Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Ιράν & Δύση, Ρωσία & Τουρκία, Ισραήλ & Άραβες: Σύγχρονες συγκρούσεις και στρατηγικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή

Γράφει ο Γιώργος Κοτλίδας

Από το 1979 και την «Ισλαμική Επαναστάση» στο Ιράν, την πάλαι ποτέ Περσία, επικράτησε ένα σκληρό ισλαμιστικό (σιιτικό) καθεστώς, με θεοκρατικά χαρακτηριστικά, βάσει του οποίου ανώτατος ηγέτης είναι ο Αγιατολάχ, ένας θρησκευτικός – πνευματικός ηγέτης του σιιτικού Ισλάμ, με το νομικό σύστημα της χώρας να βασίζεται στον θρησκευτικό ισλαμικό νόμο, τη Σαρία, όπως την ερμηνεύει ο σιιτικός κλάδος του Ισλάμ. Η καθεστωτική αυτή αλλαγή, συντάραξε τις στρατηγικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, μεταβάλλοντας πλήρως και ριζικά τις «φιλικές» και εχθρικές σχέσεις στο σύνολο του στρατηγικού αυτού υποσυστήματος. Η μέχρι τότε – λιγότερο ή περισσότερο – σύμπλευση Τουρκίας – Ισραήλ – Περσίας, προς περιορισμό των αραβικών συνασπισμών (αλλά και του ριζοσπαστικού σουνιτικού Ισλάμ) παύθηκε απότομα, με το νέο Ιράν να φτάνει να θέτει ως «στόχο» του τον αφανισμό του Ισραήλ ως κράτους, το οποίο, φυσικά, και δεν αναγνωρίζει επισήμως. Η δε άκρως ριζοσπαστική ισλαμοποίηση της πολιτικής του, σε συνδυασμό με την εξωτερική πολιτική του και τις πυρηνικές του φιλοδοξίες, έφεραν το Ιράν σε ρήξη με τη Δύση στο σύνολό της, κατάσταση η οποία συντηρείται μέχρι και σήμερα.

Νέες δυναμικές αναπτύχθηκαν στη Μέση Ανατολή έκτοτε, με την Τουρκία να βιώνει μία σχέση αγάπης-μίσους με το Ισραήλ, το Ιράν να είναι σε αντιπαράθεση με σχεδόν όλα τα γειτονικά του αραβικά κράτη, παρά τις καλές σχέσεις του με τη Συρία των Άσσαντ, και διάφορες μη-κρατικές οργανώσεις του αραβικού κόσμου, και το Ισραήλ ταυτόχρονα, και την Τουρκία γενικώς να προσπαθεί να αυτό-διοριστεί ηγεμόνας στη Μέση Ανατολή. Και η κατάσταση περιπλέχθηκε έτι περισσότερο με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και την ανεξαρτητοποίηση Γεωργίας, Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν στον Καύκασο, περιφέρεια με την οποία το υποσύστημα της Μέσης Ανατολής συνδέεται δομικά σε πολλά επίπεδα, από αυτό της Ενέργειας ως τις εθνολογικές συνθέσεις. Σταδιακά, προέκυψε και μία (φαινομενικά) οξύμωρη προσέγγιση Αρμενίας και Ιράν, καθώς το τελευταίο υποστήριξε την Αρμενία στη διαμάχη της με το Αζερμπαϊτζάν στον πρώτο πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (1989-1994), υπό την ανοχή της φιλικής προς το Ιράν Ρωσίας, αλλά και δεδομένης της ύπαρξης μιας πολυάριθμης αζέρικης μειονότητας στα βορειοδυτικά εδάφη του Ιράν.

Οι παραπάνω συσχετισμοί φαίνεται πλέον να αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, παρελθόν. Αφενός, μεσολάβησε ο δεύτερος πόλεμος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (2020), με την αζερική επικράτηση, και η μετέπειτα διαρκής επιθετικότητα του Αζερμπαϊτζάν προς την Αρμενία, με την υποστήριξη της Τουρκίας, η οποία ταυτόχρονα επεμβαίνει διαρκώς σε Ιράκ και Συρία, παρενοχλώντας τα συμφέροντα του Ιράν. Αφετέρου, η Τουρκία διαρκώς προωθεί την ιδέα της ενότητας του «τουρκογενούς κόσμου» (Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν, κράτη Κεντρικής Ασίας) ακόμη και εδαφικά (δηλαδή, με ένωση του Αζερμπαϊτζάν με την επαρχία του Ναχιτσεβάν που εφάπτεται με την Τουρκία, κι άρα διαμελισμό της Αρμενίας), δημιουργούν για το Ιράν μία νέα κατάσταση: την πιθανότητα του αποκλεισμού του από βορρά από τα τουρκογενή κράτη.

Αν στα παραπάνω προστεθούν: α) Η προσέγγιση Τουρκίας και Ρωσίας, η οποία πλέον εξελίσσεται μία de facto συμμαχία, όπως αποδεικνύεται από την αυξημένη αλληλεπίδραση των δύο οικονομιών, τη «συνεργασία» σε Συρία, Λιβύη και αλλού, και το χτίσιμο πυρηνικού αντιδραστήρα στην Τουρκία από τη Ρωσία (μεταξύ άλλων), β) Η «εγκατάλειψη» της Αρμενίας από τη Ρωσία στη σύγκρουση του 2020, ως «ποινή» για το άνοιγμα που η Αρμενία έκανε προς τη Δύση, γ) η δομική διάρρηξη των σχέσεων Ρωσίας-Δύσης μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, κι η επακόλουθη ανάγκη της Δύσης για να βρει εναλλακτικές πηγές για προμήθεια ενέργειας, δημιουργείται πλέον ένα κλίμα για μία…αλλόκοτη ανακατανομή: την προσέγγιση Ιράν και Δύσης!

Ίσως η προσέγγιση αυτή να φαντάζει αδιανόητη σε πρώτη ανάγνωση, αν λάβει κανείς υπόψιν τη διαρκή παραβίαση θεμελιωδών ελευθεριών στο Ιράν και την παρούσα στρατηγική του αντίθεση με τη Δύση, σε παραλληλία με τις σχετικά καλές του σχέσεις με τη Ρωσία. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν και το γεγονός πως βασική κινητήρια δύναμη των διακρατικών σχέσεων και διαμόρφωσης των στρατηγικών συσχετισμών είναι το εθνικό συμφέρον των δρώντων, και πως οι αλλαγές αυτές στρατηγικής κλίμακας συμβαίνουν σε βάθος πολλών ετών, και όχι βραχυπρόθεσμα.

Εν προκειμένω, οι επιλογές της Δύσης για τον «αντικαταστάτη» της Ρωσίας στην προμήθεια ενέργειας είναι περιορισμένες. Ήδη προωθήθηκε μια πρώτη συνεργασία της Ε.Ε. με το Αζερμπαϊτζάν στον τομέα αυτό, ωστόσο η ευδοκίμησή της κρίνεται τουλάχιστον επισφαλής, καθώς η Ε.Ε. κινδυνεύει να επαναλάβει το λάθος που έκανε με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, και να αγνοήσει ότι η δομή του πολιτικού συστήματος ενός κράτους, και οι στρατηγικές του προτεραιότητες, μπορεί να αποδειχθούν τόσο καθοριστικοί παράγοντες για τον ορισμό των συμφερόντων, όσο και το κέρδος (εν προκειμένω από την πώληση φυσικού αερίου). Και στους δύο παραπάνω τομείς, το Αζερμπαϊτζάν, πέραν της σχεδόν πλήρους ταύτισής του με την Τουρκία, δεδομένης πλέον της προσέγγισης της τελευταίας με τη Ρωσία, βρίσκεται στην ίδια σφαίρα με τα δύο αυτά κράτη, και είναι σχεδόν βέβαιο πως θα επιλέξει τη συνεργασία με τους ανταγωνιστές αυτούς της Δύσης, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Η τελευταία πρακτικά επιλογή για τις ευρωπαϊκές χώρες είναι η προμήθεια από τις αραβικές χώρες του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), κάτι που: πρώτον, φαίνεται να προχωρά μόνο σε βραχυπρόθεσμο πλαίσιο, καθώς ναι μεν επιτεύχθηκε μια πρώτη συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και ΗΑΕ, αλλά τα κράτη αυτά επιδιώκουν μακροχρόνια συμβόλαια, απαίτηση που έρχεται σε αντίθεση με την προσήλωση των ευρωπαϊκών κρατών στο στόχο της ενεργειακής μετάβασης σε ένα μοντέλο μη εξαρτημένο από τους υδρογονάνθρακες, τον οποίο επικρίνουν έντονα οι χώρες του Κόλπου, και δεύτερον, συναντά την πολυδαίδαλη εμπλοκή της Ρωσίας και σε αυτή την περιοχή, καθώς ο «έλεγχός» της στη Συρία, η συνεργασία της με τα ΗΑΕ, και οι σχετικά καλές της σχέσεις με την Αίγυπτο, καθιστούν πολύπλοκη την εξεύρεση λύσεων μονιμότερου απευθείας εφοδιασμού της Ευρώπης από την περιοχή αυτή.

Καθίσταται σαφές, λοιπόν, πως λαμβάνει χώρα ο εξής συνδυασμός: ο στρατηγικός και γεωγραφικός περιορισμός του Ιράν από τα «τουρκογενή» κράτη, με τα οποία η Ρωσία φαίνεται να έχει αναπτύξει πολύ πιο φιλικές και συνεργατικές σχέσεις από ό,τι με το ίδιο, και η ανάγκη της Δύσης να εξισορροπήσει μία απώλεια της Τουρκίας ως εταίρου στην περιοχή, αλλά και να βρει έναν νέο ισχυρό ενεργειακό συνέταιρο. Υπόψιν του συνδυασμού αυτού, μία αποδοχή της παραπάνω ανάλυσης των παρόντων στρατηγικών ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, οδηγεί στην – ομολογουμένως, συγκρατημένη – πιθανολόγηση πως μπορεί σταδιακά να προκύψει μία σύγκλιση συμφερόντων Δύσης και Ιράν! Φυσικά, μια τέτοια σύγκλιση επ’ ουδενί δεν πρέπει να δημιουργήσει αυταπάτες, ανάλογες με αυτές της «Αραβικής Άνοιξης», περί «εκδημοκρατισμού» και «δυτικοποίησης» του Ιράν. Ωστόσο, τα εθνικά συμφέροντα καθοδηγούν σε μεγάλο βαθμό τις στρατηγικές αποφάσεις των κρατών, και σε αυτόν τον καμβά μπορεί να «ζωγραφιστεί» ένα σχέδιο πολύ διαφορετικό από αυτό που μέχρι πρότινος θεωρούσαμε δεδομένο.

Τέλος, μία τέτοια σύγκλιση θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο δράσης για την Ελληνική Διπλωματία, η οποία θα μπορέσει – λόγω και των παραδοσιακά ηπιότερων σχέσεων με το Ιράν, σε σχέση με αυτές άλλων χωρών του ευρω-ατλαντικού συνασπισμού – να ενισχύσει έτι περαιτέρω τον αναδυόμενο ρόλο της ως «γέφυρα» Δύσης και (Μέσης) Ανατολής.

ΠΗΓΕΣ: