

Ένας ακόμη τομέας που πάσχει είναι ο τρόπος εφαρμογής του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης, κάτι για το οποίο μπορεί να ευθύνονται βέβαια και τα δύο κράτη που εμπλέκονται. Δίνοντας έμφαση στην κατάσταση στη χώρα μας, πρόκειται για μια διαδικασία πολύ χρονοβόρα που στηρίζεται σε μεγάλη γραφειοκρατία. Ο όγκος των πιστοποιητικών που χρειάζονται αμφότερες οι πλευρές, η καθυστέρηση απάντησης από το άλλο κράτος ή σε πολλές περιπτώσεις η απουσία απάντησης και το κρίσιμο ζήτημα του από πότε μετράει η τρίμηνη προθεσμία κατάθεσης της αίτησης, δυσχεραίνουν την ουσιαστική εφαρμογή των διατάξεων. Μάλιστα, η τακτική της Γερμανίας, της χώρας που δέχεται τα περισσότερα αιτήματα για οικογενειακή επανένωση από την Ελλάδα, περί αποδοχής συγκεκριμένου αριθμού προσώπων κάθε μήνα για διοικητικούς λόγους, εγκλωβίζει ουσιαστικά τα παιδιά σε μια χώρα που δεν μπορούν ή δε θέλουν πλέον να μείνουν και σε μια μετέωρη και ανεπίλυτη κατάσταση. Το αποτέλεσμα και πάλι είναι να μένει απροστάτευτος ο ανήλικος, κυρίως λόγω της ανεπάρκειας συνεργασίας των κρατών.

Οι κακές συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα πρώτης υποδοχής, ο μικρότερος αριθμός θέσεων κατάλληλης διαμονής σε σχέση με τους ανηλίκους, η απουσία Επιτρόπου, η ακατάλληλη κράτηση και η αναμονή για μια οικογενειακή επανένωση που ίσως δε γίνει και ποτέ, καθιστούν τους ανήλικους πρόσφυγες ευάλωτους μπροστά στο κράτος αλλά και σε οποιονδήποτε θέλει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Ένας ανήλικος χωρίς το γονέα του, μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, πόσο μάλλον ένας πρόσφυγας ανήλικος. Τα παιδιά αυτά, είτε για να βοηθήσουν οικονομικά τις οικογένειές τους που ίσως έχουν μείνει πίσω στη χώρα τους είτε για να μπορέσουν να βρουν χρήματα για να πληρώσουν τους παράνομους διακινητές ώστε να καταφέρουν αυτό που δε μπορούν με νόμιμο τρόπο- να φύγουν  από την Ελλάδα- υπόκεινται σε εργασιακή ή σεξουαλική εκμετάλλευση, ή γίνονται υποκείμενα μικροπαρανομιών, για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν ακόμα και ένα μικρό χρηματικό ποσό. Σε αυτή την κατάσταση έρχονται να προστεθούν και οι χιλιάδες εξαφανίσεις ασυνόδευτων ανηλίκων στη χώρα μας, λόγω της ανεπάρκειας διαχείρισης του μεγάλου προσφυγικού όγκου και πολύ περισσότερο των ασυνόδευτων ανηλίκων. Το έτος 2018 εξαφανίστηκαν 1.110 ασυνόδευτοι ανήλικοι και βρέθηκαν μόλις οι 421, ποσοστό κάτω του 50%. Πολλοί από αυτούς που κανείς ποτέ δε βρίσκει, γίνονται θύματα trafficking, με το ζήτημα προστασίας των παιδιών, είτε είναι ασυνόδευτα είτε όχι, να γίνεται όλο και πιο σοβαρό.

Ισχυρός σύμμαχος σε όλους αυτούς τους κινδύνους, τα προβλήματα και την ανεπάρκεια της οργάνωσης, είναι οι ΜΚΟ. Μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις, και λόγω του όγκου εργασίας των Εισαγγελέων ανηλίκων, δίνεται από αυτούς εξουσιοδότηση σε ειδικούς επιστήμονες (κοινωνιολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και νομικούς) να προβούν εξ΄ ονόματός τους στις απαραίτητες διαδικασίες για την εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανήλικου πρόσφυγα. ΜΚΟ, όπως η ΜΕΤΑδραση, επιτελούν μεγάλο έργο, δίνοντας πρακτικές λύσεις, οργανώνοντας επί αρκετά έτη δράσεις όπως: Συνοδείες ασυνόδευτων ανηλίκων, μεταβατικές δομές φιλοξενίας, δίκτυο επιτροπείας ασυνόδευτων ανηλίκων, αναδοχή ασυνόδευτων ανηλίκων κ.α. Μετά, δε, το νέο νόμο 4554/2018 περί Επιτροπείας και την τριμερή συμφωνία ανάμεσα στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, στην ΜΕΤΑδραση και το Υπουργείο Εργασίας, συμφωνήθηκε να μεταφερθεί η τεχνογνωσία που έχει αποκτήσει η ΜΚΟ, στο θέμα της Επιτροπείας στο σύστημα της κρατικής Επιτροπείας. Επίσης η ΑΡΣΙΣ και η Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων και το The Home Project σε συνεργασία με το ΕΚΚΑ, έχουν οργανώσει ένα πιλοτικό πρόγραμμα υποστήριξης και φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων.

Ποιο θα μπορούσε να είναι το συμπέρασμα από όλα τα παραπάνω; Το νομικό πλαίσιο είναι ικανό να προστατεύσει τους ασυνόδευτους ανηλίκους, εξελίσσεται και περιλαμβάνει την πρακτική, και θα πρέπει να συνεχίσει να το κάνει, περιλαμβάνοντας και νομολογιακά δεδομένα τα οποία αποτυπώνουν αυτή τη νέα πραγματικότητα. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, που αποτελούν και τις χώρες εισόδου στην Ευρώπη, χρειάζεται να προσαρμόζονται συνεχώς στα ζητήματα που ανακύπτουν από τις μεταναστευτικές ροές, να δημιουργούν ένα προστατευτικό καθεστώς ειδικά για τους ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες, να εξασφαλίζουν το καλύτερο δυνατό επίπεδο κρατικών υπηρεσιών αλλά και την ανάλογη χρηματοδότηση, η έλλειψη της οποίας είναι ως επί το πλείστον το μεγαλύτερο εμπόδιο. Η προσφυγική κρίση ανέκυψε μέσα στην οικονομική κρίση, και στην Ελλάδα ήταν και είναι και οι δύο εξαιρετικά έντονες. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι είναι ένα πραγματικό θέμα, όμως οι μηχανισμοί και η συνεργασία των κρατών δεν είναι τέτοια, ώστε να προστατευτούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δικαιώματα των παιδιών αυτών.

Πηγές:

Πηγή εικόνας: New Italian law protects unaccompanied migrant and refugee children, International Detention Coalition, Απρίλιος 13, 2017. Διαθέσιμο σε: https://idcoalition.org/news/new-italian-law-protects-unaccompanied-migrant-and-refugee-children/

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *