Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Οδεύουμε στο τέλος της αμερικανικής παντοδυναμίας; – Η ιστορική εμπειρία και οι εκτιμήσεις για τον πολυπολικό κόσμο

Γράφει ο Δημήτρης Μάκκος

Όταν τα Χριστούγεννα του 1991, η σημαία της Σοβιετικής Ένωσης υποστελλόταν για τελευταία φορά, ήταν προφανές ότι μια νέα διεθνής τάξη θα ξεκινούσε την επόμενη μέρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ως μακράν η πιο ισχυρή δύναμη του πλανήτη αποκτούσε πλέον τον ρόλο του παγκόσμιου ηγέτη στο διεθνές σύστημα  καθώς καμία άλλη χώρα δε μπορούσε να ανταγωνιστεί την Ουάσιγκτον τόσο σε επίπεδο hard power (στρατιωτική ισχύς) όσο και σε επίπεδο soft power (οικονομία, πολιτισμός, τεχνολογία κ.α.). Με άλλα λόγια, ένα πόλος ισχύος κυριαρχούσε συντριπτικά σε βάρος των άλλων, διαμορφώνοντας ένα μονοπολικό διεθνές σύστημα.

Τη δεκαετία του 1990 αλλά και του 2000, η αμερικανική ηγεμονία και οι αξίες που αυτή συνόδευε έμοιαζαν αδιαμφισβήτητες. Ωστόσο, χώρες όπως η Κίνα, ήδη από τότε οραματιζόταν μια διαφορετική δομή της διεθνούς τάξης.

Μερικούς μόλις μήνες μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, το Πεκίνο δια του αντιπροσώπου του, Τσιαν Τσισέν αμφισβητούσε σε ομιλία στον ΟΗΕ τη νέα αμερικανοκρατούμενη παγκόσμια τάξη και προωθούσε την ανάγκη για καταμερισμό ισχύος σε ένα νέο πολυπολικό σύστημα. Το 1997, η «Ρωσοκινεζική Διακήρυξη για έναν Πολυπολικό Κόσμο» ήταν μόνο η αρχή μιας σειράς από κοινές διακηρύξεις που αμφισβητούσαν την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα παραδείγματα αυτά βέβαια έχουν περισσότερο να κάνουν με μια παρουσίαση των μακροπολιτικών επιδιώξεων της Κίνας και της Ρωσίας παρά με απτά γεγονότα και αλλαγές. Σήμερα όμως, και καθώς όλο και περισσότεροι αναλυτές μιλούν για υποχώρηση της Ουάσιγκτον και άνοδο νέων δυνάμεων, οι διακηρύξεις αυτές αποκτούν ένα άλλο νόημα. Η άνοδος νέων δυνάμεων με πρώτη την Κίνα στη συνέχεια τη Ρωσία και σε ένα πιο μακρινό μέλλον, την Ινδία, το Ιράν, τη Βραζιλία, την Τουρκία ακόμα και την Ευρώπη ως αυτόνομη στρατιωτικά δύναμη, δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον που παραμένει ο παγκόσμιος ηγέτης ίσως τα επόμενα χρόνια και δεκαετίες χρειαστεί να συμβιβαστεί με νέες πραγματικότητες.

Πλείστα παραδείγματα των τελευταίων ετών από τον οικονομικό πόλεμο με την Κίνα μέχρι τις στρατιωτικές εντάσεις με τη Ρωσία δείχνουν ένα μεταβατικό στάδιο. Αν η πρώτη φάση της αμερικανικής παγκόσμιας τάξης χαρακτηρίζεται από την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών όπως αυτή της τρομοκρατίας η νέα φάση έχει να κάνει με τις «αναδυόμενες δυνάμεις».

Η διαπίστωση αυτή δεν είναι απλά μια εκτίμηση αλλά σαφής τάση της νέας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Κατά την πρόσφατη «άτακτη» υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το Αφγανιστάν ο πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν πρόταξε την ανάγκη για επικέντρωση στον ανταγωνισμό με την Κίνα και τη Ρωσία. Ο Μπάιντεν έκανε λόγο για μια νέα εποχή χρήσης της αμερικανικής ισχύος στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιδιώκουν πλέον να αναδιαμορφώσουν τους αντιπάλους τους με τον τρόπο που προσπάθησαν να κάνουν τρεις προηγούμενοι πρόεδροι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Τόνισε ότι «ο κόσμος αλλάζει» και ότι η αμερικανική ηγεσία πρέπει να αλλάξει μαζί του. Μερικές μόλις βδομάδες μετά η συμφωνία AUKUS αποδεικνύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν πλέον μέσω συμμαχιών να αναχαιτίσουν τις σφαίρες επιρροής αναδυόμενων χωρών και κυρίως βέβαια της Κίνας.

Καθώς το διεθνές σύστημα αναμένεται να αποκτήσει περισσότερο πολυπολικά χαρακτηριστικά τις επόμενες δεκαετίες, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον κόσμο, την ειρήνη και τη σταθερότητα. Επί του παρόντος, σε όλα τα πεδία ισχύος οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχούν και ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς του διεθνούς συστήματος έχοντας ισχυρό διπλωματικό έρεισμα σε διεθνείς οργανισμούς και ένα νόμισμα που παρά τα πληθωριστικά φαινόμενα παραμένει πανίσχυρο λόγω του ρόλου του στις διεθνείς συναλλαγές. 

Ωστόσο, η τάση που διαφαίνεται τα τελευταία χρόνια είναι ότι σύντομα η Ουάσιγκτον θα ξεπεραστεί σε ορισμένους τομείς και θα έχει αξιόλογο ανταγωνισμό σε άλλους (η κινεζική οικονομία για παράδειγμα υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει την αμερικανική έως το 2028). Το γεγονός αυτό, ήδη δημιουργεί άλλα δεδομένα εφαρμογής εξωτερικής πολιτικής, στρατηγικής αλλά και οικονομικής πολιτικής.

Η ιστορική εμπειρία μπορεί να διαμορφώσει σε «αχνές γραμμές» σενάρια του νέου κόσμου που έρχεται. Μακροϊστορικά, οι περίοδοι πολυπολικότητας ήταν μάλλον ασταθείς και συχνά βίαιες. Για ορισμένους αναλυτές όταν το διεθνές σύστημα πήρε τέτοια χαρακτηριστικά οδήγησε μεν σε μια ισορροπία ισχύος η οποία απέτρεπε τις πολεμικές συγκρούσεις ωστόσο αυτή η ισορροπία ήταν συχνά εύθραυστη λόγω του πολύ έντονου διακρατικού ανταγωνισμού. Οικονομικοί πόλεμοι αλλά και καχυποψία υπέσκαψαν, μεταξύ άλλων, αυτή την εύθραυστη ειρήνη.

Σύμφωνα με το think tank, «Freedom Lab» υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους η παγκόσμια τάξη έγινε πιο ασταθής κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων.

Πρώτον, καθώς η κραταιά δύναμη έχανε την πρωτοκαθεδρία της (βλέπε τώρα Ηνωμένες Πολιτείες), αυξήθηκαν και οι ευκαιρίες για άλλες χώρες ώστε να προβούν σε επίδειξη περιφερειακής ισχύος με ότι συνεπάγεται αυτό χωρίς σημαντικές επιπτώσεις (π.χ. Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Τουρκία και Ινδία τώρα).

Δεύτερος λόγος, και μάλλον ο σημαντικότερος, είναι η αυξανόμενη ανησυχία του ηγεμόνα του συστήματος (ΗΠΑ) μπροστά στις αλλαγές που έρχονται ή που βρίσκονται εν εξελίξει. Ο  εμπορικός πόλεμος με την Κίνα έδειξε πόσο αποσταθεροποιητική μπορεί να γίνει η πολιτική του (οικονομικού) ηγεμόνα όταν αισθάνεται ότι απειλείται από την άνοδο ενός αντιπάλου. Ιστορικά, αυτή ήταν η πιο σημαντική πηγή βίαιων συγκρούσεων. Τα επόμενα χρόνια λοιπόν κομβικό ρόλο θα παίξει ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσουν οι ΗΠΑ στην άνοδο της Κίνας και των συμμαχιών που αυτή θα σχεδιάσει με άλλους «παίκτες» όπως η Ρωσία και το Ιράν.

Εξετάζοντας μια πιο απτή ιστορική εμπειρία ανατρέχουμε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όταν το πολυπολικού τύπου διεθνές συστήματα οδήγησε σε σφοδρούς ανταγωνισμούς και δύο παγκόσμιους πολέμους σε λιγότερο από 50 χρόνια. Η ισορροπία δυνάμεων και το σύστημα συμμαχιών των αρχών του 20ού αιώνα κατέρρευσε το 1914. Μετά από μερικές δεκαετίες, ο νέος κόσμος που αναδύθηκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με ένα νέο σύστημα συμμαχιών και πολυμέριας μέσω της Κοινωνίας των Εθνών δεν μπόρεσε να τιθασεύσει τις ρεβιζιονιστικές φιλοδοξίες της ναζιστικής Γερμανίας.

