Loading...
Uncategorized

Η Υπόθεση του Al Bashir

Γράφει ο Ηλίας Διαμαντόπουλος

Η αποαποικιοποίηση, ο εκδημοκρατισμός των διεθνών σχέσεων μέσω της ισότιμης συμμετοχής των κρατών στους διεθνείς οργανισμούς[1], η έμφαση στη διεθνή δικαιοταξία μέσω της κωδικοποίησης του διεθνούς δικαίου θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικοί παράγοντες για την εδραίωση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Παρόλα αυτά μέχρι και σήμερα, ο παγκοσμιοποιημένος μεταπολεμικός κόσμος με επίκεντρο τον αναπτυσσόμενο νότο, πόσο δε την Αφρική, μαστίζεται καθημερινά από τις επιπτώσεις συρράξεων, οι περισσότερες εκ των οποίων χαρακτηρίζονται ως μη διεθνούς χαρακτήρα. Μεταξύ των αφρικανικών κρατών που έχουν πληγεί βαθύτατα από τις επιπτώσεις χρόνιων εσωτερικών συρράξεων συγκαταλέγεται το Σουδάν. Αδιαμφισβήτητος υπαίτιος για την πολυετή κρίση που μαστίζει τη χώρα είναι ο γνωστός ανατραπείς -πλέον- δικτάτορας Omar Hasan Ahmad Al Bashir. Ποιος ακριβώς όμως είναι ο Al Bashir και γιατί η υπόθεση του σχετίζεται άμεσα με την απόδοση διεθνούς δικαιοσύνης;

Αρχικά, είναι ευρέως γνωστό το γεγονός ότι η αποτίναξη του αποικιοκρατικού ζυγού κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 αλλά και η δημιουργία πληθώρας κυρίαρχων κρατών σε αφρικανικό επίπεδο δεν ισοδυναμούσε, δυστυχώς, με μια ταυτόχρονη ανάδυση των δημοκρατικών θεσμών. Αντίθετα, μετά την πολυπόθητη επίτευξη της αυτοδιάθεσης, η πλειοψηφία των αφρικανικών κρατών βυθίστηκε απεναντίας στην υπανάπτυξη, η οποία τροφοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την επιβολή στυγνών στρατιωτικών δικτατοριών καθόλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Το Σουδάν δε θα μπορούσε να ήταν η εξαίρεση. Άμεσα συνδεδεμένος με την πολιτική ιστορία του Σουδάν, ο Al Bashir είναι ο μακροβιότερος ηγέτης της χώρας. Καταλαμβάνοντας την εξουσία πραξικοπηματικά το 1989 εώς και την καθαίρεση του το 2019, ο Al Bashir επέβαλε ένα απολυταρχικό καθεστώς μέσω του οποίου κατήργησε τις δημοκρατικές ελευθερίες επιβάλλοντας, μάλιστα, και τον ισλαμικό νόμο. Παράλληλα, το όνομα του Al Bashir είναι άμεσα συνδεδεμένο με μια από τις πιο αιμοσταγείς συρράξεις που έχουν ξεσπάσει ποτέ, αυτή του Darfur. Η παρούσα έρευνα επιχειρεί να αναδείξει το πως η σύρραξη στο Darfur υποκινήθηκε από τον σουδανό δικτάτορα καθώς και πως με βάση αυτήν κινήθηκαν διεθνείς δικαιοπαραγωγικές διεργασίες εναντίον του.

Το Μάρτιο το 2003, λοιπόν, ξεσπούν στο Darfur, επαρχία του δυτικού Σουδάν, μεγάλες αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις υποκινούμενες από τους αυτόχθονες της περιοχής. Οι διαμαρτυρόμενοι υποστηρίζουν ότι οι κρατικοί θεσμοί αγνοούν σκοπίμως τις ζωτικές ανάγκες του πληθυσμού στα δυτικά της χώρας, διότι οι κάτοικοι της περιοχής δε συγκαταλέγονται στις αραβικές πληθυσμιακές ομάδες του κράτους. Σύντομα οι διαμαρτυρίες αποκτούν δυναμική ισχύ μέσω και της δράσης των τοπικών στρατιωτικών οργανώσεων. Συγκεκριμένα, εναντίον των κρατικών θεσμών πρωτοστατούν ο Απελευθερωτικός Στρατός του Σουδάν (Sudan Liberation Movement/Army) καθώς και το Κίνημα Δικαιοσύνης και Ισότητας (Justice and Equality Movement).  Απεναντίας, ο Al Bashir κινητοποιεί άμεσα τις σουδανικές ένοπλες δυνάμεις να λάβουν στρατιωτική δράση ενώ ταυτόχρονα εξοπλίζει αραβικές παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές, γνωστές και ως Janjaweed ενάντια στους αντάρτες στο Darfur. Στη σύρραξη συμμετέχουν επίσης οι Σουδανικές Αστυνομικές Δυνάμεις, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και Ασφάλειας καθώς και η Επιτροπή Ανθρωπιστικής Βοήθειας.  Κατά τη διάρκεια της σύρραξης, έχοντας την πλήρη ανοχή καθώς και τη σύμφωνη γνώμη του Al Bashir, ο κυβερνητικός στρατιωτικός συνασπισμός προχωρά σε μια παράφορη παραβίαση των κανονιστικών πλαισίων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ή αλλιώς του δικαίου των ενόπλων συρράξεων.

Συγκεκριμένα, με πρωτοστάτες τις πολιτοφυλακές Janjaweed, οι οποίες και βρίσκονταν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο του Al Bashir, πραγματοποιήθηκαν πολλαπλές έκνομες, ως προς το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, επιθέσεις αλλά και στη συνέχεια λεηλασίες σε πόλεις και χωριά που κατοικούνταν ως επί των πλείστον από πολίτες που άνηκαν στις αυτόχθονες ομάδες Fur, Masalit και Zaghawa, δίχως οι ίδιοι να συμμετέχουν στις εχθροπραξίες. Στα πλαίσια αυτών των επιθέσεων χιλιάδες άμαχοι σκοτώθηκαν, ενώ άλλοι υπέστησαν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Χιλιάδες γυναίκες βιάστηκαν, ενώ συνάμα εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες υποβλήθηκαν σε βίαιο εκτοπισμό από τα πάτρια εδάφη τους. Παράλληλα, ο ad hoc στρατιωτικός συνασπισμός προχώρησε σε περαιτέρω έκνομες, ως προς το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά, υπό την ένοχη συναίνεση -καθοδήγηση- του Al Bashir, ο κρατικός στρατιωτικός μηχανισμός προχώρησε σε στοχευμένη μόλυνση των πόσιμων υδάτων σε πόλεις και χωριά οπού κατοικούσαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί. Ταυτόχρονα, το Χαρτούμ ενθάρρυνε τους πληθυσμούς αραβικών φυλών, οι οποίοι υποστήριζαν την κυβερνητική δραστηριότητα στην περιοχή, να μετεγκατασταθούν σε εκείνα τα εδάφη που ζούσαν ανά αιώνες οι γηγενείς πληθυσμοί  Fur, Masalit και Zaghawa. Σύμφωνα με τα σημερινά στοιχεία του ΟΗΕ περίπου 300.000 άνθρωποι βρήκαν πρόωρο θάνατο λόγω της σύρραξης στο Darfur, ενώ εκατομμύρια άλλοι εκτοπίστηκαν! Συνολικά, είναι ευκόλως αντιληπτό το γεγονός ότι οι κρατικοί θεσμοί επιδόθηκαν σε μια ανεπανάληπτη παραβίαση των νορμών της διεθνούς δικαιοταξίας, πόσο δε των πτυχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, όπως αυτό αποτυπώνεται και συμβατικά, στην περιπτωσή μας, στο κοινό άρθρο 3 των συμβάσεων της Γενεύης.

