Loading...
Uncategorized

Η Τούρκικη Εξωτερική Πολιτική στην Κεντρική Ασία μέσα από την εργαλειοποίηση της εκπαίδευσης- Μέρος 2ο

Γράφει η Φωτεινή Διακουμάκου

Δράσεις για την Εκπαίδευση και την Τουρκοφωνία

  Η εκπαίδευση αποτελεί μια διαδικασία, η οποία είναι δυνατόν να μετασχηματίσει το κοινωνικό σύνολο προς όφελος του ιδίου. Υπό αυτήν την έννοια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μέσο συμμόρφωσης των εκπαιδευόμενων με τις θέσεις της πολιτικής ηγεσίας. Το φαινόμενο της εργαλειοποίησης της μάθησης, προκειμένου να ισχυροποιηθεί ένα κράτος στο διεθνές σύστημα, αποτελεί στις μέρες μας καθόλου σπάνια τακτική. Η αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης και η ανάγκη προς αποφυγή των όπλων στη ρύθμιση των διακρατικών σχέσεων, ανέδειξαν την εκπαίδευση σε έναν από τους παράγοντες έμμεσης άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Ομοίως, η Άγκυρα επιδιώκει να προσεγγίσει τα τουρκόφωνα κράτη της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου,  προχωρώντας σε συνεργασίες στους τομείς της εκπαίδευσης και του πολιτισμού.

  Από το 1991 έως το 1999, ιδρύθηκαν σχολεία στο Καζακστάν, στο Ουζμπεκιστάν, στο Τουρκμενιστάν, στο Κιργιστάν και στο Τατζικιστάν. Στο Κιργιστάν και το Καζακστάν, ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 2000. Εξαιτίας των  κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων και της βαθιάς κρίσης που υπέστη η δημόσια εκπαίδευση μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, τα νεοϊδρυθέντα σχολεία ήταν μια καλοδεχούμενη λύση, προσφέροντας σύγχρονες εγκαταστάσεις και ποιοτική εκπαίδευση. Αργότερα, οι υποστηρικτές του κινήματος Γκιουλέν ίδρυσαν και τουρκικά Πανεπιστήμια στην περιοχή, όπως το  Süleyman Demirel στο Καζακστάν, το Atatürk Ala-Too στο Κιργιστάν και το Turkmen-Turk Πανεπιστήμιο στο Τουρκμενιστάν.

Το Κίνημα του Fethullah Gülen

  Μεταξύ των δράσεων που υποστήριξαν τις πολιτικές επιδιώξεις του ΑΚΡ, πιο ισχυρή και με μεγαλύτερη απήχηση είναι η κοινότητα Γκιουλέν, γνωστή ως Cemaat. Το εν λόγω κίνημα, με επικεφαλής τον Γκιουλέν, ο οποίος σήμερα διαμένει στις ΗΠΑ, έχει υπό την αιγίδα του τη λειτουργία εκατοντάδων σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πανεπιστήμιων, σε χώρες ολόκληρου του κόσμου.  Η κοινότητα έχει αξιοσημείωτη επιρροή στον οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό τομέα, επιτρέποντάς της να χαρακτηρίζεται ως βασικός πυλώνας στην άσκηση της τουρκικής πολιτικής. Αν και ο Γκιουλέν ισχυρίζεται ότι το κίνημά του δεν εμπλέκεται επ’ ουδενί στην πολιτική, στην πραγματικότητα και εμπλέκεται και επηρεάζει τόσο σε κρατικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Στόχος του κινήματος υπήρξε η δημιουργία  δικτύου, το οποίο θα αποτελούσε την εναλλακτική λύση του αντιτασσόμενου στο δυτικό πνεύμα πολιτικού Ισλάμ.

  Ειδικότερα, οραματίζεται το ιδεώδες του imperium, διαδίδει ένα υπερεθνικό μοντέλο που ενσαρκώνεται στο οθωμανικό παρελθόν της Τουρκίας και υποστηρίζει την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να βρεθεί στη δυτική γεωπολιτική σφαίρα επιρροής και να αποτελέσει τη γέφυρα προς τον ισλαμικό κόσμο και την Ασία. Μια κοινοπολιτεία  τουρκόφωνων πρώην σοβιετικών δημοκρατιών μπορεί να καταστήσει την Τουρκία και πάλι ισχυρή δύναμη. Σχολεία που εξισλαμίζουν και  “τουρκοποιούν” αυτές τις περιοχές είναι το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου.

  Ωστόσο, συνέπεια του αποτυχημένου πραξικοπήματος εις βάρος της κυβέρνησης Ερντογάν, τον Ιούλιο του 2016, ήταν η διακοπή της συνεργασίας μεταξύ Γκιουλέν και τουρκικής ηγεσίας. Ο Τούρκος Πρόεδρος, αντιλαμβανόμενος την ιδιαίτερη σημασία που έχει η εκπαιδευτική διαδικασία στις πολιτικές του επιδιώξεις στην περιοχή, προσπάθησε να εντάξει τα σχολεία που λειτουργούσαν υπό την αιγίδα της Cemaat στο Τουρκικό Ίδρυμα Maarif (TMF), το οποίο ελέγχεται από το τουρκικό κράτος ή εναλλακτικά να τα κλείσει.

Ανάπτυξη δικτύου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

  Όπως έχει ήδη ειπωθεί, η δραστηριότητα της Τουρκίας στον τομέα της εκπαίδευσης, εντός των κρατών της Κεντρικής Ασίας, δεν περιορίστηκε στην ίδρυση σχολικών μονάδων. Η λειτουργία Ανώτατων Ιδρυμάτων έχει σκοπό να προβάλλει σε μεγάλο βαθμό τον τουρκικό πολιτισμό και τη γλώσσα, στοιχεία που επιδιώκει η Άγκυρα να παγιωθούν στους τουρκικούς λαούς.

  Η διεθνοποίηση, επίσης, της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θεωρείται κινητήριος δύναμη της παγίωσης του τουρκικού στοιχείου στα κράτη της Κεντρικής Ασίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις ανταλλαγές φοιτητών, καθηγητών και ερευνητών, καθώς και στην προώθηση προγραμμάτων συνεργασίας μεταξύ τουρκικών πανεπιστημίων και αυτών των τουρκόφωνων κρατών. Οι κρατικές υποτροφίες που δίδονται σε τουρκόφωνους σπουδαστές επιτελούν το ίδιο έργο, την προβολή δηλαδή του τουρκικού στοιχείου και της συγγενούς σχέσης των χωρών τους. Με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται η τουρκική διείσδυση στις ανώτατες κυβερνητικές και διπλωματικές θέσεις των εν λόγω χωρών, με αποτέλεσμα φιλικά διακείμενες ηγεσίες. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν, επίσης, οι εκπαιδευτικοί και πολιτισμικοί φορείς που συστήνονται υπό την αιγίδα της Άγκυρας, προβάλλοντας την ιδεολογία του Παντουρκισμού. Έτσι, η Γραμματεία του Τουρκικού Συμβουλίου θεσμοθέτησε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανταλλαγών φοιτητών, το λεγόμενο Orkhun. Στόχος ήταν η ενσωμάτωση διαφορετικών εκπαιδευτικών μεθόδων των Πανεπιστημίων των κρατών μελών, όπως η διαδικασία της Μπολόνια, το Erasmus Plus και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης ακαδημαϊκών μονάδων. Το σχέδιο τέθηκε σε πιλοτική δοκιμή κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018.

  Επιπρόσθετα, το 2013, ιδρύθηκε η Τουρκική Πανεπιστημιακή Ένωση η οποία προωθεί διάφορους τρόπους συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων των κρατών μελών. Κατά την τελευταία 4η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Τουρκικών Πανεπιστημίων (TURKUNIB), που διοργανώθηκε από το Διεθνές Πανεπιστήμιο Akhmed Yassawi, αυξήθηκαν τα μέλη της TURKUNIB. Υπό την αιγίδα της Τουρκικής Πανεπιστημιακής Ένωσης λειτουργούν δράσεις, όπως το Πρόγραμμα ανταλλαγής Orkhun και το Συμβούλιο φοιτητών. Επιπλέον, η Γραμματεία ενθάρρυνε τη διεξαγωγή τριών Γενικών Συνελεύσεων σε επίπεδο Πρυτάνεων, με σκοπό το συντονισμό των δραστηριοτήτων εντός της Ένωσης και τη λήψη αποφάσεων αναφορικά με τις οργανώσεις της.