Αυτά τα ιστορικά χαρακτηριστικά της πολυπολικότητας πιθανότατα θα διακρίνουν επίσης τον μελλοντικό κόσμο, παρά την ισχυρή οικονομική διασύνδεσή που έφερε η επικράτηση του καπιταλισμού μετά το 1991.  Η ιστορία έχει δείξει για παράδειγμα ότι η αποφυγή μιας οικονομικής ή ακόμα και στρατιωτικής σύγκρουσης λόγω αυτής της διασύνδεσης έχει μερικές φορές υπερεκτιμηθεί.

Ο κόσμος των αρχών του 20ου αιώνα ήταν εξαιρετικά οικονομικά αλληλοεξαρτώμενος και χαρακτηριζόταν από μεγάλες διασυνοριακές ροές αγαθών, κεφαλαίων και ανθρώπων, στο σημείο που η αναλογία του εμπορίου προς την παραγωγή δείχνει ότι «η Βρετανία και η Γαλλία είναι μόνο ελαφρώς πιο ανοιχτή στο εμπόριο σήμερα από ό,τι ήταν το 1913, ενώ η Ιαπωνία είναι λιγότερο ανοιχτή τώρα από τότε».

Παρ ‘όλα αυτά, αυτή η υψηλού επιπέδου οικονομική διασύνδεση δεν εμπόδισε την εκδήλωση του Πρώτου Παγκοσμίου καθώς πλέον ήταν τέτοια η ένταση των ανταγωνισμών ανάμεσα στα διάφορα κέντρα ισχύος που έκαναν τη σύγκρουση  αναπόφευκτη.

Στην τωρινή ιστορική φάση βέβαια τίθεται και η μεταβλητή των πυρηνικών ως κομβικό λόγο αποφυγής γενικευμένης σύγκρουσης. Πράγματι, πρόκειται για μια ουσιαστική μεταβλητή η οποία λόγω της κοσμογονικής καταστροφής που μπορεί να προκαλέσει για ορισμένους αναλυτές θεωρείται παράγοντας αποτροπής.

Αυτή η μεταβλητή ωστόσο, δεν εμποδίζει τις συγκρούσεις δια αντιπροσώπων, τους οικονομικούς πολέμους, τις σοβαρές και συχνές κυρώσεις παντός τύπου, τα στρατιωτικά επεισόδια και τη διαμόρφωση «συμμαχιών ασφαλείας» για να αντιμετωπιστεί ένας άλλος αναδυόμενος συνασπισμός.

Εν ολίγοις, η ενίσχυση της αστάθειας, με ότι αρνητικό μπορεί να συνεπάγεται για τη διεθνή ασφάλεια, είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει ένα βασικό χαρακτηριστικό των επόμενων δεκαετιών ειδικότερα στο ενδεχόμενο που συνεχιστεί η παρούσα τάση που ευνοεί έναν πιο ισορροπημένο διαμοιρασμό ισχύος.

ΠΗΓΕΣ

Andrea Edoardo Varisco, Towards a Multi-Polar International System: Which Prospects for Global Peace?,E-International Relations, June 3, 2013, Διαθέσιμο εδώ: https://www.e-ir.info/2013/06/03/towards-a-multi-polar-international-system-which-prospects-for-global-peace/

BBC News, Chinese economy to overtake US ‘by 2028’ due to Covid, December 26, 2020, Διαθέσιμο εδώ: https://www.bbc.com/news/world-asia-china-55454146

Jeanne Wilson, Strategic Partners: Russian-Chinese Relations in the Post-Soviet Era: Russian-Chinese Relations in the Post-Soviet Era, Routledge, 2015.

Jessica van der Schalk, Towards a multipolar world order, Freedom Lab, January 20, 2020, Διαθέσιμο εδώ: https://freedomlab.org/towards-a-multipolar-world-order/

Michael D. Shear, Tankersley Jim, Biden Defends Afghan Pullout and Declares an End to Nation-Building, New York Times, October 7, 2021, Διαθέσιμο εδώ: https://www.nytimes.com/2021/08/31/us/politics/biden-defends-afghanistan-withdrawal.html

Nations Unies, Assemblée générale, 8e séance plénière, A/48/PV.8, New York, 29 sep. 1993, σελ. 18.

Susan Turner, «Russia, China, and the Multipolar World Order: The Danger in the Undefined», Asian Perspective, Vol. 33, No. 1, 2009, σελ. 159-184.