Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Μια ρεαλιστική αποτίμηση της Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου – Η αντίδραση του Τουρκικού κράτους: Μέρος Β

Γράφει η Αντωνία Παππά

Η αντίδραση της Τουρκίας μπροστά στην υιοθέτηση της Κοινής Μεταναστευτικής Πολιτικής 

Με την έκρηξη της Αραβικής άνοιξης και ως επί το πλείστον της Συριακής εμφύλιας σύρραξης, η Τουρκία αποτέλεσε τη χώρα που έλαβε τα μεγαλύτερα ποσοστά προσφύγων, αγγίζοντας τα 4 εκατομμύρια έως και το 2021. Στην απαρχή της προσφυγικής κρίσης, η Άγκυρα επέλεξε τον απομονωτισμό, επιδιώκοντας να επιδείξει και αποδείξει πως δύναται μόνη να διαχειριστεί τις ροές των εκπατρισθέντων, ως ένα κράτος με γερά οικονομικά και δημοκρατικά θεμέλια. Γρήγορα, όμως, τα δεδομένα μεταβλήθηκαν, το Συριακό ζήτημα έλαβε μεγάλες διαστάσεις και η κυβέρνηση Erdoğan οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Επιδίωξε έτσι, με επίκλησή της στα Ηνωμένα Έθνη, τη δημιουργία μιας ουδέτερης ζώνης στην πλευρά των συνοριακών γραμμών με τη Συρία. Ωστόσο, η απάντηση διαφάνηκε αρνητική.

Καθώς, όμως, οι οικονομικές ανάγκες για τη διατήρηση αλλά και τη διεύρυνση των καταφυγίων οξύνονταν, η Άγκυρα δεν άργησε να αλλάξει τακτική από αυτή του προστάτη του Ισλαμικού πολιτισμού που κατακρίνει τις πρακτικές του Δυτικού κόσμου σε αυτή της παράκλησης για λήψη υποστήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη, κάνοντας δυσκολότερη τη διέλευση των συνόρων της. Το Τουρκικό κράτος δεν άργησε να χρησιμοποιήσει τις μεταναστευτικές ροές ως μέσο απειλής και πίεσης προς τις Βρυξέλλες, απελευθερώνοντας τη συνοριακή γραμμή του με την Ελλάδα και δημιουργώντας μεγαλύτερα κύματα μετακίνησης προς την Ευρώπη ή ακόμα και προωθώντας τη διακίνηση των εκπατρισθέντων στα Ελληνικά νησιά. Η υιοθέτηση πολιτικών αναθεώρησης του status quo της ευρύτερης περιφέρειας, ενεργοποιώντας τακτικές σκληρής ισχύος, σε ένα πρώτο βαθμό θα μπορούσε να ειπωθεί πως τελεσφόρησε καθώς οδήγησε την ΕΕ να συνάψει συμφωνία με την Άγκυρα, η οποία προσέδιδε στην τελευταία σημαντικά οφέλη. Συγκεκριμένα, με αντάλλαγμα τη λήψη του μεγάλου ποσού των 6 δις ως οικονομική υποστήριξη για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, την άρση του καθεστώτος ταξιδιωτικής βίζας για τους Τούρκους υπηκόους που επισκέπτονται την Ευρώπη και το άνοιγμα του Κεφαλαίου 33 για την ενταξιακή διαπραγμάτευση της Τουρκίας, η τελευταία συμφώνησε στην επιστροφή στο έδαφός της κάθε παράτυπου μετανάστη που εισέρχεται στα ελληνικά νησιά, καθώς και την αποτροπή ανοίγματος νέων διόδων παράνομης μετανάστευσης προς την ΕΕ.  

Με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το Μεταναστευτικό, αφού πρωτοπόρησε κάνοντας εφαρμογή της αρχής της επανεγκατάστασης, κατόρθωσε να καρποφορήσει, αφού συμφώνως με τις πρώτες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι παράτυπες μεταναστεύσεις προς την Ελλάδα αμβλύνθηκαν σημαντικά. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε πως σε συνδυασμό με τη Συμφωνία Επανεισδοχής, πλέον υπήρχε ένας ασφαλής και νόμιμος τρόπος εισόδου προς την Ευρώπη. Οι επιστροφές από την Ελλάδα στην Τουρκία, ωστόσο, δεν ξεπερνούσαν τις αφίξεις, ενώ η συμφωνία επέφερε πολλές ανησυχίες σχετικά με τη νομιμότητα και συμβατότητά της με το Ευρωπαϊκό δίκαιο και σε συνδυασμό με τη μη συμμόρφωση της Τουρκίας σε αναγκαία προαπαιτούμενα για την απελευθέρωση του καθεστώτος θεωρήσεων, κλόνισε τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας. Η κρίση μεταξύ των δύο εταίρων κλιμακώθηκε όταν η Άγκυρα προχώρησε σε δήλωση μονομερούς υπαναχώρησης από την Συμφωνία Επανεισδοχής του 2013 που διατηρούσε με τον περιφερειακό οργανισμό. Εντούτοις, στην πράξη η εν λόγω ενέργεια δεν επιτελέστηκε.  

Μέχρι σήμερα, το τοπίο παραμένει αρκετά ασταθές, ειδικότερα μετά την κίνηση της Άγκυρας το 2020 να προωθήσει-υποστηρίξει την παράτυπη είσοδο χιλιάδων αιτούντων άσυλο προς την Ευρώπη μέσω του Ελληνικού κράτους. Η προειρημένη πολιτική οδήγησε την Ελλάδα στην υιοθέτηση μιας πιο σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής, λαμβάνοντας πιο αυστηρά μέτρα ελέγχου στα σύνορά της με την Τουρκία. Ακόμη, η Τουρκία προχώρησε το ίδιο έτος σε αναβολή επανεισδοχής εκπατρισμένων, επικαλούμενη κατά κόρον την έκρηξη της πανδημίας του COVID-19. Ωστόσο, την ίδια στιγμή διαφαίνεται, πως παρά τις αρκετές δυσχέρειες στην μεταξύ τους σχέση, η ΕΕ και η Δημοκρατία της Τουρκίας θα εξακολουθήσουν να συνεργάζονται στο εν λόγω τομέα και αυτό αποδεικνύεται από την υιοθέτηση του Νέου Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο από τον περιφερειακό οργανισμό στο οποίο αναγράφεται η ανάγκη σύμπραξης των δύο εταίρων στη διαχείριση του εν λόγω ζητήματος. 

Επίλογος

Συμφώνως με όλα τα προειρημένα, οδηγούμαστε σε μια σειρά από αρκετές αμφιβολίες και ερωτηματικά: Διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ιδιόμορφος αυτός θεσμός, τα κατάλληλα μέσα και προπάντων τις γερές βάσεις για να διαχειριστεί τέτοιου είδους κρίσεις τόσο ευρέων διαστάσεων, όπως η προσφυγική; Σίγουρα, οι Βρυξέλλες δεν διαδραματίζουν έναν ασήμαντο ρόλο στον έλεγχο τέτοιων καταστάσεων, αντιθέτως αποτελούν το επίκεντρο. Η αδυναμία τους, όμως, να δημιουργήσουν μια πραγματικά Κοινή Μεταναστευτική Πολιτική, μέσω της εύρεσης ασφαλών και νόμιμων κοινών διαδρόμων εισόδου των εκπατρισθέντων στην Ευρώπη, να εξαλείψουν τις επιχειρήσεις διακίνησης και να δεσμεύσουν τα κράτη μέλη σε μια ενιαία δράση στα πλαίσια του σεβασμού της αρχής της αλληλεγγύης και της κοινής αλλά διαφοροποιημένης ευθύνης, τις οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάλυση του ίδιου του οικοδομήματός τους, εν ολίγοις στην αυτοκαταστροφή .

Πηγές:

Πηγή Εικόνας: Photo: Jürgen Fälchle/Adobe Stock. Διαθέσιμο σε: https://www.csis.org/analysis/seeking-path-europe-refugees-and-migrants-ultimately-turned-back-covid-19