Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η σημασία της έννοιας της υπερεπέκτασης στην απώλεια των γαλλικών αποικιακών κτήσεων

Γράφει η Στέλλα Σούγγαρη

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος αποτέλεσε τον καταλυτικό παράγοντα για δύο μετέπειτα βαρυσήμαντες εξελίξεις στην διεθνή σκηνή. Κινούμενες σε παράλληλη τροχιά και στενά συνδεόμενες, έως ένα βαθμό, οι διαδικασίες της αποαποικιοποίησης και της ανάδειξης των δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, στο κλίμα του Ψυχρού πολέμου, άλλαξαν ριζικά το κυρίαρχο  για αιώνες ευρωπαϊκό σύστημα. Οι μεγάλες  αποικιακές δυνάμεις, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, όντας κατεστραμμένες οικονομικά έπειτα από δύο συναπτούς παγκόσμιους πολέμους άρχισαν να βιώνουν την κατάρρευση της κυριαρχίας τους.

Η Γαλλία συγκεκριμένα, αν και ανήκε στις νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν φανερά οικονομικά αποδυναμωμένη και παρατηρούσε μια σημαντική μείωση του ρόλου που κατείχε, στη διπολική πλέον, διεθνή σκηνή. Οι παράγοντες αυτοί δεν επέτρεπαν αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον της άλλοτε δεύτερης μεγαλύτερης αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας. Ήδη, μια πρώτη μεγάλη κρίση της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων ήταν αποτέλεσμα του Α ́ Παγκοσμίου Πόλεμου, με τεράστιες απώλειες εργατικού δυναμικού, οικονομικής ισχύος και εμπιστοσύνης. Παράλληλα, τα αντιαποικιακά αισθήματα ενισχύθηκαν και εκφράστηκαν ευρέως τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις κινητοποιήσεις.

Μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εικόνα της Γαλλίας είχε πληγεί πλέον ανεπανόρθωτα, ενώ οι Σύμμαχοι τηρούσαν κριτική στάση έναντι της ικανότητας των Γάλλων να διατηρήσουν υπό έλεγχο τις αποικίες τους. Οι γηγενείς πληθυσμοί διαπίστωσαν, από πλευράς τους, ότι οι Γάλλοι δεν αποτελούσαν πλέον φόβητρο και η επιστροφή της Γαλλίας δεν τους εμπόδιζε να κινηθούν με δυναμισμό προς την ανεξαρτησία.

Μαζί με τον οικονομικό παράγοντα, εμφανής ήταν και η στρατιωτική αποδυνάμωση του γαλλικού κράτους σε σύγκριση με τις μεγάλες δυνάμεις του Ψυχρού πολέμου, όπως και η αδυναμία της μητροπολιτικής Γαλλίας να επιβάλλει την πολιτική της βούληση στις αποικίες της. Το γαλλικό πολιτικό σύστημα, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε τις ικανότητες να προσαρμοστεί σε σύντομο χρόνο στις νέες συνθήκες της μεταπολεμικής εποχής.

Προς επίρρωση των ανωτέρω και όπως γίνεται δεκτό από τα στατιστικά και οικονομικά στοιχεία (βλ.πίνακα 1), η Γαλλία είχε την πέμπτη μεγαλύτερη στρατιωτική δαπάνη διεθνώς για τα κρίσιμα χρόνια των δεκαετιών του ’50 και του ’60, σαφώς μικρότερη από αυτή των υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, αλλά και πίσω από την κομμουνιστική Κίνα και την Μεγάλη Βρετανία.

Πίνακας 1 Αμυντικές δαπάνες των δυνάμεων, 1948-1970 (σε εκατομμύρια $)