Τουρκοφωνία και οι φορείς που την προάγουν

  Η γλώσσα αποτελεί το όχημα για την ολοκλήρωση της ενότητας του τουρκικού έθνους, ενός έθνους ισχυρού και με περίοπτη θέση στο διεθνές στερέωμα. Στην πεποίθηση αυτή βασίστηκε η «θεωρία του Ήλιου» (The Sun-Language Theory), η οποία εμφανίστηκε το 1935 και έχει κατακριθεί από πολλούς ερευνητές ως άστοχη και πλαστή.  Μητέρα όλων των γλωσσών, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία, υπήρξε ο κώδικας επικοινωνίας που χρησιμοποιούνταν στην Κεντρική Ασία και είχε πολλά κοινά γλωσσικά στοιχεία με την τουρκική. Επομένως, η γλώσσα που μιλούν οι τουρκόφωνοι λαοί σήμερα αποτέλεσε την ρίζα των υπολοίπων γλωσσών.

  Η Άγκυρα επέδειξε στο παρελθόν και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διάδοση της τουρκικής γλώσσας στην περιοχή που εξετάζεται. Η προώθηση της διδασκαλίας της ιστορίας και η τουρκοφωνία ενισχύονται μέσα από τη λειτουργία του Yunus Emre Foundation. Έχει έδρα την Άγκυρα και επιβλέπει τη λειτουργία πολιτιστικών κέντρων που βρίσκονται εντός της Τουρκίας και του Καζακστάν. Τα υπόλοιπα μέλη του Τουρκικού Συμβουλίου δεν συμμετέχουν στην πρωτοβουλία, ενόσω το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού επιδίδεται σε διαπραγματεύσεις επ’ αυτού με τις ηγεσίες τους.

  Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση των τουρκόφωνων Χωρών (TURK-PA) ιδρύθηκε το 2008 από τους Αρχηγούς των κοινοβουλίων του Αζερμπαϊτζάν, του Καζακστάν, του Κιργιστάν και της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη. Έχει έδρα την πόλη Μπακού και καθεστώς διεθνούς οργανισμού. Ανάμεσα στις αρμοδιότητές της είναι η διατήρηση και η μετάδοση στις μελλοντικές γενιές της πολιτιστικής κληρονομιάς και των αξιών της ιστορίας, της τέχνης και της λογοτεχνίας.  

Συμπεράσματα

  Η εκπαίδευση χρησιμοποιείται ως μέσο ήπιας ισχύος, προάγοντας ένα σύστημα αξιών προς επίτευξη των στόχων της εξωτερικής πολιτικής και συνδέεται με την ικανότητα της χώρας που την ασκεί να δελεάζει άλλους λαούς, ώστε να αποδεχτούν την κουλτούρα και τις συνήθειές της. Έτσι, δημιουργούνται βαθύτεροι δεσμοί μεταξύ των εμπλεκομένων. Η Άγκυρα προσέγγισε τα τουρκόφωνα κράτη της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου, μέσα από την εργαλειοποίηση της εκπαίδευσης και την προώθηση της συνεργασίας στον τομέα του πολιτισμού. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να καταστεί αξιόλογη περιφερειακή δύναμη στην περιοχή και να προασπίσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα.

  Η Ρωσία και η Κίνα, όμως, αποτελούν ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες στην Κεντρική Ασία. Η Τουρκία μπορεί να ακολουθεί πολιτική προσέγγισης, προσπαθώντας να βλάψει τη σχέση της με τη Μόσχα και το Πεκίνο, ωστόσο, οι Ρώσοι δε φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να ανεχτούν την επεκτατική τουρκική εξωτερική πολιτική σε περιοχή που αποτελεί το μαλακό τους υπογάστριο. Το Πεκίνο οφείλει, επίσης, να κινηθεί πολύ προσεκτικά, φοβούμενο ότι οποιαδήποτε πολιτιστική ή πολιτική σύνδεση μεταξύ της Τουρκίας και της επαρχίας Σινγιάνγκ, η οποία συνορεύει με την Κεντρική Ασία και όπου συγκεντρώνονται οι Ουιγούροι, μπορεί να ανακινήσει τον τουρκικό εθνικισμό και να αποσταθεροποιήσει τη βορειοδυτική Κίνα.

  Άλλωστε, αν και η Άγκυρα προωθεί επενδύσεις σε χώρες, όπως το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν, που θεωρεί χρήσιμους οικονομικούς εταίρους λόγω πλούσιων φυσικών πόρων, οι οικονομικοί δεσμοί τους παραμένουν προς το παρόν  περιορισμένοι.

  • Βιβλιογραφία:
  • Τύπος:

Πηγές Φωτογραφιών: