Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Ιερός Πόλεμος: Η περίπτωση της Τζιχάντ

Γράφει η Βασιλική Τρυφωνοπούλου

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η λέξη «τζιχάντ» πρωταγωνίστησε πολλές φορές στα ειδησεογραφικά δελτία ανά τον κόσμο. Η ωμή βαρβαρότητα, οι τρομοκρατικές επιθέσεις εντός κι εκτός Ευρώπης και η δηλωμένη εχθρότητα των τζιχαντιστών προς τη Δύση, έκανε πολλές δυτικές κυβερνήσεις να ανάγουν τον τζιχαντισμό σε μείζονα απειλή για την εθνική τους ασφάλεια και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμησή του. Γίνεται,  λοιπόν,  προφανές, ότι ο τζιχαντισμός δεν αφορά μόνο τον μουσουλμανικό κόσμο αλλά έχει επηρεάσει και επηρεάζει μέχρι σήμερα, σε μέγιστο βαθμό, τον ρου της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Κατ’ επέκταση, η κατανόηση αυτού του φαινομένου αποτελεί, εκτός των άλλων, επιτακτική ανάγκη για την προστασία των δυτικών δημοκρατιών.

Ειδικότερα, η λέξη «τζιχάντ» στα αραβικά σημαίνει «αγώνας» και στο Κοράνι συναντώνται δύο μορφές τζιχάντ: η «μεγάλη τζιχάντ», όπου αναφέρεται στην εσωτερική προσωπική διαμάχη του πιστού για την επίτευξη μιας πιο ευσεβούς ζωής και η «μικρή τζιχάντ» ή «τζιχάντ του σπαθιού», όπου αναφέρεται στη χρήση ένοπλης βίας είτε για την υπεράσπιση μουσουλμανικών εδαφών από εχθρικές δυνάμεις (αμυντική τζιχάντ) είτε για την κατάκτηση νέων εδαφών στο όνομα του Ισλάμ (επιθετική τζιχάντ). Ιστορικά, η πολύ σημαντική για τους Μουσουλμάνους, μάχη του Badr, μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη τζιχάντ. Η νίκη του προφήτη Μωάμεθ και του ολιγάριθμου στρατού του έναντι των Κουραϊσίτων, μιας αραβικής φυλής που είχε τον έλεγχο της Μέκκα, έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις από τους τζιχαντιστές ως παράδειγμα θριάμβου των αδύναμων έναντι του εχθρού, με τη βοήθεια του Θεού. Ωστόσο, ο τζιχαντισμός ή τζιχαντικός σαλαφισμός, με τη σημερινή του μορφή, αποτελεί ένα νέο φαινόμενο του οποίου οι ρίζες συναντώνται στην περίοδο της Ευρωπαϊκής ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή. Ο Δυτικός ηγεμονισμός στις ισλαμικές χώρες άλλαξε τη μορφή των κοινωνιών και της οικονομίας στην περιοχή και είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση του Ισλαμισμού, ως κοινωνικοπολιτικού φαινομένου.

Η περίοδος αυτή, όπως και γενικότερα όλος ο 19ος αιώνας, θεωρείται ιδεολογικά «ταραχώδης» και συνέβησαν πολλές κοινωνικές αλλαγές στην περιοχή. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή κυριαρχία στη Μέση Ανατολή, εκτός από τη βιαιότητα με την οποία χαρακτηρίστηκε, έφερε νέες ιδέες, όπως η έννοια του έθνους-κράτους. Η απάντηση των Μουσουλμανικών κοινωνιών, απέναντι σε αυτές τις εκσυγχρονιστικές ιδέες, ήταν η δημιουργία ενός κοινωνικού κινήματος, γνωστό σήμερα ως «Ισλαμισμό». Ο Ισλαμισμός αποτελεί μια νεωτερική πολιτική και κοινωνική ιδεολογία, όπου ανάλογα το γεωγραφικό πλαίσιο και τις πολιτικές συγκυρίες, χαρακτηρίζεται από μια πολυειδία σε ό,τι αφορά τα πολιτικά ρεύματα, τα μέσα δράσης και τις μορφές που παίρνει. Βαθιά αντι-αποικιοκρατικός, ο κύριος στόχος του ήταν το πάντρεμα της καινούργιας ιδέας του έθνους κράτους με την πεποίθηση ότι το Ισλάμ πρέπει να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή κάθε μουσουλμανικής χώρας. Η πρώτη ισλαμιστική οργάνωση ήταν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο, το 1928, αλλά παρ’ όλο που άσκησαν επιρροή στις μουσουλμανικές κοινωνίες, δεν κατάφεραν να αλλάξουν ριζικά την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και να αποτελέσουν την ηγέτιδα πολιτική δύναμη. Αυτή η αποτυχία είχε ως αποτέλεσμα ένα από τα αρχηγικά μέλη των Αδελφών Μουσουλμάνων, ο Sayyid Qutb, να δημοσιεύσει, το 1964, έναν τόμο στον οποίο υποστήριζε ότι ο μουσουλμανικός κόσμος βρίσκεται σε ηθικό ξεπεσμό εξαιτίας των κοσμικών ηγετών και του πειθήνιου κλήρου του και ο μόνος τρόπος να αποκαταστήσει την υπόληψή του ήταν η ένοπλη τζιχάντ. Ο Qutb θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου σουνιτικού τζιχαντισμού και η διαφορά του με τους υπόλοιπους ισλαμιστές ήταν ότι θεωρούσε τα τοπικά καθεστώτα περισσότερο επικίνδυνα από τους εξωτερικούς εχθρούς και καλούσε σε χρήση βίας εναντίον τους, με αποτέλεσμα, την περίοδο εκείνη, να γεννιούνται τα πρώτα τζιχαντιστικά-σαλαφιστικά κινήματα στην Αίγυπτο, όπως οι Γκαματ Ισλαμίγια, τα οποία άρχισαν να επιτίθενται στην αιγυπτιακή κυβέρνηση, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Αιγύπτιου προέδρου, Ανουάρ Σαντάτ, το 1981.

Εν τούτοις, το σημείο καμπής για τον παγκόσμιο τζιχαντισμό αποτέλεσε ο σοβιετικός πόλεμος στο Αφγανιστάν (1979-1989). Η εισβολή του σοβιετικού στρατού στο Αφγανιστάν δυσαρέστησε πολύ τον μουσουλμανικό κόσμο που αντιλήφθηκε τον πόλεμο ως μια θρησκευτική διαμάχη ανάμεσα σε μουσουλμάνους και άπιστους εχθρούς, οι οποίοι κατέλαβαν μουσουλμανική γη, με αποτέλεσμα προσωπικότητες του μουσουλμανικού κόσμου να καλούν σε τζιχάντ. Αυτό είχε ως συνέπεια, με τη χρηματοδότηση των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας, να συσσωρευτούν στο Αφγανιστάν εθελοντές μαχητές μουσουλμάνοι απ’ όλο τον ισλαμικό κόσμο, οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό των Μουτζαχεντίν, Αφγανών ισλαμιστών ανταρτών, ενάντια των Σοβιετικών. Η νίκη των τζιχαντιστών στο Αφγανιστάν, θεωρητικά, ενίσχυσε σε ένα τμήμα Μουσουλμάνων την πίστη στον Ιερό Πόλεμο και το Αφγανιστάν έγινε η γενέτειρα του διεθνούς τζιχαντισμού.

Κατά το τέλος της δεκαετίας του 1980 και με τον πόλεμο να φτάνει στο τέλος του, το έδαφος ήταν πρόσφορο για τη δημιουργία μιας νέας τρομοκρατικής τζιχαντιστικής οργάνωσης, όπου ένας από τους κύριους στόχους της ήταν η εξάπλωση του τζιχαντισμού παγκοσμίως, μέσω της βίας και της τρομοκρατίας. Η Αλ Κάιντα, όπως ονομάστηκε, είχε ως στόχαστρο τόσο τους «κοντινούς εχθρούς», δηλαδή μουσουλμανικά κράτη που είχαν παραστρατήσει, αλλά και τους «μακρινούς εχθρούς», δηλαδή τη Δύση και ειδικά τις ΗΠΑ και τους συμμάχους των. Ο Οσάμα μπιν Λάντεν και ο Abdullah Azzam ήταν οι ιδρυτές της, οι οποίοι ήταν αυτοί που ξεκίνησαν στην Αμερική τη στρατολόγηση μαχητών τζιχαντιστών για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Η τρομοκρατία, αν και το βασικότερο μέσο δράσης τους, δεν ήταν το μόνο, καθώς δημιούργησαν ένα ισχυρό δίκτυο βετεράνων τζιχαντιστών και εξελίχθηκαν σε οργάνωση εκπαίδευσης τζιχαντιστών. Εκτός από τους βετεράνους που είχαν συμμετάσχει κυρίως στον σοβιετο-αφγανικό πόλεμο, οι εκκολαπτόμενοι τζιχαντιστές ήταν νέοι άνδρες με οικονομικές δυσκολίες, κάποιοι που ήθελαν να βοηθήσουν τους αδελφούς τους μουσουλμάνους, όπως τους Παλαιστίνιους στην πρώτη Ιντιφάντα (1987-1993) και κάποιοι άλλοι που ένιωθαν ταπεινωμένοι και απεχθάνονταν τη δυτική κυριαρχία και εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, όπως την αμερικανική παρέμβαση στο Ιράκ το 1991. Πολλοί από τους τελευταίους ζούσαν στη Δύση και δημιούργησαν τζιχαντιστικές «φωλιές» σε Ευρωπαϊκές πόλεις. Οι πρώτες τρομοκρατικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα, το 1998, είχαν στόχο αμερικανικές πρεσβείες στην Κένυα και την Τανζανία, ενώ το πεδίο επιρροής της οργάνωσης εξαπλώθηκε από το Μαχρέμπ, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή ως την Ινδική Χερσόνησο.

Την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, ο τζιχαντισμός αλλάζει τη ροή της ιστορίας μπροστά στα έντρομα μάτια όλου του κόσμου με την επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, σύμβολο της ηγεμονίας των ΗΠΑ και η Αλ Κάιντα μετατρέπεται στον σημαντικότερο εχθρό των δυτικών δημοκρατιών, ενώ παράλληλα επιβεβαιώνει την αλλαγή στρατηγικής της από τον «κοντινό εχθρό» στον «μακρινό». Ο George W. Bush κάνει λόγο για «Άξονα του Κακού», ενώ παράλληλα, ανακοινώνει τον «Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», όπου στόχο έχει να καταπλήξει τζιχαντιστικές ομάδες στον μουσουλμανικό κόσμο. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν (2001-2021) και το Ιράκ (2003-2010) αναζωπυρώνουν την τζιχάντ και γίνονται αιτία για μια νέα ρήξη στον ισλαμικό κόσμο, αυτή τη φορά, ανάμεσα σε Σουνίτες και Σιίτες, αλλά και στο εσωτερικό των ίδιων των τζιχαντιστών.

Ο Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας, μπορεί να  αποδυνάμωσε πολύ την Αλ Κάιντα και να την διαμέλισε σε παρακλάδια, με ισχυρότερη την Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου, δημιούργησε, όμως, ευνοϊκές συνθήκες για την αναδιοργάνωση και ενίσχυση των τζιχαντιστών στο Ιράκ, λόγω της διάλυσης του ιρακινού στρατού από τους Αμερικάνους και της γενικότερης καταστροφής του ιρακινού κράτους. Αυτό σε συνδυασμό με τις νέες γεωπολιτικές εξελίξεις, με κυριότερη τον πόλεμο της Συρίας και τη συμμετοχή τζιχαντιστών σε αυτόν, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας, που αυτοανακηρύσσεται σε Χαλιφάτο και εξαπλώνεται πολύ γρήγορα στη βορειοδυτική Συρία και στο βορειοδυτικό Ιράκ.

Τα τελευταία χρόνια, το Ισλαμικό Κράτος έγινε συνώνυμο της ακραίας βαρβαρότητας και τρομοκρατίας, ενώ η ευκολία του στην κατάκτηση των εδαφών του Ιράκ και της Συρίας προκάλεσε εκτός από τρόμο και έκπληξη. Παρ’ όλα αυτά, οι εδαφικές κατακτήσεις του παρέμειναν περιορισμένες στο Ιράκ και τη Συρία, δύο χώρες που θεωρούνται ‘failed states’. H κύρια απειλή, λοιπόν, δεν ήταν η εδαφική του εξάπλωση, αν και αυτό ήταν από τους βασικούς του στόχους, αλλά η ικανότητά του να ενισχύσει περαιτέρω τον τζιχαντισμό, κάνοντας πετυχημένη χρήση της τεχνολογίας, όχι μόνο για στρατολόγηση νέων τρομοκρατών αλλά και για προπαγάνδα. Η σχέση του με την Αλ-Κάιντα, ενώ δεν είναι εχθρικές, θα χαρακτηρίζονταν καλύτερα ως ανταγωνιστικές, αφού για παράδειγμα το ISIS πήρε με το μέρος του πολλές τζιχαντιστικές οργανώσεις που υπάγονταν στην Αλ-Κάιντα, ενώ αν και δεν υπάρχει ιδεολογική ρήξη μεταξύ τους, οι στόχοι και οι εχθροί τους διαφέρουν σε αρκετά σημεία. Ο κυρίαρχος εχθρός της Αλ-Κάιντα είναι οι ΗΠΑ, το Ισλαμικό Κράτος όμως, δεν ακολουθεί τη στρατηγική του «μακρινού εχθρού» και στοχεύει στα παραστρατημένα καθεστώτα του Αραβικού κόσμου και σε μειονότητες, όπως οι Σιίτες, οι Κούρδοι και οι Γιαζίντι, μέχρι στιγμής. Στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, έχουν υπάρξει σύμμαχοι με επιθέσεις κατά της συριακής κυβέρνησης αλλά και σε αντίπαλα στρατόπεδα, με ανοιχτές μάχες, ανάμεσα στο Ισλαμικό Κράτος και την al-Nusra, το παρακλάδι της Αλ Κάιντα εκεί. Παράλληλα, στις παραγκωνισμένες περιοχές του Σαχέλ, η εσωτερική διαμάχη του Ισλαμικού Κράτους Δυτικής Αφρικής και της Jamaat Nusrat al-Islam wal-Muslimin, ενός ακόμη παρακλαδιού της Αλ Κάιντα, δεν δείχνει να τελειώνει σύντομα.

Μπορεί οι εσωτερικές διαμάχες, αλλά ακόμη περισσότερο, η ανακατάληψη της Μοσούλης από τον Ιρακινό Στρατό το 2017 και της Ράκα από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, να συρρίκνωσαν το Ισλαμικό Κράτος και γενικά να αποδυνάμωσαν τους τζιχαντιστές, όμως, η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο Kirkuk του Ιράκ από το Ισλαμικό Κράτος και η επιστροφή των Ταλιμπάν, ενός σαλαφιστικού φονταμενταλιστικού κινήματος φιλικά προσκείμενου, στο παρελθόν, στην Αλ-Κάιντα, στην εξουσία στο Αφγανιστάν, ενισχύουν σημαντικά τα τζιχαντιστικά κινήματα ενώ καταδεικνύεται ότι η τζιχαντιστική απειλή ελλοχεύει. Η σταδιακή αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν και από μια καταπονημένη από την εικοσαετή βία Μέση Ανατολή, κι επιπλέον ένα ισχυρό παγκόσμιο δίκτυο έμπειρων τζιχαντιστών, προμηνύουν ότι ο τζιχαντιστικός κίνδυνος δεν έχει τελειώσει. Θα αναζωπυρωθεί η Αλ- Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος ή κάποια άλλη οργάνωση θα αναλάβει τα ηνία του τζιχαντιστικού κινήματος; Ο μελλοντικός τζιχαντισμός θα επικεντρωθεί μόνο στους «κοντινούς εχθρούς» ή θα συνεχίσει και την εξαγωγή παγκόσμιας τρομοκρατίας; Μπορούν οι εσωτερικές διαμάχες των τζιχαντιστών να σημάνουν και το τέλος τους; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα.

Πηγές:

Πηγή Εικόνας: Fred Ritchin, A Visual history of ISIS, TIME, May 14. 2018. Διαθέσιμο σε: https://time.com/longform/isis-visual-history-magnum-photos/