Ο στρατιωτικός αναβρασμός, η καταπάτηση του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η καταπάτηση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, o ευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν θα μπορούσαν να αφήσουν, σε αυτήν την περίπτωση, άπραγη τη διεθνή κοινότητα. Ο ΟΗΕ ως ο μοναδικός παγκόσμιος οργανισμός όφειλε να λάβει δράση. Ο πρώην Γενικός Γραμματέας του οργανισμού Kofi Annan, αναγνωρίζοντας το μέγεθος  της ανθρωπιστικής κρίσης, αποφασίζει να ιδρύσει την Διεθνή Εξεταστική Επιτροπή για το Darfur νομικά βασιζόμενος στην απόφαση 1564 του Συμβουλίου Ασφαλείας του οργανισμού. Ύστερα από έρευνα, η συστημένη από τον ΟΗΕ επιτροπή ανέφερε ότι υπάρχουν εξαιρετικά σοβαρά στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι στην περιοχή του Darfur έχουν διαπραχθεί εγκλήματα πολέμου καθώς και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επιπρόσθετα, η Επιτροπή συνέστησε λόγω της σοβαρότητας της να παραπεμθεί η υπόθεση σε ένα άλλο θεσμικό όργανο του ΟΗΕ, αυτό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τη δικαιοδοσία του, βάσει του Καταστατικού της Ρώμης[2], το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε ότι η κατάσταση στο Darfur αποτελεί απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και έτσι με την απόφαση 1593 παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Κατά την παραπομπή της υπόθεσης, το Συμβούλιο Ασφαλείας υπογράμμισε την έκθεση της Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής για το Darfur[3], η οποία έκανε λόγο, όπως προαναφέρθηκε, για εξαιρετικά πιθανές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου καθώς και του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην περιοχή. Το Γραφείο του Εισαγγελέα, μάλιστα, συνέλεξε πληθώρα πληροφοριών και από πλήθος ΜΚΟ που δρούσαν στην περιοχή. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο Εισαγγελέας να αποφασίσει ότι πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έναρξη έρευνας στην περιοχή του Darfur, έρευνα η οποία ξεκινησε τον Ιούνιο του 2005. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι αν και το Σουδάν δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μπορούσε να ασκήσει τη δικαιοδοσία του στην περιοχή δεδομένου ότι η συγκεκριμένη υπόθεση παραπέμθηκε σε αυτό από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Με την έναρξη της έρευνας σημαντικό ρόλο επί της υπόθεσης ανέλαβε το Ά Προδικαστικό Τμήμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Το Προδικαστικό Τμήμα αποφάνθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι για τις θυριωδίες στο Darfur ευθύνεται ο Omar Al Bashir, ως de jure και de facto Πρόεδρος του Σουδάν καθώς και ως Αρχηγός των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, το Προδικαστικό Τμήμα, βασιζόμενο στην πληθώρα στοιχείων που είχαν δημοσιοποιηθεί για την κατάσταση στο Darfur, υποστήριξε ότι ο σουδανός  Πρόεδρος είναι ο κύριος υπαίτιος  για την έξαρση της σύρραξης. Έχοντας τον αποτελεσματικό έλεγχο του ad hoc στρατιωτικού συνασπισμού που σχηματίστηκε εναντίον των ανταρτών στο Darfur[4], ο Al Bashir ενήργησε με μια συγκεκριμένη πρόθεση. Αυτή δεν ήταν άλλη από την εξόντωση των εθνοτικών ομάδων Fur, Masalit και Zaghawa. Η εξόντωση των γηγενών πληθυσμών θα διευκόλυνε τον εποικισμό της περιοχής από το σουδανικό αραβικό στοιχείο. Το μέγεθος των θηριωδιών, πυροδοτούμενων από τον θρησκευτικό φανατισμό -φονταμενταλισμό- που εκδηλώθηκαν στο Darfur, δεν είχε προηγούμενο. Ήταν πλέον αληθοφανές ότι στο Darfur είχαν διαπραχθεί εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας καθώς και πιθανή γενοκτονία. Η ανθρωπιστική κρίση στα δυτικά του Σουδάν είχε σαφή υπαίτιο, το φονταμενταλιστή δικτάτορα Omar Al Bashir.

Σε συνέχεια τον διεθνών δικαιοπαραγωγικών διεργασιών, ο Εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, προχώρησε σε μια απόφαση ιστορικής σημασίας. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 2008 ο Εισαγγελέας υπέβαλλε αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης κατά του Al Bashir. Συνεπώς, το Μάρτιο του 2009 το Ά Προδικαστικό Τμήμα εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον σουδανό Πρόεδρο κατηγορώντας τον για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δίχως όμως να συμπεριλαμβάνεται στο ένταλμα η κατηγορία της γενοκτονίας, καθώς σύμφωνα με το Προδικαστικό Τμήμα δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την απόδοση της σχετικής κατηγορίας. Έτσι, τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Εισαγγελέας άσκησε έφεση, στην απόφαση του Προδικαστικού Τμήματος να μην εκδώσει ένταλμα σύλληψης το οποίο να συμπεριλαμβάνει την κατηγορία της γενοκτονίας. Το Φεβρουάριο του 2010 το Τμήμα Προσφυγών του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, εν δυνάμει της έφεσης του Εισαγγελέα, ανέθεσε εκ νέου στο Προδικαστικό Τμήμα να αποφασίσει για το αν θα έπρεπε το ένταλμα σύλληψης να περιέχει και την κατηγορία της γενοκτονίας. Λαμβάνοντας δεόντως υπ’ οψιν την έφεση του Εισαγγελέα, το Προδικαστικό Τμήμα αποφάνθηκε ότι υπάρχει πληθώρα στοιχείων που αποδεικνύουν ότι ο Al Bashir ενήργησε στο Darfur με αποκλειστικό σκοπό τον αφανισμό των εθνοτικών ομάδων Fur, Masalit και Zaghawa. Επομένως, κατά του Al Bashir εκδόθηκε και ένα δεύτερο ένταλμα σύλληψης, αυτή τη φορά με την κατηγορία της γενοκτονίας. Το Φεβρουάριο του 2012 το Προεδρείο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ανέθεσε την υπόθεση Al Bashir στο ΄Β Προδικαστικό Τμήμα.

Συνολικά, τα δύο εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν κατά του Al Bashir συμπεριλαμβάνουν δέκα κατηγορίες βάσει του νομικού πλαισίου της ατομικής ποινικής ευθύνης όπως αυτή αποτυπώνεται και συμβατικά σύμφωνα με το Άρθρο 25§3 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Αναλυτικά, ασκήθηκαν πέντε κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δύο κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου καθώς και τρεις κατηγορίες για το σοβαρότατο έγκλημα της γενοκτονίας. Όσον αφορά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δυνάμει του άρθρου 7 του Καταστατικού της Ρώμης, ο Al Bashir κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία με πρόθεση, εξόντωση και βίαιο εκτοπισμό πληθυσμού, βασανιστήρια καθώς και βιασμό. Αναφορικά με τα εγκλήματα πολέμου, δυνάμει του άρθρου 8, ο σουδανός Πρόεδρος αφενός κατηγορήθηκε για κατευθυνόμενες επιθέσεις εναντίον άμαχου πληθυσμού, ο οποίος δε συμμετείχε άμεσα στη σύρραξη, αφετέρου για λεηλασία. Τέλος, οι τρεις κατηγορίες για γενοκτονία, βάσει του άρθρου 6 της σύμβασης, αφορούσαν την περίπτωση της γενοκτονίας μέσω ανθρωποκτονίας, την γενοκτονία μέσω της πρόκλησης βαριάς σωματικής ή διανοητικής βλάβης καθώς και εκείνη την περίπτωση γενοκτονίας μέσω της συνειδητής επιβολής επικίνδυνων συνθηκών ζωής που έχουν ως στόχο τη φυσική καταστροφή της ομάδας.