Συνεπώς, η οικονομική και στρατιωτική αποδυνάμωση της Γαλλίας, ως αποτέλεσμα των υλικών καταστροφών και ανθρώπινων απωλειών των δύο παγκοσμίων πολέμων και της ύφεσης του 1929, συνέβαλλαν σαφώς στην μεγάλη μείωση του ρόλου της στην διεθνή πολιτική. Ως προς αυτό το κομμάτι, παρατηρείται πως η φανερώς αποδυναμωμένη γαλλική αποικιακή δύναμη εμπίπτει πράγματι στον ορισμό της δύναμης που έχει υπερεπεκταθεί, όπως αυτός διατυπώνεται στο βιβλίο του Paul Kennedy “Η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων”. Σύμφωνα με τον ιστορικό, τα αίτια της ανόδου και πτώσης των μεγάλων δυνάμεων κάθε ιστορικής περιόδου, θεμελιώνονται στον παράγοντα της οικονομικής ισχύος, καθώς η μετάβαση από ένα διεθνές σύστημα σε ένα άλλο είναι επακόλουθο αλλαγών σχετικά με την παραγωγική ικανότητα των κυρίαρχων κρατών. Η έννοια φυσικά της υπερεπέκτασης δεν εξαρτάται μόνο από την ισχύ που κατέχει ένα κράτος σε σχέση με τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις σε μια δεδομένη στιγμή (contextual power), αλλά και από την δική του ικανότητα στο εσωτερικό να αποσπά με αποτελεσματικό τρόπο πόρους ούτως ώστε το όφελος της κατοχής εδαφών να ξεπερνά το κόστος. Εξετάζοντας λοιπόν και το δεύτερο σκέλος του ορισμού της υπερεπέκτασης με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα για τις γαλλικές αποικίες, παρατηρούμε πως το συνολικό κόστος τους για την Γαλλία μετά τον Β.Π.Π αυξάνεται, κυρίως λόγω των υψηλών γαλλικών στρατιωτικών εξόδων για την αντιμετώπιση των κινημάτων ανεξαρτησίας στις αποικίες (βλ. πίνακα 2), γεγονός που παρατηρούν και οι Cogneau, Dupraz, και Mesplé-Somps, που συνέλεξαν τα δεδομένα με πρωτογενή έρευνα.

Πίνακας 2 Δημοσιονομικά στοιχεία σε ολόκληρη τη γαλλική αυτοκρατορία το 1925 και 1955
(Πηγή : Cogneau, Dupraz, και Mesplé-Somps, 2019)

Παράλληλα, αν και οι αποικίες της γαλλικής αυτοκρατορίας είχαν υψηλή απόδοση στην εξόρυξη πόρων, καθώς σε αυτές επιβαλλόταν υψηλή φορολογία, διέθεταν χαμηλή παραγωγική αποδοτικότητα εν γένει λόγω του υψηλού κόστους των διοικητικών μονάδων που διατηρούνταν εκεί. Συγκεκριμένα, σε περιοχές όπου ζούσαν Γάλλοι έποικοι και όπου ήταν ενεργές γαλλικές εταιρείες παρατηρούνταν το φαινόμενο του «δυϊσμού», δηλαδή η ύπαρξη επίσημων θυλάκων υψηλόμισθων σε φτωχές και γεωργικές οικονομίες, χαρακτηριστικό που κληρονομήθηκε και αργότερα στα ανεξάρτητα κράτη της Αφρικής. Συνεπώς, με βάση τα οικονομικά δεδομένα, κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60, η Γαλλία ήταν υποχρεωμένη να πληρώνει ολοένα και αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες στις αποικιακές κτήσεις της (κυρίως λόγω των πολέμων στην Αλγερία και Ινδοκίνα), ενώ παράλληλα τα έσοδα από αυτές δεν αυξήθηκαν ώστε να ισορροπήσουν το οικονομικό βάρος των πολέμων αυτών.

Ο στρατηγός Ντε Γκωλ, σε μια -μάταιη- προσπάθεια να αποφύγει τους δαπανηρούς πολέμους, θέλησε να ρυθμίσει τη μεταπολεμική πραγματικότητα αναφορικά με το ζήτημα των αποικιών μέσω της δημιουργίας της λεγόμενης Union Française, ενός οργανισμού στα πρότυπα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, που είχε ως στόχο την οργάνωση των αποικιακών κτήσεων στη βάση ενός νέου είδους σχέσης με το μητροπολιτικό κέντρο. Το σχέδιο της Union Française απέτυχε όμως στην πράξη, καθώς δεν προέβλεψε σε καμία περίπτωση την δυνατότητα αυτοδιοίκησης στις αποικίες. Όχι μόνο η Γαλλία, αλλά ολόκληρη η Δυτική Ευρώπη είχε χάσει στο σύνολό της την -οικονομική και στρατιωτική- ικανότητα να συνεχίσει τον αποικισμό.

Συμπερασματικά, τα ιστορικά δεδομένα και δημοσιονομικά στοιχεία της εποχής αποδεικνύουν πράγματι πως η Γαλλική αυτοκρατορία είχε υπερεπεκταθεί μετά τον Β.Π.Π με αποτέλεσμα την σταδιακή απώλεια των αποικιών της. Το γαλλικό κράτος, είχε πληγεί βαθέως οικονομικά ύστερα από τις μακροχρόνιες παγκόσμιες πολεμικές συρράξεις και το παραγωγικό του μοντέλο δεν μπορούσε να σταθεί σε καμία περίπτωση δίπλα σε αυτό των δύο υπερδυνάμεων της εποχής, με επακόλουθο το κράτος αυτό να χάσει την ισχυρή του θέση στην διεθνή πολιτική σκηνή. Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος των κινημάτων ανεξαρτητοποίησης που ξεσπούσαν στις αποικίες δεν άφησαν εν τέλει πολλά περιθώρια στο Παρίσι.

Παράλληλα όμως με τα οικονομικά αίτια του φαινομένου της αποαποικιοποίησης, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν και παράγοντες, όπως η ιδεολογία κατά του αποικισμού που αναπτύχθηκε ήδη μετά το τέλος του Α’Π.Π και έγινε  ακόμα εντονότερη μετά τις φρικαλεότητες του τρίτου Ράιχ. Ακόμη, η ανάδυση των δύο νέων υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, το διπολικό διεθνές σύστημα και οι εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες του γαλλικού κράτους αποτελούν στοιχεία που διαδραμάτισαν επίσης ρόλο στην πτώση της άλλοτε δεύτερης μεγαλύτερης αυτοκρατορίας της Γηραιάς Ηπείρου. Το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και διεθνοπολιτικών παραγόντων  αυτών, συνιστούν την εξίσωση που αναδεικνύει την δυναμική που οδήγησε τελικά τις αποικιοκρατικές γαλλικές κτήσεις- ως κομμάτι του παλαιού ευρωπαϊκού συστήματος- σε αφανισμό.

Βιβλιογραφία

Kennedy P. (1987). Rise and Fall of the Great Powers. New York: Random House US, pp.194- 412.

Watson A. (2006). Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. 4η έκδοση. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα, pp.479-516.

Betts R. (1998). Decolonization. Google Books, pp.101-103. Διαθέσιμο σε: https://books.google.gr/books/about/Decolonization.html?id=IDyTF7UUrM0C&redir_esc=y 

Cogneau D., Dupraz Y. and Mesplé-Somps S. (2020). Fiscal Capacity and Dualism in Colonial States: The French Empire 1830-1962. Hal.archives-ouvertes.fr. Διαθέσιμο σε: https://hal.archives-ouvertes.fr/halshs-01818700v3/document

Raben R. and Bogaerts E. (2012). Beyond Empire and Nation: The Decolonization of African and Asian societies, 1930s-1970s. Brill, pp.23-38. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/10.1163/j.ctt1w8h2zm.5?seq=2#metadata_info_tab_contents

Smith T. (1978). A Comparative Study of French and British Decolonization. Comparative Studies in Society and History, 20(1), pp.70-102. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/178322?seq=3#metadata_info_tab_contents

Νταλαχάνης Ά. (2016). Αποαποικιοποίηση και Ψυχρός Πόλεμος. Αρχειοτάξιο, 18, pp.69-79. Διαθέσιμο σε: https://www.academia.edu/32406715/_1956_%CE%A3%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%B6_%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%A8%CF%85%CF%87%CF%81%CF%8C%CF%82_%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B9%CE%BF_18_2016_%CF%83%CE%B5%CE%BB_69_79

Φλιτούρης Λ. (2017). Η ΑΠΟΑΠΟΙΚΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. ΗOTDOC HISTORY, (017). Διαθέσιμο σε: https://lamprosflitouris.wordpress.com/2017/09/28/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CF%88%CF%85%CF%87%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC/