Γράφει η Αιμιλία Αικατερίνη Κυβετού
Η υπόθεση «Αγκά κατά Ελλάδος», η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης, αφορά την προσφυγή του κ. Αγκά ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), με την οποία υποστήριξε ότι η καταδίκη του για αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας ως λειτουργού «γνωστής θρησκείας» συνιστούσε παραβίαση των άρθρων 9 και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) (ΕΔΔΑ, Αγκά κατά Ελλάδος (Νο. 4), 2006, § 3).
Ξεκινώντας, στις 17 Αυγούστου 1990 ο προσφεύγων εξελέγη ως Μουφτής Ξάνθης μεταξύ των συμμετεχόντων στην προσευχή της Παρασκευής στα τεμένη του συγκεκριμένου νομού. Εντούτοις, το ελληνικό κράτος διόρισε άλλο Μουφτή, καθώς σύμφωνα με τον Ν. 1920/1991, η σχετική αρμοδιότητα στις περιοχές της Θράκης ανήκει αποκλειστικά στο κράτος (Ν. 1920/1991, ΦΕΚ Α΄ 182/1991). Ο προσφεύγων από την πλευρά του δε, συνέχισε να φέρει την ιδιότητα του θρησκευτικού ηγέτη άνευ της απαιτούμενης κρατικής αναγνωρίσεως (Ν. 1920/1991). Για αυτό το λόγο, ασκήθηκε εις βάρος του, το 1997, ποινική δίωξη για αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας λειτουργού «γνωστής θρησκείας», σύμφωνα με το άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα. Τα ελληνικά δικαστήρια τον έκριναν ένοχο και επικύρωσαν τις επιβληθείσες ποινές. Κατόπιν τούτου, ο κ. Αγκά άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλοντας ως επιχείρημα το γεγονός ότι η καταδίκη του παραβίαζε τα άρθρα 6, 9 και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνουν, αντιστοίχως, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, την ελευθερία της θρησκείας και την ελευθερία της έκφρασης. Ο Άρειος Πάγος όμως, απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι αφενός ο αναιρεσείων είχε διαπράξει το αδίκημα του αρ. 175 ΠΚ για το οποίο κατηγορούνταν και αφετέρου ότι η καταδίκη δεν αφορούσε τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή την έκφραση των απόψεών του (ΕΔΔΑ, 2006, §§ 9, 11, 12).
Κατόπιν της εξαντλήσεως όλων των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ο κ. Αγκά προσέφυγε στο ΕΔΔΑ. Εν προκειμένω δε, το Δικαστήριο κλήθηκε να διαπιστώσει αν υπήρξε επέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 9 και, εάν ναι, κατά πόσο η επέμβαση αυτή προβλεπόταν από το νόμο και ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία κατά την έννοια του άρθρου 9 της Σύμβασης (ΕΔΔΑ, 2006, § 21). Σύμφωνα με το άρθρο 9 ΕΣΔΑ, «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μία δημοκρατική κοινωνία» (Αλιγιζάκη, 2024, σ.90). Η Κυβέρνηση από την πλευρά της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο προσφεύγων δεν καταδικάστηκε για το περιεχόμενο των θρησκευτικών μηνυμάτων που διένειμε, αλλά αποκλειστικά και μόνο επειδή εμφανιζόταν ως Μουφτής Ξάνθης, χωρίς να κατέχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα νομίμως. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Αντιθέτως, θεωρήθηκε ότι αυτή (ήτοι η επέμβαση) στηριζόταν σε σαφή νομική βάση, και συγκεκριμένα στο άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα –ενώ πλέον δεν τύγχαναν εφαρμογής οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης των Αθηνών- και συγχρόνως ότι εξυπηρετούσε θεμιτούς σκοπούς, όπως η προστασία του κύρους του νόμιμου Μουφτή, η διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης εντός της μουσουλμανικής κοινότητας και η προστασία των διεθνών σχέσεων της χώρας (ΕΔΔΑ, 2006, §§ 16,17,18). Συνεπώς, η επέμβαση ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, καθώς η ύπαρξη παράλληλου θρησκευτικού ηγέτη θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντάσεις και διατάραξη της δημόσιας τάξης.
Από την άλλη πλευρά, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η Συνθήκη Ειρήνης των Αθηνών εξακολουθούσε να εφαρμόζεται, διασφαλίζοντας την προστασία των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης σε ζητήματα θρησκευτικής οργάνωσης και επιλογής των θρησκευτικών της ηγετών. Επίσης, τόνισε ότι οι μουσουλμάνοι της Θράκης ουδέποτε αποδέχθηκαν την κατάργηση του Νόμου 2345/1920 βάσει του οποίου καθορίζεται το νομικό πλαίσιο για τον διορισμό και την αναγνώριση των Μουφτήδων. Για αυτό το λόγο δε, η εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση σε βάρος του στερείτο νομικής βάσης (ΕΔΔΑ, 2006, § 19). Επίσης, υποστήριξε ότι η επέμβαση δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, καθώς δεν προέκυπτε κίνδυνος διατάραξης της δημόσιας τάξης από τη δράση του ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι οι χριστιανοί και οι εβραίοι στην Ελλάδα απολαμβάνουν το δικαίωμα να εκλέγουν οι ίδιοι τους θρησκευτικούς τους ηγέτες. Συνεπώς, η στέρηση του αντίστοιχου δικαιώματος από τον μουσουλμανικό πληθυσμό θα συνιστούσε μορφή διακριτικής μεταχείρισης και θα αντέκειτο στην αρχή της ισότητας (ΕΔΔΑ, 2006, § 20).
Το Δικαστήριο από την πλευρά του τόνισε ότι η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει και την εκδήλωση της θρησκείας συλλογικά και δημοσίως μέσω λατρείας και παιδείας, και έκρινε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος για αντιποίηση υπηρεσίας λειτουργού «γνωστής θρησκείας» συνιστούσε παραβίαση αυτού του δικαιώματος (ΕΔΔΑ, 2006, §§ 22, 23). Μάλιστα τόνισε ότι η τιμωρία ενός προσώπου απλά και μόνο επειδή προβαλλόταν ως θρησκευτικός ηγέτης μιας ομάδας που τον ακολουθούσε οικειοθελώς, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατή με τις επιταγές του θρησκευτικού πλουραλισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία, εφόσον δεν απαιτείται η λήψη μέτρων από το κράτος με στόχο την εξασφάλιση της παραμονής ή υπαγωγής των διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων σε ενιαία θρησκευτική ηγεσία. Συνεπώς, το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 175 του Ποινικού Κώδικα δεν δικαιολογούνταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις από μία «πιεστική κοινωνική ανάγκη». Ως εκ τούτου, ο περιορισμός της δυνατότητας συλλογικής εκδήλωσης της θρησκείας του, μέσω λατρείας και παιδείας, δεν ήταν αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία με στόχο την προάσπιση της δημόσιας τάξης και για αυτό το λόγο διαπιστώθηκε πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης (ΕΔΔΑ, 2006, §29).
Η εδώ εξεταζόμενη απόφαση, ανέδειξε τη σημασία της πραγματικής άσκησης καθηκόντων για την εφαρμογή του άρθρου 175 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την ελληνική νομολογία, μόνο η επίκληση της ιδιότητας του Μουφτή χωρίς ταυτόχρονη άσκηση των διοικητικών ή δικαστικών καθηκόντων, δεν ισοδυναμεί με διάπραξη του αδικήματος της αντιποίησης υπηρεσίας λειτουργού «γνωστής θρησκείας» (Άρειος Πάγος, ΑΠ 1045/2002). Με άλλα λόγια, προκειμένου να υφίσταται ποινική ευθύνη ενός προσώπου για το συγκεκριμένου αδίκημα, απαιτείται πραγματική άσκηση καθηκόντων με σκοπό την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων. Πρόκειται δε για μία ερμηνεία η οποία δεν οδήγησε μεν σε τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας, αλλά σε μία πιο συμβατή με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και της πολυφωνίας εφαρμογή του άρθρου 175 ΠΚ (Άρειος Πάγος, ΑΠ 1045/2002). Σημειωτέον ότι παρά τη θεσμική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, η καθημερινότητα της μουσουλμανικής μειονότητας εξακολουθεί να αποκαλύπτει ασυνέχειες ανάμεσα στη νομική κατοχύρωση και την ουσιαστική απόλαυση των δικαιωμάτων της. Το εκπαιδευτικό σύστημα μάλιστα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης: ενώ νομικά διασφαλίζεται η διδασκαλία στη μητρική γλώσσα και η πολιτισμική αυτονομία, στην πράξη παρατηρούνται μειωμένες ευκαιρίες πρόσβασης, ελλείψεις σε κατάλληλο προσωπικό και ένα πρόγραμμα σπουδών που συχνά αναπαράγει κοινωνικές ανισότητες (Νοταράς, 2016). Η εκπαίδευση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μηχανισμό ένταξης, αλλά και καθρέφτη των συγκρούσεων ανάμεσα στην κρατική πολιτική και τη μειονοτική αυτονομία.
Σε θεσμικό επίπεδο, οι προκλήσεις εντοπίζονται κυρίως στην αντιφατική ερμηνεία και εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων για την προστασία των μειονοτήτων, όπως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Σύμβασης-Πλαισίου για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, που θέτει δεσμευτικές αρχές για τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προώθηση της ισότητας και την προστασία της εθνικής, θρησκευτικής και γλωσσικής ταυτότητας των μειονοτικών ομάδων. Παρότι το ελληνικό κράτος έχει ενσωματώσει τις βασικές αρχές της ισότητας και του σεβασμού της διαφορετικότητας, η πρακτική εφαρμογή τους στη Θράκη συχνά εξαρτάται από παράγοντες πολιτικής φύσεως και ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Η εκλογή των Μουφτήδων, η αναγνώριση μειονοτικών συλλόγων και η διαχείριση των θρησκευτικών αρμοδιοτήτων αποτελούν ενδεικτικά πεδία όπου η εθνική κυριαρχία και οι διεθνείς υποχρεώσεις συγκρούονται. Έτσι, το θεσμικό πλαίσιο παραμένει ασταθές και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, αντανακλώντας τη δυσκολία της Ελλάδας να εξισορροπήσει τη διατήρηση της εθνικής συνοχής με την πλήρη προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων (Μοσχοβίτη, 2016). Επιπρόσθετα, συχνά η προστασία των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας μετατρέπεται σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής τη στιγμή που η ελληνική πολιτεία οφείλει να υπερβεί τη λογική της «διαχείρισης του προβλήματος» και να υιοθετήσει μια προσέγγιση που εστιάζει στην ενδυνάμωση του πολίτη -ανεξαρτήτως θρησκευτικής ή εθνοτικής ταυτότητας-, εναρμονίζοντας πλήρως το εσωτερικό δίκαιο με το ευρωπαϊκό κεκτημένο (Anagnostou & Triandafyllidou, 2007).
Κλείνοντας, η υπόθεση Αγκά κατά Ελλάδος ανέδειξε το λεπτό όριο ανάμεσα στην κρατική κυριαρχία και τη θρησκευτική ελευθερία, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από τα μειονοτικά δικαιώματα. Παρά τη νομολογιακή πρόοδο, η πλήρης ισότητα παραμένει ζητούμενο ενώ η περίπτωση της Θράκης καταδεικνύει ότι η προστασία της μειονότητας απαιτεί μια δημοκρατική κουλτούρα εμπιστοσύνης και συμμετοχής, όπου ο πολίτης γίνεται ενεργό μέλος μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής κοινωνίας.
Κατάλογος βιβλιογραφίας
Βιβλία
Αλιγιζάκη Α. (2024). Διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο θεμελιωδών ελευθεριών-δικαιωμάτων. Εκδόσεις Σάκκουλα.
Νομολογία
ΑΠ 1045/2002. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (2002). Αγκά κατά Ελλάδος (Νο. 4), προσφυγή υπ’ αριθ. 33331/02. Συμβούλιο της Ευρώπης. Διαθέσιμο στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-162351%22]}
Online journals
Anagnostou, D., & Triandafyllidou, A. (2007). Regions, minorities and European integration: A case study on Muslims in Western Thrace, Greece. European University Institute. Διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/237573485_Regions_minorities_and_European_integration_A_case_study_on_Muslims_in_Western_Thrace_Greece
Notaras, A. (2016). Educational practices and identity dilemmas within the Muslim minority in Thrace (Greece): The case of Xanthi. The Greek Review of Social Research, 127, 73-102. Διαθέσιμο στο: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ekke/article/view/9878
Διπλωματικές εργασίες
Moschoviti, M.-A. N. (2016). Law and politics for religious minorities in the Council of Europe: The Muslim minority of Greek Thrace. Panteion University. Διαθέσιμο στο: https://pandemos.panteion.gr/items/d873c1ce-aff2-4fbc-b760-a7749b1e5056
Πηγή εικόνας: European Court of Human Rights. (2025). Grand Chamber hearing concerning Türkiye. Διαθέσιμη στο: https://www.echr.coe.int/w/grand-chamber-hearing-concerning-t%C3%BCrkiye-1
