Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η σχέση ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου μέσα από την Υπόθεση Kadi

Γράφει η Ιωάννα Τσιούρη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ένα μοναδικό sui generis μόρφωμα,  από την αρχή της πορείας της προς την πολυπόθητη ολοκλήρωση, βρίσκεται σε μια συνεχή αναζήτηση της θέσης της στο παγκόσμιο στερέωμα ανάμεσα στις ήδη υπάρχουσες τάξεις, οι οποίες έχουν ήδη εγκαθιδρύσει την παρουσία τους και κινούν τα νήματα κατά το προσωπικό τους δοκούν. Για να επιτευχθεί αυτό, προϋποτίθεται ότι η σύσταση της έννομης τάξης της και ο καθορισμός τού περιεχομένου της πρωτίστως από μια εσωτερική σκοπιά, σε ό, τι αφορά δηλαδή στο βαθμό υποχρέωσης για συμμόρφωση των κρατών-μελών προς τις νομικές προσταγές της μέσω του πρωτογενούς και του δευτερογενούς δικαίου, τα οποία η ίδια δημιούργησε, πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποκτήσει ισχύ και συνεπώς να δύναται να εγγυηθεί την εύρυθμη λειτουργίας της.

Η αυτονομημένη υπόσταση της Ένωσης είναι εκείνη ακριβώς που της χαρίζει τη δυνατότητα να εφαρμόζει τα προϊόντα δικαιοπαραγωγής της ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη. Στο τέλος της ημέρας, και πέρα από το εάν η Ένωση αποφασίζει αυτόνομα και με βάση τα δικά της θεσπισμένα κριτήρια για το εάν ένας διεθνής κανόνας χρήζει υπακοής από εκείνη σε δεύτερη ανάγνωση, δεν υπάρχει κάποιο άλλο κριτήριο παρείσφρησης ενός διεθνούς κανόνα στη ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Το διεθνές δίκαιο, συνεπώς, υπάρχει παρατακτικά και με όρους μονισμού δίπλα στην έννομη τάξη της ΕΕ  και μόνο έτσι απολαμβάνει αναγνώριση πρωταρχίας.

Το παραπάνω συμπέρασμα επικυρώθηκε μέσω της ενωσιακής πρακτικής στην Υπόθεση Kadi. Αφορμή για την έναρξη της όλης διαδικασίας της προσφυγής τού Yassin Abdullah Kadi, κάτοικου της Σαουδικής Αραβίας, στάθηκε η πιθανολογούμενη εμπλοκή του με τη διεθνή τρομοκρατία και συγκεκριμένα με τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, την Αλ Κάιντα και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ανέλαβε δράση για την στοχοποίηση και καταπολέμηση των προσώπων και της οργάνωσης του Οσάμα Μπιν Λάντεν και προχώρησε στην έκδοση των απαραίτητων ψηφισμάτων για την επιβολή κυρώσεων. Τα ψηφίσματα αυτά, στη συνέχεια εντάχθηκαν στο ενωσιακό δίκαιο με κανονισμούς, οι οποίοι εκδόθηκαν από την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ), ενώ ενσωμάτωναν καταλόγους με πρόσωπα, οντότητες και φορείς που συνδέονταν με τα προαναφερθέντα πρόσωπα και καθεστώτα και αναπαρήγαγαν αντίστοιχους καταλόγους της Επιτροπής Κυρώσεων του ΟΗΕ. Τον Οκτώβριο του 2001, το όνομα του Kadi προστέθηκε στον συγκεντρωτικό κατάλογο της Επιτροπής Κυρώσεων του ΟΗΕ και στη συνέχεια εγγράφηκε στον κατάλογο του κανονισμού της Ένωσης. Οι κυρώσεις που του αντιστοιχούσαν αφορούσαν κυρίως τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, δεν του γνωστοποιήθηκε σε προηγούμενο χρόνο το σύνολο των στοιχείων που υποτίθεται ότι τον βάραινε, ενώ δεν του δόθηκε ούτε η δυνατότητα για προηγούμενη ακρόαση, ώστε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτής της αντιμετώπισης, μετά και την θέση σε ισχύ του Κανονισμού που εφήρμοζε τις κυρώσεις, προσέφυγε στο Ενωσιακό Δικαστήριο και επεχείρησε να προσβάλει την εγκυρότητά του στηριζόμενος στις ως άνω κρίσιμες παραλείψεις.

Το (τότε) Πρωτοδικείο της ΕΚ περιορίστηκε στο να ελέγξει την επικείμενη παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτό της ιδιοκτησίας, με όρους αντίθεσης αυτής αποκλειστικά σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), οι οποίοι γνωρίζουν σεβασμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Αφού, όμως, δεν εντόπισε τέτοια αντίθεση δεν έβαλε κατά της ισχύος των σχετικών κανονισμών. Η στάση, ωστόσο, του ΔΕΚ μετά την έφεση του Kadi, εντελώς ανατρεπτική σε σχέση με ό,τι είχε ήδη ειπωθεί, χάραξε πρωτογενώς μια τομή στη μέχρι τότε συνύπαρξη του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου, απηχώντας την αντίληψη της ίδιας της Ένωσης για τη σχέση που επιθυμεί και πρέπει να έχει η δική της έννομη τάξη με τη διεθνή, διαχωρίζοντας τη θέση της και χαράσσοντας την δική της πορεία στο νομικό γίγνεσθαι.

Με εισήγηση του γενικού εισαγγελέα Maduro, το ΔΕΚ αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου και ακύρωσε τον σχετικό κανονισμό του Συμβουλίου. Αναγνώρισε ως βάση για τον έλεγχο νομιμότητας, τον οποίο οφείλουν να ασκούν τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τη συμφωνία της εκάστοτε ρύθμισης με τις ενωσιακές αρχές και αξίες, έλεγχος του οποίου δεν νοείται να διαφύγει κανένα μέτρο – συνεπώς ούτε και όσα εντάσσουν στο ενωσιακό δίκαιο ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Πάντως, φρόντισε να ξεκαθαρίσει πως ο οποιοσδήποτε χαρακτηρισμός ενός μέτρου από το ΔΕΚ, καθώς ενσωματώνεται στο δίκαιο της ΕΚ, δεν αποσκοπεί και ούτε δύναται να βάλλει κατά του κύρους του αντίστοιχου διεθνούς κανόνα.

Το ΔΕΚ, εν τέλει, δέχτηκε την προσφυγή του Kadi, αναγνώρισε κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος για αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο – προσβάλλοντας εμμέσως και καθ’ αυτόν τον πυρήνας του δικαίου της Ένωσης. Ως προς το πάγωμα δε των κεφαλαίων και της λοιπής περιουσίας του προσφεύγοντα, υιοθέτησε μια πιο μετριοπαθή στάση, διατυπώνοντας τη θέση ότι στις εν λόγω συνθήκες το «πάγωμα των πόρων» ισοδυναμούσε με υπέρμετρη παρέμβαση, η οποία διαφεύγει των αποδεκτών ορίων και καταπατά το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.

Ύστερα από την παραπάνω απόφαση, η Επιτροπή έδωσε την ευκαιρία στον  Kadi να υποβάλει τις τυχόν παρατηρήσεις του, ενώ του κοινοποίησε μια περίληψη των λόγων για τους οποίους το όνομά του συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο του Κανονισμού, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και περαιτέρω λεπτομέρειες. Σε νέο Κανονισμό που εκδόθηκε, το όνομα του ενδιαφερόμενου εξακολούθησε να συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των ατόμων των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία χρήζουν δέσμευσης. Ο  Kadi τότε προσέφυγε, για δεύτερη φορά, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ (πρώην Πρωτοδικείου της ΕΚ). Τότε πέτυχε  την ακύρωση του εν λόγω Κανονισμού με την αιτιολογία ελλιπούς δικαστικού ελέγχου της πράξης. Ένας τέτοιος έλεγχος θα αποδείκνυε εγκαίρως την ανεπάρκεια των στοιχείων, τα οποία παρασχέθηκαν με σκοπό να στηρίξουν τόσο παρεμβατικά στην ιδιωτική σφαίρα μέτρα, και θα απέτρεπε την άνιση μεταχείριση που ακολούθησε.

Αναγνωρίστηκε δε και ταυτόχρονη παραβίαση των δικαιωμάτων των σχετικών με την άμυνα του διοικουμένου και την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Της υπόθεσης επιλήφθηκε ξανά σε δεύτερο βαθμό το ΔΕΕ, αποκρούοντας οριστικά ισχυρισμούς για «ασυλία» του Κανονισμού απέναντι στον ενωσιακό έλεγχο νομιμότητας λόγω της «διεθνούς» προελεύσεώς του και συνδέοντας και πάλι αυστηρά και στενά την ευμάρεια μιας ρύθμισης ενταγμένης στο ενωσιακό δίκαιο με την υποταγή της στις θεμελιώδεις αρχές και αξίες της ΕΕ.

