Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Νησιά και βράχοι στο Διεθνές Δίκαιο

Γράφει η Δήμητρα Σουρμελή

Τα κυριαρχικά δικαιώματα που παραχωρεί το διεθνές δίκαιο στα νησιά αποτελούν τη γενεσιουργό δύναμη μιας μεγάλης αντιπαράθεσης στους κόλπους των κρατικών σχέσεων. Οι νήσοι Rockall, Perejil, η Νότια Γεωργία, οι Νότιο Νήσοι Σάντουιτς  και τα νησιά Dumeira είναι λίγα από τα νησιά που έχουν αποτελέσει το «μήλο της έριδος» για διαμάχες μεταξύ  κρατών τόσο για ζητήματα κυριαρχίας όσο και για ζητήματα οριοθέτησης και δυνατότητας ύπαρξης και εκμετάλλευσης θαλασσίων ζωνών. Η λίστα των φιλονικιών φαντάζει ατέρμονη, γεγονός  που δικαιολογείται, εάν αναλογιστούμε πως μέχρι το 1962 οι προσπάθειες κωδικοποίησης του διεθνούς δικαίου της θάλασσας είχαν αποτύχει. Η μονομερής πρακτική των κρατών έως τότε και η έλλειψη κοινά αποδεκτών κανόνων από την πλειοψηφία, τουλάχιστον, της διεθνούς κοινότητας, δημιούργησε διαμάχες, κάποιες από τις οποίες δεν έχουν επιλυθεί μέχρι και σήμερα.

            Το δίκαιο της θάλασσας περιλαμβάνει διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες, κυρίαρχη εξ’ αυτών η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας του 1982 (UNCLOS, United Nations Convention on the Law of Sea) με 168 συμβαλλόμενα κράτη. Η Σύμβαση προσφέρει ένα δίκαιο και μεθοδικό σύνολο διεθνών κανόνων, που δημιουργεί δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία, όπως ισχύει και  σε κάθε συνθήκη,  δεν προβλέπονται για κράτη, τα οποία δεν έχουν επικυρώσει την Σύμβαση, με εξαίρεση προβλέψεις που καταγράφουν ή έχουν εξελιχθεί, με την πάροδο του χρόνου, σε εθιμικό διεθνές δίκαιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο 15 μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, μεταξύ αυτών και η Τουρκία.

            Το καθεστώς που προβλέπει το διεθνές δίκαιο για τα νησιά χαρακτηρίζεται από πολλούς ως ασαφές και περίπλοκο. Μια προσεκτική μελέτη της Σύμβασης και των αποφάσεων που έχει λάβει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έως σήμερα, ξεκαθαρίζουν ορισμένα ζητήματα, αλλά δημιουργούν και περαιτέρω απορίες και ασάφειες.

            Το άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της Θάλασσας του 1982 καταγράφει το καθεστώς των νήσων στο διεθνές δίκαιο:

1. Νήσος (island) είναι μια φυσικά διαμορφωμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων κατά τη μέγιστη πλημμυρίδα.

2. Εκτός, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, η χωρική θάλασσα, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η υφαλοκρηπίδα μιας νήσου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης που εφαρμόζονται στις άλλες ηπειρωτικές περιοχές.

3. Οι βράχοι (rocks) οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα.

            Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 121 καταγράφει έναν κοινά αποδεκτό νομικό ορισμό για τα νησιά, προκειμένου να γίνει εφικτή η διάκριση τους από άλλα γεωγραφικά θαλάσσια μορφώματα, όπως είναι τα υψόμετρα χαμηλής παλίρροιας (low-tide elevations) και οι βράχοι-βραχονησίδες. Τα νησιά δεν έχουν συγκεκριμένη έκταση και μορφή, γεγονός που δυσχεραίνει την ξεκάθαρη παροχή δικαιωμάτων χάραξης θαλασσίων ζωνών, ευνοώντας τις διαμάχες ανάμεσα στα κράτη. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αναφέρει ρητώς πως τα νησιά διαθέτουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες που αντιστοιχούν και στην εδαφική επικράτεια, με εξαίρεση τις αναφορές της τρίτης παραγράφου για τους βράχους.

            Τα κράτη εκμεταλλεύονται τις προβλέψεις του άρθρου 121 τόσο για οικονομική, όσο και για στρατιωτική ασφάλεια. Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και, ιδιαίτερα αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ), δίνουν δικαιώματα έρευνας του θαλάσσιου υπεδάφους και εκμετάλλευσης των πόρων που υπάρχουν σε αυτό και κατ’ επέκταση δημιουργούν ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης. Επιπλέον, οι ζώνες αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο των διερχόμενων σκαφών, όπως και όποτε το προβλέπει το διεθνές δίκαιο, και ιδιαίτερα όσον αφορά τα στρατιωτικά πλεούμενα, διασφαλίζει την ασφάλεια του κράτους.

            Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 121 έχουν εξελιχθεί σε εθιμικό διεθνές δίκαιο, γεγονός που επιβάλλει την εφαρμογή τους από όλα τα κράτη, ανεξάρτητα εάν είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης του 1982 ή όχι. Έτσι, δεσμεύονται χώρες, όπως και η Τουρκία, να αναγνωρίσουν στα νησιά θαλάσσιες ζώνες.

            Πέρα από τα νησιά και τις βραχονησίδες, οι οποίες έχουν προβληματίσει ιδιαίτερα τα κράτη και τους ακαδημαϊκούς ερευνητές, διακρίνονται στο θαλάσσιο χώρο και άλλοι γεωγραφικοί σχηματισμοί, οι οποίοι, ξεκάθαρα, δε διαθέτουν την ικανότητα χάραξης θαλασσίων ζωνών. Τα υψόμετρα χαμηλής παλίρροιας είναι χερσαίες περιοχές, οι οποίες καλύπτονται από το νερό σε κατάσταση υψηλής παλίρροιας, ενώ βρίσκονται στην επιφάνεια μόνο σε άμπωτη. Αυτές οι περιοχές δεν νοούνται ως νησιά και για αυτό μόνο όταν βρίσκονται εντός των χωρικών υδάτων ενός παράκτιου κράτους, μπορεί αυτό να τις εξερευνήσει και να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς της πόρους.

            Το μέγιστο ζήτημα, ωστόσο, αφορά στη διάκριση μεταξύ νησιών και βράχων, οι οποίοι, σύμφωνα με τη παράγραφο 3, δεν δικαιούνται ούτε ΑΟΖ, ούτε υφαλοκρηπίδα. Το σημείο αυτό της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας παραμένει ιδιαίτερα ασαφές και, ως αποτέλεσμα, προκαλεί ερωτήματα. Συγκεκριμένα, οι νομοθέτες της Σύμβασης όρισαν ως την ειδοποιό διαφορά μεταξύ νησιών και βράχων, τη δυνατότητα της διαβίωσης των ανθρώπων σε αυτούς ή της ύπαρξης οικονομικών δραστηριοτήτων.  Η χρήση του διαζευκτικού «ή» κρίνεται ζωτικής σημασίας για την ανάλυση της παραγράφου, καθώς δεν είναι απαραίτητη η κατοχή και των δύο προϋποθέσεων για την απόρριψη οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών σε βραχονησίδες. Γίνεται, έτσι, σαφές ότι δεν εμπίπτουν όλοι οι βράχοι στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 121.

            Βέβαια, η διευκρίνιση της χρήσης του διαζευκτικού συνδέσμου δεν λύνει τα ερμηνευτικά ζητήματα. Αντιθέτως, ίσως τα εντείνει περισσότερο, καθώς δεν προσφέρει ένα συμπαγές και σταθερό πλαίσιο για την εφαρμογή της συγκεκριμένης παραγράφου, η οποία, μάλιστα, δεν συνιστά εθιμικό δίκαιο. Είναι εύλογο να προκύπτουν ζητήματα ως προς το περιεχόμενο των προβλέψεων. Πρέπει η νησίδα να διαθέτει φυσική ικανότητα διατήρησης μόνιμων κατοίκων ή μπορεί ένα κράτος να χρησιμοποιήσει τεχνητά μέσα για την διευκόλυνση της διαβίωσης; Τι ακριβώς συνιστά οικονομική ζωή; Επαρκεί μια απλή οικονομική δραστηριότητα για να αποκτήσει ένας βράχος θαλάσσιες ζώνες;

             Ακαδημαϊκοί ερευνητές έχουν εκφράσει διαφορετικές απόψεις σχετικά με το ζήτημα των βράχων. Ο καθηγητής Jon M. Van Dyke, μαζί με άλλους ερευνητές, θεωρούσε πως για να οριοθετηθούν θαλάσσιες ζώνες σε μια νησίδα είναι απαραίτητο να υπάρχει μια σταθερή κοινότητα μόνιμων κατοίκων. Από την άλλη πλευρά, ο Jonathan Charney τονίζει την ύπαρξη και την σημασία της διάζευξης στην παράγραφο 3 του άρθρου, ενώ εκφράζει την άποψη ότι μια νησίδα δικαιούται θαλάσσιες ζώνες εάν διαθέτει ορυκτούς πόρους, όπως πετρέλαιο και φυσικό αέριο, harvestable fisheries, ή εάν θα μπορούσε ένα κράτος να κατασκευάσει σε αυτή την τοποθεσία μια κερδοφόρα επιχείρηση, η οποία θα είχε την ικανότητα να διατηρήσει μια επαρκή οικονομία μέσω του εφοδιασμού από εξωτερικές πηγές. Βασική προϋπόθεση, κατά τον Charney, είναι η δυνατότητα αυτής της επιχείρησης να δημιουργεί κέρδη για την κάλυψη των αναγκών. Προσθέτει ότι οι βραχονησίδες έχουν το δικαίωμα να παραγάγουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα λόγω της αλλαγής των καταστάσεων, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση της νομικής βάσης των νησιών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθεί ότι το διεθνές δίκαιο της θάλασσας δε διαθέτει ουδεμία πρόβλεψη για την πιθανή αλλαγή του νομικού καθεστώτος των νησιών εξαιτίας φυσικών παραγόντων.

