Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Κοσσυφοπέδιο: Ένα ζήτημα με παρελθόν, παρόν και μέλλον

Γράφει ο Εμμανουήλ Πανανάς

Για κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα σημείο σε αυτό τον κόσμο που μπορεί να χαρακτηριστεί βαρύνουσας σημασίας. Το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε, μία παραλία στην οποία πέρασε τα εφηβικά του βράδια, μία γωνιά με την οποία συνδέεται συναισθηματικά. Κάπως έτσι, υπάρχουν και κάποιες γεωγραφικές περιοχές, οι οποίες όχι απλά συνδέονται, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, ταυτίζονται με την εθνική ταυτότητα ενός ή περισσοτέρων λαών, εθνοτήτων και κρατών. Μία τέτοια περιοχή είναι και το Κοσσυφοπέδιο.

Το Κοσσυφοπέδιο, κοινώς Κόσοβο, αποτελεί μία από τις πλέον ευρέως αναγνωρίσιμες, αμφισβητούμενης υπόστασης και κυριαρχίας περιοχές της υφηλίου. Δέλεαρ και περιοχή ιερή για τους Σέρβους και τους Αλβανούς, αυτή η λωρίδα γης έκτασης 10.908 τετραγωνικών χιλιομέτρων, το ήμισυ δηλαδή της έκτασης της Πελοποννήσου, ανακήρυξε την ανεξαρτησία του από τη Δημοκρατία της Σερβίας τον Φεβρουάριο του 2008. Η πλειοψηφία των κατοίκων, σχεδόν 90 τοις εκατό, είναι αλβανικής καταγωγής, με το υπόλοιπο 10 τοις εκατό να αυτοπροσδιορίζεται ως σερβικής ή βοσνιακής καταγωγής, με αξιοσημείωτη μειονότητα τους σερβικής καταγωγής μεν, μουσουλμανικής πίστης δε Γκοράνους. Ιστορικά το Κοσσυφοπέδιο έχει αποτελέσει κοιτίδα της ενδογένεσης και των σέρβων και των αλβανών. Η «καρδιά της Σερβίας», όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν οι σέρβοι, περιλαμβάνει μερικά από τα σημαντικότερα σερβικά μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως τα ξακουστά ορθόδοξα σερβικά μοναστήρια, μερικά από τα οποία στέκουν από τον μεσαίωνα και την ένδοξη βασιλεία του Στέφανου Ούρος Δ’ Δουσάν, του ενδοξότερου αυτοκράτορα της σερβικής αυτοκρατορίας, με χαρακτηριστικότερο την μονή Βισόκι Ντέτσανι. Επίσης, στις πεδιάδες του Κοσσυφοπεδίου συντελέστηκε η καθοριστική για την διαμόρφωση της σερβικής ταυτότητας  μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, μεταξύ των χριστιανικών στρατευμάτων, αποτελούμενα κυρίως από σέρβους, ενάντια στους προελαύνοντες Οθωμανούς και η θυσία του σέρβου ηγεμόνα και στρατηγού Στέφανου Λαζάρεζιτς.

Εξίσου έντονη σύνδεση με τα εδάφη του Κοσσυφοπεδίου έχουν και οι Αλβανοί. Πέραν του ότι από πληθυσμιακή άποψη, πλέον, οι περισσότεροι κάτοικοι προσδιορίζονται ως αλβανικής καταγωγής, το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί και το σημείο έναρξης του αλβανικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Σημείο τομής υπήρξε η ίδρυση του  Συνδέσμου της Πρίζρενης, που δημιουργήθηκε την 1 Ιουνίου 1878, στο Πρίζρεν του Βιλαετίου του Κοσσυφοπεδίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρχικά, οι Οθωμανικές αρχές υποστήριξαν τον Σύνδεσμο, που ως αρχική του θέση προωθούσε τη θρησκευτική αλληλεγγύη των Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και των ανθρώπων που συνδέονταν με την Οθωμανική διοίκηση και τόνιζε την ενίσχυση της Μουσουλμανικής αλληλεγγύης και έκανε έκκληση για υπεράσπιση των Μουσουλμανικών εδαφών, περιλαμβανομένης της σημερινής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που ο Σύνδεσμος αυτός ονομάστηκε Επιτροπή των Πραγματικών Μουσουλμάνων. Έπειτα, κατά την περίοδο των βαλκανικών πολέμων, με αφετηρία τις κινήσεις, αρχικά αυτονομίας και μετέπειτα ανεξαρτησίας, από την οθωμανική αυτοκρατορία το 1912 το Κοσσυφοπέδιο υπήρξε πάλι κέντρο της δράσης των Αλβανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η ευρύτερη περιοχή του Κοσσυφοπεδίου τελικά πέρασε στην κυριαρχία του Βασιλείου των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων που έμελλε να γίνει γνωστό, ύστερα από ποικίλες ιστορικές καταστάσεις πολιτικού, στρατιωτικού, ιδεολογικού και εθνογραφικού χαρακτήρα με το όνομα Γιουγκοσλαβία. Κατά την περίοδο 1998-1999 και ενώ ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας λάμβανε χώρα ήδη από το 1991, ξεκινάει η διαμάχη για την επικυριαρχία της περιοχής του Κοσσυφοπεδίου ανάμεσα στις γιουγκοσλαβικές αστυνομικές δυνάμεις, αρχικά, και έπειτα στις ένοπλες δυνάμεις της Γιουγκοσλαβίας, που πλέον ως πυρήνα της είχε την Σερβία και το Μαυροβούνιο, ενάντια στις μονάδες της παραστρατιωτικής οργάνωσης UCK, δηλαδή του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσόβου. Αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης ήταν πληθώρα αγριοτήτων και από τις δύο πλευρές, ο εκτοπισμός ενός μεγάλου μέρους κοσοβάρων, όπως ονομάζονται οι αλβανικής καταγωγής κάτοικοι της περιοχής και η υπέρμετρη καταστροφή υποδομών και περιουσιών. Έπειτα από την στρατιωτική επέμβαση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ με τον βομβαρδισμό καίριων σερβικών στρατιωτικών στόχων επήλθε και ανακοίνωση για κατάπαυση του πυρός. Από εκείνες τις μέρες του 1999, η κατάσταση έχει λάβει έναν πιο «ψυχρό» χαρακτήρα, με αμφότερες τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές να δηλώνουν πως η περιοχή αποτελεί δικαιωματικά κτήση τους.

Η περίοδος της «παγωμένης διαμάχης», αγγλιστί “frozen conflict”, όπως ονομάζεται στην επίσημη βιβλιογραφία, αναθερμάνθηκε με την δήλωση απόσχισης και την ανακήρυξης της Δημοκρατίας του Κοσόβου το 2008, χωρίς όμως να υπάρξει ιδιαίτερη κλιμάκωση. Ως αιτία της πιο διπλωματικής πορείας που έλαβε η αντιπαράθεση μπορεί να χαρακτηριστεί η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο της Σερβίας, όσο και της Αλβανίας αλλά και το γεγονός ότι το Κόσοβο τελεί, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανάλογα με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, υπό διεθνή εποπτεία και κηδεμονία. Με την συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έχει ξεκινήσει μία προσπάθεια εύρεσης ενός τίμιου διακανονισμού προκειμένου η περιοχή να εισέλθει σε μία ρότα κανονικότητας. Η αρχική προοπτική προσέγγισης που ξεκίνησε το 2011 εξέταζε την αναγνώριση ενός de jure και de facto κράτους στο Κοσσυφοπέδιο. Έπειτα το 2018 προτάθηκε η διχοτόμηση του «ημιαναγνωρισμένου» κράτους του Κοσόβου, με την προσάρτηση των βόρειων, κατοικημένων στην πλειοψηφία από εθνικά σέρβους, περιοχών στην Σερβία και την παραχώρηση στο Κόσοβο ορισμένων υψηλών σε πυκνότητα εθνικά αλβανικών πληθυσμών της Σερβίας. Η παραπάνω πρόταση δεν βρήκε γόνιμο έδαφος και τελικά ναυάγησε, έπειτα από τις διαμαρτυρίες και την άρνηση αμφότερων των μερών. Στα μέσα περίπου του 2019 οι αντιμαχόμενες πλευρές έδειξαν ξανά διάθεση για διάλογο, έπειτα από παραίνεση των ΗΠΑ και της Ε.Ε., φανερώνοντας πως δεν έχει επέλθει οριστική ρήξη αλλά υπάρχει ακόμα η πίστη στην ύπαρξη δυνατότητας διευθέτησης.

Κάτι παραπάνω από είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τότε που η σύγκρουση για τον έλεγχο του Κοσσυφοπεδίου έλαβε εκτεταμένες διαστάσεις και φαίνεται πως λίγα πράγματα έχουν αλλάξει και πως τα βήματα προόδου αν και αργά δεν παρουσιάζουν σταθερότητα. Στο εσωτερικό τους και οι δύο πλευρές παρουσιάζονται ολοένα πιο αμείλικτες, αναζωπυρώνοντας τα εθνικιστικά πάθη. Στην Σερβία ο πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς δηλώνει πως δεν πρόκειται να αφήσει να απεμποληθεί η «καρδιά της Σερβίας». Στο Κόσοβο, ο υψηλόβαθμος αξιωματικός του UCK και πρόεδρος του Κοσόβου Χασίμ Θάτσι αναφωνεί πως ο καιρός της πλήρους ανεξαρτησίας και αναγνώρισης πλησιάζει. Στην Αλβανία ο πρωθυπουργός Έντι Ράμα κάνει λόγο για αλύτρωτα αδέρφια και αλησμόνητες πατρίδες, οξύνοντας τα πάθη στο εσωτερικό της Αλβανίας και αναφωνώντας επεκτατικά όνειρα για την πραγμάτωση της «Μεγάλης Αλβανίας». 

Σίγουρο είναι πως υπάρχει αρκετό μέλλον μέχρις ότου να επέλθει η επίτευξη της τελικής επίλυσης αλλά δυστυχώς η θέληση φαίνεται να εκλείπει. Όποια πλευρά όμως και αν υποστηρίζει κανείς και από όποια γωνιά αν εξετάζει το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου κάποια πράγματα πρέπει να είναι κοινώς αποδεκτά. Ένα από αυτά, ίσως το πιο σημαντικό, είναι πως μία περιοχή είναι οι κάτοικοι της. Έτσι λοιπόν, το Κοσσυφοπέδιο είναι οι άνθρωποι που το αποτελούν, που διαμόρφωσαν το παρελθόν, ζουν πράττοντας στο παρόν και ονειρεύονται το μέλλον. Αυτοί είναι οι κατεξοχήν αρμόδιοι να αποφασίσουν για την πορεία που οφείλει να ακολουθήσει ο τόπος που αναφωνούν πατρίδα.

Βιβλιογραφία:

  • Ιωάννης Αρμακόλας, Η Ολοκλήρωση της Επιτηρούμενης Ανεξαρτησίας του Κοσόβου Αφήνει Ανοιχτό το Ζήτημα του Βορρά, ELIAMEP Briefing Notes, Σεπτέμβριος 2012. Διαθέσιμο σε:
    https://www.files.ethz.ch/isn/163054/bn3.pdf
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *