Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Η σημασία και οι προοπτικές της ελληνικής ενεργειακής διπλωματίας με κράτη της Μέσης Ανατολής

Γράφει η Στέλλα Σούγγαρη

Με το ξέσπασμα του Ρώσο-ουκρανικού πολέμου, το ζήτημα της ενεργειακής ασφαλείας έχει επανέλθει με ιδιαίτερα μεγάλη δυναμική στο προσκήνιο των πολιτικών συζητήσεων στην Ευρώπη. Η σφοδρή ενεργειακή κρίση που επηρεάζει όλα τα ευρωπαϊκά κράτη αποτελεί πλέον ένα μείζον πρόβλημα με πολύπλευρες επιπτώσεις. Για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής, οι διακρατικές επαφές αποτελούν ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο στην αναζήτηση επωφελών διακρατικών συνεργασιών με «κρίσιμους ενεργειακά» εταίρους. Για την Ελλάδα συγκεκριμένα, ένα κράτος με έλλειμα ενεργειακής αυτοδυναμίας, οι διπλωματικές επαφές συνιστούν σαφώς ένα ιδιαίτερα σημαντικό μέσο για την εξασφάλιση των απαραίτητων ποσοτήτων ενεργειακών αποθεμάτων.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με την τελευταία διαθέσιμη έκθεση της International Energy Agency (IEA), καθώς και τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2020, είναι ιδιαίτερα ενεργειακά εξαρτημένη, καθώς άνω του 80% της ενεργειακής της κατανάλωσης βασίζεται σε εισαγωγές.

Την ίδια στιγμή, η ταυτόχρονη επιδίωξη του στόχου της απολιγνιτοποίησης, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), θα καταστήσει την Ελλάδα λιγότερο ικανή να καλύψει τις ανάγκες της από εγχώρια παραγόμενη ενέργεια, εφόσον η ελληνική παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει την εγχώρια κατανάλωση. Ταυτόχρονα, η τεχνολογία των ΑΠΕ βρίσκεται ακόμα υπό μελέτη, χωρίς την δυνατότητα να προσφέρει από μόνη της λύσεις στην προσφορά ενέργειας. Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν πως η χώρα μας θα πρέπει σαφώς να συνεχίσει να εισάγει μεγάλο μέρος της ενέργειας της από χώρες παραγωγούς με ταυτόχρονη επιδίωξη την μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης από μεμονωμένες πηγές.

Συγκεκριμένα, για τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας εισάγονται ποσότητες αργού πετρελαίου κυρίως από Ιράκ, Καζακστάν, Σαουδική Αραβία, και Ρωσία, ενώ φυσικό αέριο (ΦΑ) κυρίως από την Ρωσία, Αλγερία, Τουρκία και Νορβηγία. Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα  του ρωσοουκρανικού πολέμου και κινούμενη παράλληλα με την επιδίωξη της ΕΕ για εξάλειψη της ενεργειακής εξάρτησης από την Ρωσία, η Ελλάδα μπορεί να στραφεί περισσότερο και προς ορισμένα κράτη της Μ. Ανατολής επιδιώκοντας μια μεγαλύτερη σύσφιξη σχέσεων με αυτά καθώς και νέες ενεργειακές συμφωνίες. Κατά αυτόν τον τρόπο, θα δημιουργηθεί μια μεγαλύτερη διασπορά ενεργειακών εισαγωγών και θα μειωθεί ο αυξημένος κίνδυνος της μονομερούς και αξιοσημείωτης εξάρτησης της από το ρωσικό φυσικό αέριο και από το φυσικό αέριο που διέρχεται μέσω Τουρκίας.

Πιο συγκεκριμένα, ως προς τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας και χωρών Μέσης Ανατολής, αυτές διατηρούνται παραδοσιακά σε καλό επίπεδο, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά, με την ενέργεια να αποτελεί σταθερά έναν πυλώνα στις μεταξύ τους σχέσεις. Τα αποθέματα πετρέλαιού που διαθέτουν παραμένουν σε υψηλά επίπεδα υποδεικνύοντας ότι οι χώρες θα συνεχίσουν τις εξαγωγές και στο μέλλον (σύμφωνα με τον δείκτη παραγωγής IOGP[1]). Το ίδιο συμβαίνει -αν και σε μικρότερο βαθμό- και για το φυσικό αέριο, αν και εδώ οι χώρες της Μέσης Ανατολής έρχονται σε δεύτερη θέση μετά την Ασία (κυρίως λόγω των ρωσικών αποθεμάτων φυσικού αερίου).

Οι πολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή δημιουργούν πράγματι ευκαιρίες για την χώρα μας ούτως ώστε αυτή να επωφεληθεί γεωστρατηγικά μέσω της ελληνικής διπλωματίας και να επιδιώξει να αναβαθμίσει τον ενεργειακό της «βάρος» στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Χαρακτηριστικά, τα τελευταία χρόνια αρκετές διμερείς πολιτικές επαφές και συναντήσεις υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης με ομολόγους τους των χωρών της Μέσης Ανατολής έχουν ανοίξει ένα σταθερό κανάλι επικοινωνίας που έχει θετική επίπτωση στην ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, όχι μόνο από την πλευρά της εξασφάλισης ενεργειακών αποθεμάτων αλλά και από την πλευρά προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων για κατασκευή νέων υποδομών στην χώρα.

Πέρα λοιπόν από το σκέλος του ενεργειακού εφοδιασμού, τα κράτη της Μέσης Ανατολής μπορούν να «τροφοδοτήσουν» την Ελλάδα και με επενδύσεις για νέες ενεργειακές υποδομές (π.χ αγωγούς μεταφοράς φυσικού αερίου ή πλωτούς σταθμούς παραλαβής LNG), οι οποίες θα δημιουργήσουν ώθηση για την ανάδειξη της Ελλάδας από ενεργειακό “καταναλωτή” σε χώρα διανομέα ενέργειας στα Βαλκάνια και την Νοτιοανατολική Ευρώπη. Πλεονασματικές οικονομίες της Μέσης Ανατολής, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορούν να αποτελέσουν στρατηγικούς συμμάχους σε αυτόν τον τομέα. Από την δική τους πλευρά, οι επενδύσεις στην Ελλάδα εμπίπτουν στην κατηγορία των επενδύσεων στην περιοχή της Μεσογείου, καθώς στην πραγματικότητα, ο οικονομικός διάδρομος της Μεσογείου-Ερυθράς Θάλασσας-Ινδικού Ωκεανού πρέπει να θεωρηθεί σωστά ως μία από τις πιο ζωτικές εμπορικές οδούς του αραβικού κόσμου. Η Ελλάδα μπορεί πράγματι να είναι μια σημαντική «στάση» – βάσει των τοπικών γνώσεων της χώρας και στην περιοχή των Βαλκανίων – για τους επενδυτές της Μέσης Ανατολής.

Εν κατακλείδι, είναι γνωστό πως οι επενδύσεις για δημιουργία ενεργειακών υποδομών μεταφοράς πετρελαίου ή φυσικού αερίου απαιτούν όχι μόνο μεγάλα χρηματικά ποσά, αλλά και μακροπρόθεσμη προοπτική και πολιτική σταθερότητα. Τόσο η ελληνική πολιτική σταθερότητα όσο και η σταθερότητα στις διμερείς επαφές με τα κράτη της Μ. Ανατολής, παρέχουν ένα σημαντικό σχετικό πλεονέκτημα στην χώρα, το οποίο σε συνάρτηση με ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα και τα συνεργαζόμενα με αυτήν Αραβικά κράτη σε αμοιβαία οφέλη.

Πηγές


[1] Ο δείκτης παραγωγής του IOGP υποδεικνύει αν μια περιοχή κατατάσσεται στις χώρες εξαγωγείς ή εισαγωγείς ενεργειακών αγαθών. Υπολογίζεται ως ο λόγος της ημερήσιας παραγωγής πετρελαίου (σε χιλιάδες βαρέλια πετρελαίου) ή φυσικού αερίου (σε δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως) προς την ζήτηση.