            Η δυσκολία ερμηνείας του περιεχομένου της τρίτης παραγράφου του άρθρου 121, η απουσία ξεκάθαρης κρατικής πρακτικής και η απροθυμία των δικαστηρίων να δώσουν ξεκάθαρες απαντήσεις στους προβληματισμούς, έδιναν την εντύπωση ότι η ισχύς του υπό εξέταση άρθρου σταδιακά μειωνόταν. Η πρόσφατη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση Nicaragua v. Columbia 2012, επανέφερε στο προσκήνιο περαιτέρω ερμηνευτικές συζητήσεις για την παράγραφο 3.

            Τον Δεκέμβριο του 2001, η Νικαράγουα έφερε στο ΔΔΧ τη διαμάχη της με την Κολομβία  για τα κυριαρχικά δικαιώματα των δύο κρατών στα νησιά της Δυτικής Καραϊβικής και στην οριοθέτηση των θαλάσσιών τους ζωνών. Το 2012 το Δικαστήριο στην τέταρτη απόφασή του, σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, αναφέρει ότι το διεθνές δίκαιο δεν ορίζει ένα συγκεκριμένο μέγεθος για να χαρακτηριστεί ένας γεωγραφικός σχηματισμός ως νησί. Εξάλλου, το Δικαστήριο στην υπόθεση Qatar  v.  Bahrain, αποφάσισε ότι ακόμη και το πιο μικρό νησί διαθέτει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ναυτικών μιλίων.

            Ταυτόχρονα, ως απάντηση στους ισχυρισμούς της Νικαράγουα ότι ο γεωγραφικός σχηματισμός QS 32 που βρίσκεται στον ύφαλο Quitasueño δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νησί, διότι συνίσταται από κοραλλιογενή θραύσματα, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι γεωγραφικοί σχηματισμοί δεν ορίζονται ως νησιά λόγω της γεωλογικής τους σύνθεσης. Σημασία δίνεται στους  σχηματισμούς που έχουν δημιουργηθεί φυσικά και βρίσκονται πάνω από το νερό σε κατάσταση υψηλής παλίρροιας. Συγκεκριμένα, αποφάσισε ότι το QS 32, δεδομένου ότι βρίσκεται πάντα πάνω από το νερό, μπορεί να θεωρηθεί ως περιοχή υψηλής παλίρροιας, που, όπως αναφέραμε ανωτέρω, έχει αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά δεν δικαιούται ούτε ΑΟΖ ούτε υφαλοκρηπίδα.

            Είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν έδωσε μια ξεκάθαρη απάντηση στους προβληματισμούς. Έμμεσα, μόνο, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι αποφάσεις περί μεγέθους και σύστασης βοηθούν την ανάλυση του νομικού καθεστώτος των βράχων, αλλά σε μικρό βαθμό.

            Το Δικαστήριο, έως σήμερα, δεν έχει καταφέρει να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις στα ερμηνευτικά ζητήματα. Διαμάχες για τα κυριαρχικά δικαιώματα που προσφέρουν τα νησιά στα κράτη, εξακολουθούν να υφίστανται και απασχολούν ιδιαιτέρως τη διεθνή κοινότητα. Ένα μέρος, μάλιστα, των ελληνοτουρκικών διαφορών βασίζεται στο ζήτημα της χάραξης θαλασσίων ζωνών για τα νησιά. Ενδεχομένως η πιο αποτελεσματική λύση θα ήταν να αποφασιστούν νέες προβλέψεις για το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, προκειμένου να αμβλυνθούν οι διαμάχες και να διευκολυνθεί η θαλάσσια δραστηριότητα των κρατών.

Πηγές:

1)         Hauwen, G., 2019. [image] Available at: https://unsplash.com/photos/auAIGTUHl78 [Accessed 15 March 2021].

2)         Attard, D. and Fitzmaurice, M.,  The law of the sea, Oxford: Oxford Univ. Press, 2014.

3)         Cassese, A., International law, pp.107-115 [Place of publication not identified]: Oxford Univ. Press, 2016.

4)         Murphy, D., International law relating to islands, pp.46-95, Leiden: Brill / Martinus Nijhoff, 2017.

5)         Terasaki Naomichi Hiro, The Regime of Islands in International Conventions (Part 1) | Research | Review of Island Studies, 2014 [online] Available at: https://www.spf.org/islandstudies/research/a00010.html#anc1 [Accessed 14 March 2021].

6)         Van Dyke  J. and Brooks R., 1983. Uninhabited islands: Their impact on the ownership of the oceans’ resources, 12(3-4), pp.265-300, Ocean Development & International Law, 1983 [online]. Available at: https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/00908328309545711 [Accessed 14 March 2021].

7)         Μυλωνόπουλος Δημήτριος, Δίκαιο της Θάλασσας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

8)         United Nations Convention on the Law of the Sea (1982), Article 121, Available at: https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf [Accessed 14 March 2021].

9)         Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia), Judgment  p. 624,

 I.C.J.  Reports, 2012.