Η απόφαση αυτή στρέφει την προσοχή στην ένταση και το βάθος του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος πρέπει να διεξάγεται σε υποθέσεις όπου θίγονται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Χρήζει αναφοράς το γεγονός ότι, ως πρακτική συνέπεια της όλης διαδικασίας, το όνομα του Kadi αφαιρέθηκε από τον κατάλογο της ΕΕ μετά και την αφαίρεσή του από τον κατάλογο των Κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών για την Αλ Κάιντα, ενώ η κοινή πορεία τον αποφάσεων στις υποθέσεις Kadi (I & II) προκάλεσε μεταβολή στο καθεστώς κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ως επιστέγασμα, η δήλωση που έγινε το 2009 από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, κάλεσε τα κράτη να συμπεριλάβουν «επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου» στις εθνικές τους έννομες τάξεις.

Οι αποφάσεις Kadi I και II μας εκθέτουν στη σύγκρουση, η οποία μαίνεται εδώ και χρόνια ανάμεσα στη διεθνή και στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, με αφορμή τη διαμαρτυρία ενός φυσικού προσώπου, του οποίου τα θεμελιώδη δικαιώματα παραβιάστηκαν κατά την αλληλεπίδραση του παραπάνω ζεύγους «δυνάμεων». Η στάση του Δικαστηρίου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με κάποιους να το καταδικάζουν για εμπλοκή σε ζητήματα καθαρά πολιτικής φύσης, και άλλους να επικροτούν το σθένος με το οποίο υπερασπίστηκε τα θεμελιώδη δικαιώματα, ανατρέποντας το μέχρι τότε νομολογιακό προηγούμενο σχετικά με την στάση της ΕΕ απέναντι στο διεθνές δίκαιο και τη σχέση της με αυτό. Ο ακτιβισμός του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στον τομέα προάσπισης των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί πλέον ευρύ φαινόμενο και συμβάλλει στην δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Επίσης, η Ένωση κατά την εξέλιξη της εν λόγω υπόθεσης πραγματοποιεί μια πρωτότυπη στροφή εκ των έσω, αποφεύγοντας την οποιαδήποτε σύγκρουση με το διεθνές πεδίο, και αντιμετωπίζοντας η ίδια το ζήτημα αυτό της εσωτερικής «κρίσης», με βάση το νόμιμο, το ηθικό και το ορθό. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως, με την στάση που κράτησε το Δικαστήριο ως άμεσο όργανο της Ένωσης στις εν λόγω υποθέσεις στέλνει ένα ηχηρό διπλό μήνυμα, αφενός στα κράτη-μέλη, υπενθυμίζοντας και στις εκάστοτε εθνικές δικαστικές αρχές ότι η ΕΕ είναι ένα οικοδόμημα κατεξοχήν στηριζόμενο στην αναγνώριση και διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων,  και αφετέρου στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ως προς την ανάγκη τροποποίησης του υπάρχοντος καθεστώτος κυρώσεων – κάτι που φαίνεται να λήφθηκε υπόψιν, σε ένα βαθμό έστω, από τις αρμόδιες αρχές των ΗΕ.

Πηγές

  • Κανονισμοί (ΕΚ): 337/2000 του Συμβουλίου (14.2.2000), 467/2001 του Συμβουλίου (6.3.2001), 1190/2008 της Επιτροπής (28.11.2008)
  • Δημήτρης Σκιαδάς, «Θεωρία Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», διδακτικές σημειώσεις για το μάθημα «Δίκαιο της Ευρωπαϊκής  Ένωσης»,  Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση & Διακυβέρνηση,  Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2017.
  • Δέσποινα Μιγγιάνη, «Έξυπνες Κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ εφαρμογή Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας: προκλήσεις, προβληματισμοί και διαχρονική προσέγγιση», διπλωματική εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Σπουδών, Τμήμα Νομικής, Θεσσαλονίκη 2015
  • Gráinne de Búrca, «The European Court of Justice and the International Legal Order after Kadi», JEAN MONNET CENTER, NYU SCHOOL OF LAW. Διαθέσιμο σε: https://jeanmonnetprogram.org/paper/the-european-court-of-justice-and-the-international-legal-order-after-kadi/
  • Ramses A. Wessel, «Reconsidering the Relationship between International and EU Law: Towards a Content-Based Approach?»,  International Law as Law of the European Union, Leiden/Boston: Martinus Nijhoff Publishers, 2011.
  • ΔΕΚ, Yassin Abdullah Kadi κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρ. Τ-315/01,  21 Σεπτεμβρίου 2005.
  • ΔΕΚ, Yassin Abdullah Kadi κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρ. T85/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010.
  •  ΔΕΕ, Yassin Abdullah Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρ. C-402/05 P και C-415/05 P, 3 Σεπτεμβρίου 2008.