Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η Υεμένη εκπέμπει σήμα κινδύνου

Γράφει ο Δημήτρης Φυτσιλής

Όπως είναι γνωστό, η πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) ξεκίνησε από την πόλη Wuhan της Κίνας και κατάφερε να πλήξει όλες τις χώρες παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), η πρώτη περίπτωση κρούσματος COVID-19 στην Υεμένη επιβεβαιώθηκε στις 10 Απριλίου 2020, ενώ μέχρι τον Ιούνιο του 2021 που γράφεται το παρόν άρθρο, έχουν επιβεβαιωθεί 6762 κρούσματα και 1349 θάνατοι. Ωστόσο, ο πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων ενδέχεται να είναι πολύ υψηλότερος, καθώς η αστάθεια που προκαλείται από τον επί πολλών ετών συνεχιζόμενο εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης και το εύθραυστο σύστημα υγείας της χώρας, οδηγούν σε αδυναμία των πολιτών να υποβληθούν σε διαγνωστικά τεστ COVID. Όπως φαίνεται από τις επιδημιολογικές μελέτες, ο COVID-19 θα μπορούσε να μολύνει σχεδόν το 55% του πληθυσμού της Υεμένης, δηλαδή περίπου 16 εκατομμύρια κατοίκους.

Σύμφωνα με τη UNICEF, από τις 31 Μαρτίου, εστάλησαν 360.000 δόσεις εμβολίων AstraZeneca στην Υεμένη μέσω της πρωτοβουλίας COVAX. H COVAX είναι μια συνεργασία μεταξύ του Coalition for Epidemic Preparedness Innovations (CEPI), της Vaccine Alliance, της UNICEF και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ), ένα σύστημα που υποστηρίζεται συνολικά από τον ΟΗΕ και στοχεύει στη διασφάλιση δίκαιης πρόσβασης σε εμβόλια κατά του COVID -19 από χώρες που δεν έχουν την δυνατότητα να τα αγοράσουν. Αυτή η πρώτη παρτίδα είναι μέρος των 1,9 εκατομμυρίων δόσεων που θα λάβει αρχικά η Υεμένη κατά τη διάρκεια του 2021 και σκοπεύει να εμβολιάσει με σειρά προτεραιότητας τους υγειονομικούς και τις ευπαθείς ομάδες της χώρας.

Τα μέτρα που έχουν ληφθεί σχετικά με την πανδημία έχουν οδηγήσει σε καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες στην ήδη πληγείσα από τον πόλεμο χώρα, η οποία ταλαιπωρείται επίσης από λιμό και πείνα. 

Η Υεμένη έχει χαρακτηριστεί ως η χώρα με τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη. Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι περισσότεροι από 3,6 εκατομμύρια Υεμένιοι έχουν εκτοπιστεί από το 2015 λόγω των συγκρούσεων, του λιμού, των πολλών και διαφόρων ασθενειών και της έλλειψης βασικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (WFP), περίπου 20,1 εκατομμύρια Υεμένιοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ακραία πείνα, ενώ 10 εκατομμύρια πολίτες αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια. Η εξάπλωση του COVID-19 έχει οδηγήσει σε τρομερές συνέπειες για τον επισιτισμό των κατοίκων της Υεμένης, καθώς δημιουργεί επιπλέον δυσκολίες στην απόκτηση τροφίμων και άλλων αγαθών. Πριν από την πανδημία, το 80-90% των τροφίμων της Υεμένης έπρεπε να εισαχθεί από το εξωτερικό. Το WFP διαπίστωσε ότι λόγω των περιορισμών που σχετίζονται με τον κορωνοϊό, οι εισαγωγές τροφίμων μειώθηκαν κατά 43% την άνοιξη του 2020, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2019. Επιπροσθέτως, σχεδόν το 25% των επαγγελματιών στον χώρο του εμπορίου, ανέφεραν δυσκολίες στην απόκτηση βασικών αγαθών και προϊόντων, όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο. Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν σε αύξηση του πληθωρισμού είναι η λιγότερη διαθεσιμότητα των εισαγόμενων ειδών, η λιγοστή ζήτηση στα είδη αυτά, καθώς και η προσθήκη σημείων ελέγχου στο σύστημα εφοδιασμού. 

Η διεθνής κοινότητα ανέμενε την επιδείνωση του συγκεκριμένου προβλήματος κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Σύμφωνα με το Γραφείο Συντονισμού των Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (UNOCHA), η φετινή χρηματοδότηση για ανθρωπιστική βοήθεια στην Υεμένη βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, καθώς οι όποιες προσπάθειες του ΟΗΕ για ανθρωπιστική βοήθεια στη χώρα για το 2020, κατέληξαν να χρηματοδοτούνται μόνο κατά 25%. Τον Ιούνιο του 2020, η υποστήριξη των δωρητών κατέρρευσε, καθώς σημειώθηκαν διάφορες παρεμβολές και τέθηκαν εμπόδια κατά την αξιολόγηση, αλλά και κατά την παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας, καθώς τόσο οι αρχές τις Υεμένης όσο και η κοινότητα των Χούτι προχώρησαν σε έλεγχο των εισαγόμενων προϊόντων. Αξίζει να σημειωθεί πως και οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές προσπάθησαν να ανακατευθύνουν τη βοήθεια αποκλειστικά προς όφελός τους. Έκτοτε, οι οργανισμοί του ΟΗΕ ζήτησαν την κατάπαυση του πυρός στο εσωτερικό της χώρας, ενώ συνέχισαν τη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια προς την Υεμένη, παρόλο που η έλλειψη χρηματοδότησης τους ανάγκασε να μειώσουν κατά το ήμισυ την επισιτιστική βοήθεια που παρείχαν σε περισσότερους από 9 εκατομμύρια Υεμένιους.

 Ένα άλλο εξίσου σημαντικό πρόβλημα της χώρας είναι η μειωμένη αγοραστική δύναμη των πολιτών της. Ακόμη και πριν την πανδημία, περίπου το 80% των κατοίκων της Υεμένης βασίζονταν στην ανθρωπιστική βοήθεια. Σε έρευνα που διεξήχθη από το συμβούλιο προσφύγων της Νορβηγίας, διαπιστώθηκε ότι μία στις τέσσερις οικογένειες έχασε όλα τα εισοδήματά μετά την έναρξη της πανδημίας. Επιπλέον, επειδή τα αποθέματα συναλλάγματος  έχουν σχεδόν εξαντληθεί, το Rial, το νόμισμα της Υεμένης, υποτιμήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2020 έχασε κατά μέσο όρο το 19% της αξίας του έναντι του δολαρίου Αμερικής, ποσοστό μικρότερο και από αυτό της κρίσης του 2018. Αναφέρεται, επίσης, ότι περίπου το 20% των Υεμένιων δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκές πόσιμο νερό για τις οικογένειές τους. 

Τα προβλήματα όμως δεν σταματούν εκεί. Οι ελάχιστες  οικονομικές δυνατότητες της χώρας, η εύθραυστη πολιτική κατάσταση, η ανεπαρκής ιατρική υποδομή, σε συνδυασμό με το διαρκή οικονομικό  αποκλεισμό, τη  διακοπή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και  τον περιορισμένο εφοδιασμό πρώτων υλών, έχουν οδηγήσει τη χώρα σε κατάσταση εξαθλίωσης. Με την εξάπλωση του κορωνοϊού, η κατάσταση στην Υεμένη επιδεινώθηκε και η ανθρωπιστική βοήθεια από άλλες χώρες έχει γίνει η πλέον απαραίτητη για τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων Υεμένιων, λαμβάνοντας επίσης υπόψιν και την κατάσταση λιμού και πείνας που επικρατεί στην χώρα. Η Υεμένη είναι ουσιαστικά μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου και είναι ευάλωτη και εκτεθειμένη σε αρκετά και διαφορετικά σημεία που έχουν επιδεινωθεί σε μια περίοδο συνεχών συγκρούσεων και κακής διακυβέρνησης και πολιτικής. Περισσότερο από το 50% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες λιμού και βαριάς πείνας, αφού σιτίζεται με περίπου ένα γεύμα την μέρα.

Εν κατακλείδι, με την λιγοστή και ολοένα μικρότερη ανθρωπιστική βοήθεια, τον συνεχιζόμενο επί σειρά ετών πόλεμο και την πανδημία του κορωνοϊού, η Υεμένη αντιμετωπίζει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε τρία σημαντικά επίπεδα. Με στόχο τον περιορισμό της ανθρωπιστικής κρίσης, η κυβέρνηση της χώρας και η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να ενεργήσουν με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και να εφαρμόσουν κανόνες και νόμους που μπορούν να βοηθήσουν τον λαό της χώρας, σεβόμενοι τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Παρόλο που πρώτιστος στόχος είναι η παύση του εμφυλίου πολέμου, κατεύθυνση προς την οποία οφείλει η διεθνής κοινότητα να οδηγήσει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, θα πρέπει να καταστεί σαφής η αναγκαιότητα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Για αυτό το λόγο η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να προτρέψει τόσο τις αρχές της Υεμένης όσο και τους Χούτι να μην εμποδίζουν την εισροή ανθρωπιστικής βοήθειας στη χώρα. 

Βιβλιογραφικές πηγές:

  • D.E. Lucero-Prisno III, A. Ahmadi, M.Y. Essar, X. Lin, Y.A. Adebisi, Addressing COVID-19 in Afghanistan: what are the efforts and challenges? J. Glob. Health, 10 (2020), Άρθρο 020341, 10.7189/jogh.10.020341