Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Κρατική Ασφάλεια VS Ανθρώπινη Ασφάλεια

Γράφει η Χριστιάννα Μαρρά

Η έννοια της ασφάλειας στις διεθνείς σχέσεις έχει λάβει ποικίλες διαστάσεις και ερμηνείες, και εγκολπώνεται ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, θεωρητικών συζητήσεων, καθώς και αντικειμένων αναφοράς. Έχει θεωρηθεί ως μία «αμφιλεγόμενη έννοια», κυρίως λόγω της απουσίας ενός παγκόσμια αποδεκτού ορισμού. Η παραδοσιακή προσέγγιση της ασφάλειας, η οποία πηγάζει από το θεωρητικό πλαίσιο του ρεαλισμού, τοποθετεί στο επίκεντρό της τα κράτη, την επιβίωσή τους, καθώς και τη διατήρηση της εδαφικής τους ακεραιότητας. Η κρατική δράση και το εθνικό συμφέρον αποτελούν τους βασικούς πυλώνες συζήτησης, η οποία ακολουθεί μια στρατιωτική ερμηνεία που αφορά την απειλή ή τη χρήση βίας από τα κράτη.

Το τέλος, όμως, του ψυχροπολεμικού κόσμου σηματοδότησε την αρχή των νέων ζητημάτων ασφάλειας, μη στρατιωτικού χαρακτήρα, τα οποία προέρχονταν από μη στρατιωτικούς δρώντες. Η φύση και η πολυπλοκότητά τους επεκτείνονταν πολύ πέρα από την κλασική έννοια της ασφάλειας, που επικεντρωνόταν κυρίως στις εξωτερικές στρατιωτικές επιθέσεις. Ζητήματα όπως οι πανδημίες, η κλιματική αλλαγή, η μακροχρόνια φτώχια και η τρομοκρατία αποτελούν απειλές με παγκόσμιες και διακρατικές διαστάσεις. Ο όρος της ανθρώπινης ασφάλειας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1994, από το πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη. Η ανθρώπινη ασφάλεια υιοθετεί μια ευρύτερη προσέγγιση, προσφέροντας τον συνδυασμό ποικίλων μέσων, για την αντιμετώπιση αυτού του είδους των απειλών.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο απόκλισης της κρατικής και της ανθρώπινης ασφάλειας είναι το αντικείμενο αναφοράς, αντίστοιχα. Στην περίπτωση της πρώτης, το αντικείμενο που πρέπει να προστατευτεί είναι το κράτος/έθνος, το οποίο θα λειτουργήσει καθοριστικά ως το βέλτιστο μέσο προστασίας άλλων αντικειμένων αναφοράς. Από την άλλη, σύμφωνα με την ανθρώπινη ασφάλεια, τα άτομα θα πρέπει να είναι εκείνα που θα λειτουργούν ως αντικείμενο αναφοράς της διεθνούς ασφάλειας, αποσκοπώντας σε μια αναδιαρθρωτική και μετασχηματιστική προσέγγιση στην ασφάλεια.

Η δεύτερη βασική διαφορά τους αφορά το είδος και την πηγή των απειλών που εξετάζει η καθεμία. Η παραδοσιακή ερμηνεία της ασφάλειας στρέφεται στο εθνικό επίπεδο, όπου οι απειλές είναι εξωτερικές και περιορίζονται στις ένοπλες επιθέσεις. Σε αντίθεση με τη θεωρία αυτή, η ανθρώπινη ασφάλεια αναγνωρίζει ένα ευρύτερο φάσμα απειλών, οι οποίες είναι εσωτερικές και έχουν διεθνικό χαρακτήρα. Ζητήματα όπως η παράνομη μετανάστευση και οι φυσικές καταστροφές απειλούν άμεσα την επιβίωση και την ευημερία των ατόμων. Αν και τα κράτη και οι κρατικοί θεσμοί αποτελούν τον βασικό συντελεστή ασφάλειας απέναντι στα άτομα, κάποιες φορές αποτυγχάνουν ή, ακόμα, μπορεί να λειτουργήσουν τα ίδια ως απειλή για τους πολίτες τους.

Μια άλλη ανομοιότητα μεταξύ των δύο προσεγγίσεων της ασφάλειας σχετίζεται με τους τομείς στους οποίους εκτείνονται. Το ρεαλιστικό παράδειγμα εστιάζει στο στρατιωτικό και πολιτικό πεδίο, ακολουθώντας μια στενή προσέγγιση, ενώ η ανθρώπινη ασφάλεια ακολουθεί μια ευρύτερη αντίληψη, αντιμετωπίζοντας με ίση προσοχή διαφορετικούς τομείς. Συγκεκριμένα, εξετάζει εφτά τύπους ανασφάλειας οι οποίοι είναι: η οικονομική, η διατροφική, η περιβαλλοντική, η προσωπική, η πολιτική, καθώς και η ασφάλεια της υγείας και της κοινότητας.

Σημαντικό σημείο διαφοροποίησης των δύο προσεγγίσεων συνδέεται, επίσης, και με το χρονικό πλαίσιο στο οποίο άκμασε η καθεμία. Η έννοια της κρατικής ασφάλειας είναι προϊόν της ρεαλιστικής θεωρίας, η οποία χαρακτηρίζεται ως η πιο παλιά θεωρία της διεθνούς πολιτικής. Η κρατική ασφάλεια εμφανίστηκε ως μια αναγκαία – σχεδόν αντανακλαστική – απάντηση των κρατών απέναντι στη συνύπαρξή τους σε μια άναρχη κοινωνία, λόγω της απουσίας μιας ενιαίας κεντρικής εξουσίας, η οποία θα προστάτευε το ένα κράτος από το άλλο. Σε μια χρονική περίοδο όπου οι κυριότερες αιτίες ανασφάλειας ήταν μια ενδεχόμενη ξένη στρατιωτική επίθεση και, αργότερα, ένας πυρηνικός πόλεμος, η κρατική ασφάλεια ήταν η βέλτιστη λύση.

Με το τέλος όμως του Ψυχρού Πολέμου, το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας εισήλθε σε μια νέα εποχή, με αποτέλεσμα η επανεξέταση της έννοιας της ασφάλειας να κριθεί απαραίτητη, καθώς τα άτομα  από τη βία που προερχόταν από τα ίδια τα κράτη τους. Επίσης, ο καθορισμός και η ερμηνεία της ασφάλειας αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους δεν συμβάδιζε, πλέον, με την πραγματικότητα, αφού, επικεντρώνοντας την προσοχή στις στρατιωτικές απειλές, αγνοούνται άλλες απειλές. Επιπρόσθετα, συμβάλλει στην ευρεία στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων, γεγονός που μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει στην εντατικοποίηση της παγκόσμιας ανασφάλειας.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με τη χρήση στρατιωτικών μέσων, εγείρεται το ερώτημα αν η κρατική ασφάλεια είναι πράγματι μια έννοια ξεπερασμένη. Η ανθρώπινη ασφάλεια εμφανίστηκε ως μια λύση προσαρμογής του διεθνούς συστήματος στις νέες απειλές ασφάλειας, όμως τα προγενέστερα ζητήματα ασφάλειας δεν έχουν εξαλειφθεί. Επομένως, το βασικό δίλημμα είναι εάν η κρατική και η ανθρώπινη ασφάλεια μπορούν να συνυπάρξουν, παρά τις διαφορές τους.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η ανάπτυξη της ανθρώπινης ασφάλειας διευκολύνεται όταν η εθνική ασφάλεια έχει επιτευχθεί και εξασφαλιστεί. Αυτό συμβαίνει διότι η κρατική ασφάλεια δημιουργεί θεμέλια βεβαιότητας, όπου οι κρατικές πολιτικές μπορούν να ασχοληθούν αβίαστα με την προώθηση της ανθρώπινης ασφάλειας, χωρίς φόβο για πιθανές εξωτερικές απειλές. Για παράδειγμα, τα αδύναμα κράτη λειτουργούν ως παράγοντες αστάθειας, συγκρούσεων και απειλών προς τα άτομα και την κοινωνία. Η έκθεση του 2004 της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου του ΟΗΕ για τις Απειλές, τις Προκλήσεις και την Αλλαγή, υποστηρίζει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό «να αποτραπεί ή να αντιστραφεί η διάβρωση της κρατικής ικανότητας, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση σχεδόν κάθε κατηγορίας απειλών». Επιπλέον, σύμφωνα με την Επιτροπή Ανθρώπινης Ασφάλειας, η ανθρώπινη ασφάλεια συμπληρώνει την κρατική.

Από την άλλη, σε πρακτικό επίπεδο, η υλοποίηση μιας διεθνούς συμφωνίας για την εξισορρόπηση μεταξύ της κρατικής και της ανθρώπινης ασφάλειας αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση. Η διατήρηση της κρατικής ασφάλειας και η ταυτόχρονη ανάπτυξη της ανθρώπινης μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο έργο, καθώς η κρατική ασφάλεια προϋπήρχε και το διεθνές σύστημα ήταν εναρμονισμένο σε αυτή την προσέγγιση,  ενώ η ανθρώπινη ασφάλεια είναι μία νεότερη έννοια, που επιδιώκει τη μεταρρύθμιση του δεδομένου συστήματος. Η συμβατότητα των δύο προσεγγίσεων μπορεί να οδηγήσει σε πρακτικά προβλήματα, όπως ο διαμοιρασμός των κρατικών πόρων ανάμεσα σε στρατιωτικά μέσα και τη φύλαξη των συνόρων ή σε τομείς παραγωγικούς για την ενίσχυση της ανθρώπινης ασφάλειας. Επίσης, δεδομένων των κινήτρων και των επιδιώξεων της ρεαλιστικής προσέγγισης, υπάρχει ο κίνδυνος η κρατική ασφάλεια να εκμεταλλευτεί την ανθρώπινη, με στόχο να μεγιστοποιηθεί η κρατική ισχύς. Δεν είναι λίγες οι φορές που η στρατιωτική δράση έχει χρησιμοποιήσει το κίνητρο της ανθρωπιστικής επέμβασης για λόγους εθνικού συμφέροντος.

Εν κατακλείδι, οι έννοιες της κρατικής και της ανθρώπινης ασφάλειας εκλαμβάνονται συχνά ως αντιθετικές. Οι εννοιολογικές και θεωρητικές τους προσεγγίσεις και ιδέες καθιστούν εμφανή τα σημεία διαφοροποίησής τους. Ωστόσο, μεγάλη υποστήριξη λαμβάνει και το επιχείρημα πως η διατήρηση της κρατικής ασφάλειας και η προώθηση της ανθρώπινης φαίνεται να αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς η ανθρώπινη ασφάλεια αφορά «αναπόφευκτα και αναπόσπαστα το κράτος». Η ανθρώπινη θα ευδοκιμήσει με την προϋπόθεση της εξασφάλισης, πρωτίστως, της κρατικής ασφάλειας, ενώ η δεύτερη παρέχει τα θεμέλια για εσωτερική ειρήνη και σταθερότητα. Ως αποτέλεσμα, για τη επίτευξη της ισορροπίας της κρατικής και της ανθρώπινης ασφάλειας απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις, στο εθνικό επίπεδο, όσον αφορά την πολιτική διάρθρωση και νοοτροπία.

Βιβλιογραφία

Baylis, J. (2013). Διεθνής και Παγκόσμια Ασφάλεια. Στο Baylis, J., Smith, B., & P. Owens (Επιμ.), Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής (5η έκδ., σελ. 321 – 340). Αθήνα: Επίκεντρο.

Doyle, M. (1997). Ways of War and Peace: Realism, Liberalism and Socialism. New York: W.W. Norton.

A more secure world: Our shared responsibility. (2004). Report of the High-Level Panel on Threats, Challenges and Change. Διαθέσιμο σε: https://www.un.org/peacebuilding/sites/www.un.org.peacebuilding/files/documents/hlp_more_secure_world.pdf   

Buzan, B., & Hansen, L. (2012). The Evolution of International Security Studies. Cambridge: Cambridge University Press. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/CBO9780511817762  

Human Development Report 1994. (1994). United Nations Development Programme. Διαθέσιμο σε: https://www.undp.org/publications/human-development-report-1994

Human Security Handbook. (2016). United Nations Trust Fund for Human Security. Διαθέσιμο σε: https://www.un.org/humansecurity/wp-content/uploads/2017/10/h2.pdf

Human Security Now. (2003). Commission on Human Security (CHS). Διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/91BAEEDBA50C6907C1256D19006A9353-chs-security-may03.pdf

Krause, K. (2006). Towards a Practical Human Security Agenda (Policy Paper: No. 26). Geneva Centre for the Democratic Control of Armed Forces (DCAF). Διαθέσιμο σε: https://www.dcaf.ch/towards-practical-human-security-agenda  

Rocha Menocal, A. (2009). “State-building for peace”: navigating an arena of contradictions (Briefing Paper, Issue 52).Overseas Development Institute (ODI). Διαθέσιμο σε: https://odi.org/en/publications/state-building-for-peace-navigating-an-arena-of-contradictions/

Rubenstein, R.E. (2017). State Security, Human Security, and the Problem of Complementarity. Στο Ε. Jacob (Επιμ.), Rethinking Security in the Twenty-First Century. New York: Palgrave Macmillan. Διαθέσιμο σε: https://link.springer.com/chapter/10.1057/978-1-137-52542-0_16

Ullman, R. H. (1983). Redefining Security. International Security, 8(1), 129–153. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/2538489?origin=crossref

Πηγή Εικόνας: https://online.stanford.edu/courses/intlpol241s-international-security-changing-world