Loading...
European Elections 2024 - together.euΔιεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Ιστορική εξέλιξη του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου: η πορεία στο χρόνο και η σταδιακή αύξηση αρμοδιοτήτων

Γράφει η Αθανασία Μουρίκη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τις ρίζες της στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από την επιθυμία για σταθερότητα, ειρήνη και συνεργασία στην Ευρώπη. Η ιδέα μιας ενωμένης Ευρώπης έγινε πραγματικότητα με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 1951 μέσω της Συνθήκης των Παρισίων. Έκτοτε, μέσω μιας σειράς τροποποιητικών και αναθεωρητικών συνθηκών, η ΕΕ εξελίχθηκε, επεκτάθηκε και απέκτησε τη σημερινή της δυναμική.

Όπως και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα θεσμικά της όργανα δεν είχαν πάντοτε τη σημερινή τους μορφή, δομή ή αρμοδιότητες- αντίθετα, η σημερινή τους μορφή είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων και μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων και μεταρρυθμίσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ένα από τα έξι βασικά θεσμικά όργανα της ΕΕ, δεν εξαιρείται από αυτή την εξελικτική διαδικασία. Στην παρούσα ανάλυση, εξετάζουμε την εξέλιξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις μεταρρυθμίσεις που γνώρισε έως ότου λάβει τη σημερινή του μορφή.

Η αρχική ονομασία και πρόδρομος του σημερινού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν η «Κοινή Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα». Ως έδρα της Κοινής Συνέλευσης θεωρούταν το Maison de l’Europe, δηλαδή η έδρα του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο και πρώτος πρόεδρος υπήρξε ο Βέλγος πολιτικός Paul-Henri Spaak. Συνήλθε για πρώτη φορά στις 10 Σεπτεμβρίου 1952, με 78 αντιπροσώπους από τα έξι ιδρυτικά κράτη μέλη της Ένωσης, δηλαδή τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Η Κοινή Συνέλευση λειτουργούσε εκείνη την εποχή ως φόρουμ διαβουλεύσεων και συζητήσεων, αφού η Συνθήκη των Παρισίων δεν προέβλεπε ουσιαστικές νομοθετικές αρμοδιότητες. Ωστόσο, με πλειοψηφία 2/3 η Κοινή Συνέλευση μπορούσε να αντιταχθεί στην ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρχής, να  υποβάλλει πρόταση μομφής και να απαιτήσει την παραίτησή της. 

Με την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957 και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ), η Κοινή Συνέλευση γνώρισε την πρώτη μεγάλη της αλλαγή. Συγκεκριμένα, η Συνέλευση διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και τις τρεις Κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ), αριθμώντας πλέον συνολικά 142 μέλη. Παράλληλα, μετονομάστηκε σε “Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Συνέλευση” και συνήλθε πρώτη φορά στις 19 Μαρτίου 1958 στο Στρασβούργο. Η Κοινοβουλευτική, πλέον, Συνέλευση είχε σχεδόν τις ίδιες αρμοδιότητες με την Κοινή Συνέλευση με τη διαφορά ότι η πρόταση μομφής μπορούσε πλέον να υποβληθεί όχι μόνο για την ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρχής, αλλά οποτεδήποτε και σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη αυτής ή των άλλων δύο Επιτροπών. Η προοπτική αυτή, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα να διατυπώνει γνωμοδοτήσεις συμβουλευτικού χαρακτήρα, πριν από τη λήψη αποφάσεων, προσέδωσε στη Συνέλευση μια κάποια πολιτική ισχύ. Ωστόσο, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση εξακολουθούσε να περιορίζεται από την υψηλή πλειοψηφία που απαιτούνταν για να λάβει οποιαδήποτε απόφαση.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 είχαν αρχίσει οι διαβουλεύσεις και οι συζητήσεις για θεσμικές αλλαγές. Τον Μάιο του 1960 η Συνέλευση ενέκρινε με μεγάλη πλειοψηφία την άμεση εκλογή των μελών της με καθολική ψηφοφορία, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους υιοθέτησε έκθεση σχετικά με τη συγχώνευση των εκτελεστικών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ωστόσο, η σπουδαιότερη αλλαγή έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 1962, όταν η Συνέλευση μετονομάστηκε σε “Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο”, ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα. Συνεχίζοντας την εξελικτική διάθεση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε το 1963 ψήφισμα για την αναβάθμιση των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων του, απόφαση στην οποία αντιστάθηκαν όλα τα κράτη μέλη εκτός από την Ιταλία και τις Κάτω Χώρες. Στη συνέχεια, το 1967 τέθηκε σε εφαρμογή η Συνθήκη Συγχώνευσης των θεσμικών οργάνων των Κοινοτήτων και ως έδρες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίστηκαν το Στρασβούργο, το Λουξεμβούργο και οι Βρυξέλλες. Τέλος, με τη συνθήκη του Λουξεμβούργου το 1970 ανατέθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο νέες αρμοδιότητες σχετικά με την έγκριση του κοινοτικού προϋπολογισμού και συγκεκριμένα ως προς τις μη υποχρεωτικές δαπάνες.

Αργότερα, το 1975, η Συνθήκη των Βρυξελλών ή αλλιώς «Δεύτερη Συνθήκη για τον Προϋπολογισμό», έδωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το δικαίωμα να ελέγχει τους λογαριασμούς της ΕΕ στο τέλος κάθε έτους, και να αξιολογεί κατά πόσον η Επιτροπή εκτέλεσε συνετά και ορθά τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ως προς την επιλογή των ευρωβουλευτών, σημειώνεται, ότι παρά το πράσινο φως για την άμεση εκλογή των μελών του με καθολική ψηφοφορία (ήδη από το 1960), τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξακολουθούσαν να διορίζονται από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών μέχρι το 1979. Μετά την υπογραφή της λεγόμενης “Πράξη για την εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου” από το Συμβούλιο Υπουργών και την κύρωσή της από όλα τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο αριθμός των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίστηκε σε 410 και οι πρώτες εκλογές διεξήχθησαν στις 7 και 10 Ιουνίου 1979.

Στις πρώτες εκλογές με καθολική ψηφοφορία η συμμετοχή έφτασε το 62%. Η εκπροσώπηση των κρατών μελών εκφράστηκε με βάση τις έδρες στο Κοινοβούλιο και δεν ήταν ανάλογη με τον πληθυσμό τους, αλλά ευνοούσε τα κράτη με μικρότερο πληθυσμό. Οι ευρωβουλευτές οργανώθηκαν για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες και τα “κόμματα” που τελικά στελέχωσαν το πρώτο εκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν το “Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα”, το “Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα”, οι “Ευρωπαίοι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες” και οι “Κομμουνιστές”. Οι περισσότερες από τις παραπάνω ευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες συναντώνται μέχρι και σήμερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η άμεση εκλογή των αντιπροσώπων των κρατών μελών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τους πολίτες αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο στην ιστορία του θεσμού. Έκτοτε, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαρκώς εξελισσόταν και οι αρμοδιότητές του συνεχώς επεκτείνονταν μέσα από δύο παράλληλες διαδικασίες: τις διευρύνσεις της ΕΕ μέσω της προσχώρησης νέων κρατών μελών και της υπογραφής νέων Συνθηκών που διαμόρφωσαν και μορφοποίησαν το σύστημα της ΕΕ. Η διαδικασία της διεύρυνσης συνέβαλε στην εξέλιξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς επέβαλε την αύξηση του αριθμού των ευρωβουλευτών. Από την άλλη πλευρά, οι Συνθήκες που υπογράφηκαν μετέβαλαν τη λειτουργία, τη δομή και τις αρμοδιότητες της Ένωσης και, συνεπώς, και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Παρακάτω αναλύεται η εξέλιξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο χρόνο μέσα από τις προαναφερθείσες διαδικασίες.

Αρχικά, μέσω της διαδικασίας διεύρυνσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση μεγάλωσε, αυξάνοντας τον αριθμό των κρατών μελών από 6 σε 28. Με κάθε διεύρυνση, όπως είναι προφανές, απαιτούταν και αύξηση του αριθμού των ευρωβουλευτών στο Κοινοβούλιο. Με την πρώτη διεύρυνση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου) το 1973, ο αριθμός των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αυξήθηκε κατά 56 βουλευτές. Έπειτα, με την προσχώρηση της Ελλάδας το 1981 (24 ευρωβουλευτές), της Ισπανίας και της Πορτογαλίας το 1986 (60 και 24 ευρωβουλευτές αντίστοιχα), ο συνολικός αριθμός των εδρών αυξήθηκε από 434 σε 518. Στη συνέχεια, η επανένωση της Γερμανίας επέβαλε  μια νέα αντιστάθμιση του αριθμού των ευρωβουλευτών, ζήτημα που αντιμετωπίστηκε με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου “Ενιαία εκλογική διαδικασία: σύστημα κατανομής των εδρών των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου”. Έτσι, ο αριθμός των ευρωβουλευτών αυξήθηκε από 518 σε 567 το 1994. Με την τέταρτη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ένταξη Αυστρίας, Φινλανδίας, Σουηδίας), ο αριθμός των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανήλθε σε 626. Αργότερα, με την προσχώρηση 10 νέων κρατών το 2004 (Κύπρος, Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία,, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία), της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας το 2007, ο αριθμός των εδρών του Κοινοβουλίου αυξήθηκε σε 785. Στη συνέχεια, η Συνθήκη της Λισαβόνας (2009) καθόρισε τον μέγιστο αριθμό των ευρωβουλευτών σε 751, ο οποίος αυξήθηκε προσωρινά σε 766 με την προσχώρηση της Κροατίας το 2013 και επανήλθε σε 751 στις εκλογές του 2014. Ενόψει της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου το 2020, ο αριθμός των εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίστηκε στις 705, ενώ με πρόσφατη απόφαση ο αριθμός των εδρών στο Κοινοβούλιο για τις εκλογές του 2024 αυξήθηκε στις 720.

 Όσον αφορά τις Συνθήκες, είναι γεγονός ότι η υπογραφή τους είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όπως τονίστηκε προηγουμένως, με κάθε νέα Συνθήκη, το Κοινοβούλιο είτε επέκτεινε τους τομείς των αρμοδιοτήτων του είτε τον ρόλο του σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ιστορικά, καθώς από τη Συνθήκη των Παρισίων (1951) έως τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκτούσε όλο και περισσότερες δημοκρατικές, εποπτικές και νομοθετικές εξουσίες. Παραπάνω εξετάστηκε η εξέλιξη των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέσω της Συνθήκης της Ρώμης (1957), της Συνθήκης Συγχώνευσης (1965) και της Συνθήκης των Βρυξελλών (1975). Οι μεταγενέστερες Συνθήκες επέφεραν πιο ουσιαστικές αλλαγές στις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ειδικότερα, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986) ενίσχυσε το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την εισαγωγή της νομοθετικής «διαδικασίας συνεργασίας» και της «διαδικασίας συναίνεσης». Η «διαδικασία συνεργασίας» επέτρεπε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να μην αποδέχεται μια απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών, εισάγοντας έτσι τη «διπλή ανάγνωση» των προτεινόμενων νομοθετικών πράξεων. Παρότι το Συμβούλιο διατήρησε τον τελικό λόγο στη λήψη αποφάσεων και το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας ήταν περιορισμένο, το Συμβούλιο όφειλε πλέον να λαμβάνει υπόψη του τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επιπλέον, η “διαδικασία συναίνεσης ή κοινής γνώμης” καθιστούσε αναγκαία τη συναίνεση της πλειοψηφίας των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ένταξη νέων μελών στην Κοινότητα και για τη σύναψη συμφωνιών σύνδεσης με τρίτες χώρες. Έκτοτε, για τις συνθήκες προσχώρησης και σύνδεσης είναι απαραίτητη η συμφωνία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Στη συνέχεια, η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ή “Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση” (1992), ίδρυσε επίσημα την Ευρωπαϊκή Ένωση και ενίσχυσε τις νομοθετικές και εποπτικές αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Συνθήκη εισήγαγε τη διαδικασία συναπόφασης για ορισμένους τομείς της νομοθεσίας (εσωτερική αγορά, ελεύθερη κυκλοφορία, εκπαίδευση) και επέκτεινε τη διαδικασία συνεργασίας σε άλλους τομείς. Στην πράξη, η διαδικασία συναπόφασης ήταν μια επέκταση της διαδικασίας συνεργασίας που θέσπισε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία όμως επέτρεπε στο Συμβούλιο να αγνοεί τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αν το επιθυμούσε. Αντίθετα, η διαδικασία συναπόφασης επέτρεπε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ασκεί βέτο σε νομοθετικές προτάσεις που δεν επιθυμούσε να αποδεχθεί. Στην πραγματικότητα, η Συνθήκη του Μάαστριχτ δρομολόγησε την εξέλιξη του Κοινοβουλίου σε συννομοθέτη, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε πλέον να εγκρίνει πράξεις από κοινού με το Συμβούλιο Υπουργών. Επιπλέον, η Συνθήκη κατέστησε το Κοινοβούλιο αρμόδιο για την τελική έγκριση της σύνθεσης της Επιτροπής, γεγονός που αποτέλεσε σημαντικό βήμα στον πολιτικό έλεγχο του Κοινοβουλίου επί της εκτελεστικής εξουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αργότερα, η Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) μεταρρύθμισε και επέκτεινε τη διαδικασία συναπόφασης στους περισσότερους τομείς της νομοθεσίας, αποδίδοντας στο Κοινοβούλιο νομοθετικές εξουσίες ίσες με εκείνες του Συμβουλίου. Η Συνθήκη απλοποίησε τη διαδικασία συναπόφασης, η οποία ουσιαστικά αντικατέστησε τη διαδικασία συνεργασίας. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα έπρεπε πλέον να εγκρίνει, και όχι απλώς να γνωμοδοτεί, το διορισμό του προέδρου της επιτροπής, αυξάνοντας τις αρμοδιότητες ελέγχου του Κοινοβουλίου επί της εκτελεστικής εξουσίας. Στη συνέχεια, η Συνθήκη της Νίκαιας (2001) επέκτεινε τις νομοθετικές και εποπτικές αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου με την επέκταση της διαδικασίας συναπόφασης σε σημαντικούς τομείς όπως η βιομηχανία και η αστική δικαστική συνεργασία. Επιπλέον, ενόψει της επικείμενης αύξησης του αριθμού των κρατών μελών της Ένωσης, η Συνθήκη της Νίκαιας άλλαξε τον αριθμό των ευρωβουλευτών σε 732, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό των κρατών μελών και ωφελώντας τα μεσαία και μικρά κράτη.

Τέλος, η Συνθήκη της Λισαβόνας ή «Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (2007) αναγνώρισε πλήρως τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως συννομοθέτη με αυξημένες εξουσίες να αποφασίζει για τις δράσεις και τις δαπάνες της ΕΕ. Η νέα συνθήκη επεκτείνει τη διαδικασία συναπόφασης, η οποία στο εξής ονομάζεται “συνήθης νομοθετική διαδικασία”, σε ευαίσθητους τομείς, όπως γεωργία ακόμα η δικαιοσύνη, η ενέργεια ακόμα τα διαρθρωτικά ταμεία ακόμα μετανάστευση κλπ. Η “συνήθης νομοθετική διαδικασία” καθίσταται η πλέον διαδεδομένη μέθοδος λήψης αποφάσεων. Επιπλέον, βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής και εγκρίνει από κοινού με το Συμβούλιο το σύνολο του προϋπολογισμού της ΕΕ. Τέλος, η συνθήκη της Λισαβόνας όρισε τον αριθμό των ευρωβουλευτών σε 751, ο αριθμός που ορίστηκε σε 705 μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Ως συνέπεια των εκτεταμένων αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η επιρροή των ευρωβουλευτών αλλά και του ίδιου του θεσμικού οργάνου έχει αυξηθεί σημαντικά.

Δεδομένου ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας και η Συνθήκη του Μάαστριχτ είναι οι δύο ισχύουσες Συνθήκες που καθορίζουν τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της ΕΕ, η σημαντική επιρροή και οι αυξημένες αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελούν πραγματικότητα μέχρι σήμερα. Μία από τις ισχύουσες διατάξεις για τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 14 ΣΕΕ) προβλέπει: “Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί, από κοινού με το Συμβούλιο, νομοθετικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Ασκεί πολιτικό έλεγχο και εκτελεί συμβουλευτικά καθήκοντα υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες. Εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής”. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει τρεις βασικές αρμοδιότητες: α) εγκρίνει νομοθετικές πράξεις της ΕΕ μαζί με το Συμβούλιο της ΕΕ, αποφασίζει για διεθνείς συμφωνίες και θέματα διεύρυνσης, εξετάζει το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής και της ζητά να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις- β) ασκεί δημοκρατικό έλεγχο σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής, εγκρίνει την Επιτροπή ως σώμα και έχει τη δυνατότητα να υποβάλει πρόταση μομφής υποχρεώνοντας την Επιτροπή σε παραίτηση, χορηγεί απαλλαγή στην επιτροπή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ, εξετάζει τις εκθέσεις των πολιτών και συγκροτεί εξεταστικές επιτροπές, υποβάλλει ερωτήσεις στην Επιτροπή και το Συμβούλιο και συζητά τη νομισματική πολιτική με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα- γ) διενεργεί δημοσιονομικές πράξεις καταρτίζοντας τον προϋπολογισμό της ΕΕ από κοινού με το Συμβούλιο και εγκρίνει τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ, το «Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο».

Σήμερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, νομοθετικό σώμα της ΕΕ, στεγάζεται στο Στρασβούργο, τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Κάθε χρόνο πραγματοποιούνται δώδεκα σύνοδοι της ολομέλειας στο Στρασβούργο και έξι στις Βρυξέλλες, ενώ το Λουξεμβούργο φιλοξενεί ορισμένες διοικητικές υπηρεσίες. Οι ευρωβουλευτές εξακολουθούν να εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάθε 5 χρόνια, και οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν τον Ιούνιο του 2024. Όσον αφορά τη δομή που έχει σήμερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απαρτίζεται από 705 εκλεγμένους ευρωβουλευτές, ένας εκ των οποίων επιλέγεται ως Πρόεδρος του για θητεία 2,5 ετών, και 14 Αντιπρόεδροι. Όλοι οι ευρωβουλευτές είναι οργανωμένοι σε πολιτικές ομάδες οι οποίες είναι συναφείς με τα κόμματα των κρατών μελών από τα οποία προέρχονται οι ευρωβουλευτές. Σήμερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπάρχουν 7 πολιτικές ομάδες: “Κoιvoβoυλευτική Ομάδα τoυ Ευρωπαϊκoύ Λαϊκoύ Κόμματος” (Χριστιανοδημοκράτες), “Ομάδα της Προοδευτικής Συμμαχίας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών”, “Renew Europe Group”, “Ομάδα τωv Πρασίvωv / Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία”, “Ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών”, “Ομάδα Ταυτότητας και Δημοκρατίας και Ομάδα της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο”.

Επιπλέον, για να επιτελέσουν το νομοθετικό τους έργο, οι ευρωβουλευτές χωρίζονται σε 20 ακόμη επιτροπές, καθεμία από τις οποίες ασχολείται με έναν συγκεκριμένο τομέα πολιτικής. Οι επιτροπές συντάσσουν, τροποποιούν και εγκρίνουν νομοσχέδια, εξετάζουν προτάσεις της επιτροπής και του Συμβουλίου Υπουργών και συχνά συντάσσουν εκθέσεις τις οποίες υποβάλλουν στην ολομέλεια. Παρατίθενται οι ειδικές επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: AFET (Εξωτερικές Υποθέσεις), AGRI (Γεωργία και Ανάπτυξη της Υπαίθρου), BUDG (Προϋπολογισμοί), CONT (Έλεγχος του Προϋπολογισμού), CULT (Πολιτισμός και Παιδεία), DEVE (Ανάπτυξη), ECON (Οικονομική και Νομισματική Πολιτική), EMPL (Απασχόληση και Κοινωνικές Υποθέσεις), ENVI (Περιβάλλον, Δημόσια Υγεία και Ασφάλεια των Τροφίμων), AFCO (Συνταγματικές Υποθέσεις), FEMM (Δικαιώματα των Γυναικών και Ισότητα των Φύλων), IMCO (Εσωτερική Αγορά και Προστασία των Καταναλωτών), INTA (Διεθνές Εμπόριο), ITRE (Βιομηχανία, Έρευνα και Ενέργεια), JURI (Νομικά Θέματα), LIBE (Πολιτικές Ελευθερίες, Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις), PECH – Αλιεία, PETI (Αναφορές), REGI (Περιφερειακή Ανάπτυξη), TRAN (Μεταφορές και Τουρισμός).

Καταληκτικά, κάνοντας μια γενική αξιολόγηση του έργου και των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το θεσμικό αυτό όργανο αποτελεί τη φωνή των Ευρωπαίων πολιτών εντός της ΕΕ, αφού τα μέλη του είναι άμεσα εκλεγμένα και άρα επιλεγμένα από τους πολίτες. Ως εκ τούτου, η σταδιακή αύξηση των αρμοδιοτήτων του οργάνου και η εξέλιξή του ως κύριο νομοθετικό όργανο της ΕΕ σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη επιρροή των πολιτών στις διαδικασίες της ΕΕ. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερες είναι οι αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τόσο μεγαλύτερη η εκπροσώπηση των πολιτών και των συμφερόντων τους στις αποφάσεις της ΕΕ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

European Parliament (2019) Έδρες ανά πολιτική ομάδα και χώρα: 1979, Αποτελέσματα Ευρωεκλογών 2019 – Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Available at: https://www.europarl.europa.eu/election-results-2019/el/edres-polotiki-omada-chora/1979-1984/syntaktiki-sinelefsi/ (Accessed: 19 November 2023).

Maciejewski, M. (2023) The European Parliament: Historical background: Fact sheets on the European Union: European Parliament, Fact Sheets on the European Union | European Parliament. Available at: https://www.europarl.europa.eu/factsheets/en/sheet/11/the-european-parliament-historical-background (Accessed: 15 November 2023).

Nugent, N. (2012) Πολιτική και Διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αθήνα: Σαββάλας.

University of Nicosia Library Website Page, History of the European Parliament (EP), University of Nicosia Library. Available at: https://www.library.unic.ac.cy/history-european-parliament-ep (Accessed: 15 November 2023).

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Website Page, Οι επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , Επιτροπές. Available at: https://www.europarl.europa.eu/about-parliament/el/organisation-and-rules/organisation/committees (Accessed: 21 November 2023).

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Website Page, Οι Συνθήκες και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο , Συνθήκες της ΕΕ. Available at: https://www.europarl.europa.eu/about-parliament/el/in-the-past/the-parliament-and-the-treaties (Accessed: 19 November 2023).

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Website Page, Το Κοινοβούλιο μετά τη συνθήκη της Λισαβόνας: ενισχυμένος ρόλος στη διαμόρφωση της Ευρώπης , Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Available at: https://www.europarl.europa.eu/about-parliament/el/powers-and-procedures/the-lisbon-treaty (Accessed: 20 November 2023).

Λιαργκόβας, Π. & Παπαγεωργίου, Χ. ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ – Ιστορία, θεσμοί, Πολιτικές (2018). ΑΘΗΝΑ: ΤΖΙΟΛΑ.

Πηγή εικόνας: https://www.istockphoto.com/portfolio/olrat?mediatype=photography