Αναλύοντας διεξοδικά μια από τις σοβαρότερες υποθέσεις που έχουν απασχολήσει τη διεθνή δικαιοσύνη, αυτή του Al Bashir, δημιουργείται εύλογα ένα καίριο ερώτημα, το οποίο προβληματίζει έντονα τους οραματιστές μιας δικαιότερης διεθνούς κοινότητας. Γιατί τα δύο εντάλματα σύλληψης κατά του Al Bashir δεν έχουν μετουσιωθεί μέχρι και σήμερα, μια δεκαετία μετά στην πράξη; Πώς γίνεται ένας διωκόμενος, από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, Πρόεδρος να έχει ταξιδέψει στο μεσοδιάστημα σε τουλάχιστον 33 χώρες της διεθνούς κοινότητας, μεταξύ των οποίων και συμβαλλόμενων μερών του Καταστατικού της Ρώμης[5], δίχως αυτές να τον έχουν συλλάβει; Αρχικά, τα εντάλματα κατά του Al Bashir εκδόθηκαν σε μια εποχή που η αποδοχή του θεσμού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ήταν στο απόγειο της. Κατά την πάροδο του χρόνου, όμως, η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε. Ο θεσμός του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχει απωλέσει διαχρονικά μεγάλο μέρος της υποστηριξημότητάς του, τη στιγμή που το διεθνές δίκαιο περιφρονείται από πληθώρα κρατών της διεθνούς κοινότητας και η πολυμερής συνεργασία εξασθενεί όλο και περισσότερο. Οι αναφερθέντες αιτίες αποτελούν κύριο παράγοντα για τη μη σύλληψη του Al Bashir μέχρι και σήμερα. Παρόλα αυτά, τον Απρίλιο του 2019 ο Al Bashir ανατράπηκε με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο είχε αναλάβει την εξουσία τριάντα χρόνια νωρίτερα, με στρατιωτικό πραξικόπημα. Σε μια ανεπάντεχη απόφαση, η νεοσύσταση προσωρινή σουδανική κυβέρνηση ανήγγειλε ότι θα παραδώσει τον Al Bashir, στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, κάτι το οποίο, όμως, δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι και σήμερα. Τον Οκτώβριο του 2020, μια αντιπροσωπεία του Δικαστηρίου ταξίδεψε στο Σουδάν με σκοπό να διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση ένα πιθανό χρονοδιάγραμμα της παράδοσης του Al Bashir στη διεθνή δικαιοσύνη.

Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση Al Bashir παραμένει μέχρι και σήμερα εκκρεμής, θέτοντας σε αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα των διεθνών δικαιοπαραγωγικών διεργασιών, αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ιστορικής σημασίας. Συγκεκριμένα, η κατάσταση στο Darfur ήταν η πρώτη υπόθεση που αναφέρθηκε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ενώ παράλληλα η υπόθεση Al Bashir αποτέλεσε την πρώτη έρευνα του Δικαστηρίου στο έδαφος ενός μη συμβαλλόμενου μέρους στο Καταστατικό της Ρώμης. Επιπρόσθετα, η υπόθεση αποτελεί την πρώτη έρευνα του Δικαστηρίου όπου απαγγέλθηκε κατηγορία για γενοκτονία, ενώ ο Al Bashir είναι ο πρώτος ηγέτης κράτους που καταζητήθηκε ποτέ από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Τέλος, αν και η παράδοση του Al Bashir φαντάζει πλέον πιο εφικτή από ποτέ, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της τωρινής σουδανικής κυβέρνησης, η υπόθεση επισημαίνει τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο θεσμός του Δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η εξάρτηση από τις εκάστοτε κυβερνήσεις για την ανάληψη δικαιοπαραγωγικών δραστηριοτήτων, καθώς και η χρόνια αδυναμία διασφάλισης σύλληψης κατηγορουμένων.

Βιβλιογραφία:

Πηγή πολυμέσου:


[1] Βλ. ΓΣ/ΟΗΕ «one-state, one-vote» , Functions and Powers of the General Assembly, United Nations, December 8th, 2020,  Διαθέσιμο σε: https://www.un.org/en/ga/about/background.shtml

[2] Το Καταστατικό της Ρώμης είναι η Ιδρυτική Συνθήκη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου

[3] Για την έρευνα της Επιτροπής βλ. (S/2005/60), Report of the International Commission of Inquiry on Darfur to the Secretary-General, United Nations Security Council, February 1st, 2005, Διαθέσιμο σε: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/Darfur%20S200560.pdf

[4] Όπως προαναφέρθηκε κατά των ανταρτών στο Darfur αποφασιστικά έδρασαν: Oι Σουδανικές Αστυνομικές Δυνάμεις, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η Επιτροπή Ανθρωπιστικής Βοήθειας και φυσικά οι φονταμελιστικές πολιτοφυλακές  Janjaweed.

[5] Συμβαλλόμενα Μέρη στο Καταστατικό της Ρώμης, τα οποία δε συνέλαβαν τον Al Bashir ενώ βρισκόταν στο έδαφος τους, είναι η Νότια  Αφρική και η Ιορδανία.