Loading...
Κλιματική Αλλαγή, Περιβαλλοντολογικά Προβλήματα και Δίκαιο Ενέργειας

Η πρόκληση της κλιματικής αλλαγής στις άνισες κοινωνίες του 21ου αιώνα

Γράφει η Ασπασία Μουσουλίδη

Η έκθεση για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη των Ηνωμένων Εθνών που κυκλοφόρησε το 2019, χαρακτήρισε τον 21ο αιώνα ως έναν από τους πιο «ανισοτικούς» στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας και εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Από τη Χιλή ως τη Γαλλία, από την Κίνα ως την Μεγάλη Βρετανία το επίδικο κάθε διαδήλωσης συνοψίζεται στην αυξανόμενη ανισότητα πλούτου με την ταυτόχρονη και σταδιακή συρρίκνωση των Κρατών Πρόνοιας. Σε παράλληλη τροχιά, η παγκόσμια τάξη πραγμάτων παρακολουθεί με ανησυχία τις εξεγέρσεις των μαθητικών και φοιτητικών κινημάτων με κυρίαρχο σύνθημα «Όχι αλλαγή κλίματος, αλλά αλλαγή συστήματος». Εντέλει η παγκόσμια ανισότητα πλούτου και η κλιματική αλλαγή αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία;

Μια ιστορική ανασκόπηση

Από τα πρώτα στάδια διαμόρφωσης του διεθνούς πλαισίου για την κλιματική αλλαγή το ζήτημα των οικονομικών ανισοτήτων βρέθηκε στο επίκεντρο των πολιτικών αναλύσεων. Περιορίστηκε όμως στην ρητορική του απλού περιβαλλοντικού ακτιβισμού ή της τεχνοκρατικής ανάγνωσης της οικονομίας, αποσιωπώντας τις αιχμές δυσαρέσκειας ενάντια στο υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα.

Ιστορικά η συζήτηση για την αποφυγή της κλιματικής αλλαγής και της επερχόμενης ανισότητας έλαβε χώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές της δεκαετίας του 1970, με τη γέννηση του όρου «Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη». Σύμφωνα με την τελευταία, καταγράφεται μια σύνδεση της έκθεσης του ανθρώπου στους περιβαλλοντικούς κινδύνους όχι μόνο με τη φυλή αλλά και με το εισόδημά τους. Η σύλληψη της συγκεκριμένης έννοιας αφορούσε την ισότιμη μεταχείριση όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως από τη φυλή, το εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση και τη εφαρμογή περιβαλλοντικών νόμων. Στο πλαίσιο αυτό η Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Πολιτικής των ΗΠΑ θεσμοθέτησε το 92’ το Γραφείο Περιβαλλοντικής Ισότητας με αρμοδιότητα να διερευνήσει σε ποιο βαθμό οι μειονεκτούσες ομάδες με χαμηλά εισοδήματα και πλούτο εκτίθενται δυσανάλογα στους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Σε παρόμοια τροχιά κινήθηκε και η ΕΕ η οποία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Παρισίων του 72’, δήλωσε την ανάγκη να πλαισιωθεί η οικονομική επέκταση από μια κοινοτική περιβαλλοντική πολιτική.

Από τη δεκαετία του 2000 η ΕΕ καθιέρωσε τη Στρατηγική για την Αειφόρο Ανάπτυξη, η οποία στόχευε στην προώθηση της ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης με ταυτόχρονη προστασία του περιβάλλοντος. Ωστόσο, η στρατηγική για την αειφορία έμεινε στα ψηλά γράμματα με τη σαρωτική οικονομική κρίση του 2007 που έφερε στην επιφάνεια ανεπάρκειες του οικονομικού συστήματος, όπως η ταχεία αυξανόμενη ανεργία και η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του χρέους.

Η αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων της οικονομικής κρίσης, αντί να πραγματοποιηθεί στη βάση μείωσης των ανισοτήτων πλούτου ανάμεσα στο τότε πλουσιότερο 10% που είχε βγει κερδισμένο από την κρίση, στράφηκε σε πολιτικές λιτότητας που επέφεραν την τρομακτική συρρίκνωση των Κρατών Πρόνοιας στον ευρωπαϊκό νότο και βορρά. Η υποχρεωτική υιοθέτηση της Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ το 2015, από την ΕΕ αναδιέταξε το πολιτικό και οικονομικό τοπίο, εισάγοντας 17 πολιτικούς στόχους, που στρεφόντουσαν προς την διασφάλιση της πρόσβασης όλων των πολιτών παγκοσμίως στην εκπαίδευση, υγεία, τροφή, ενεργειακούς πόρους και αξιοπρεπή εργασία.

Το αβέβαιο παρόν

Μετά την ηχηρή κρούση στις πολιτικές ηγεσίες του κόσμου από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο πρότεινε την επιβολή φόρου στην κατανάλωση άνθρακα μόνο σε περιπτώσεις που υπάρχει επιτακτική ανάγκη, η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή μεταφέρθηκε από τους ακαδημαϊκούς κύκλους συζητήσεων στα σπίτια των απλών πολιτών. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ένας φόρος 75 δολλαρίων ανά τόνο άνθρακα θα μπορούσε να οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, οι οποίες θα είναι δύσκολα διαχειρίσημες για τα φτωχά νοικοκυριά.

Ένα παράδειγμα που τεκμηριώνει τα παραπάνω ήταν η ατυχής απόπειρα του Μακρόν να εισάγει φόρο 50 δολλαρίων στον τόνο του άνθρακα στη Γαλλία, ο οποίος πυροδότησε συν τις άλλοις το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλική επικράτεια. Η συγκεκριμένη συζήτηση πυροδότησε παγκόσμιο κύμα αντιδράσεων, καθώς πράσινα και αριστερά κινήματα δήλωσαν πως η άποψη του ΔΝΤ αποσιωπά την πραγματική αιτία των εξεγέρσεων, δηλαδή την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα με την παράλληλη κλιματική καταστροφή. Ήδη διαπιστώνονται οι παγκόσμιες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και των οικονομικών ανισοτήτων που αυτή εντείνει σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Στάνφορντ, επισημαίνει ότι από το 1961 λόγω της κλιματικής αλλαγής με βάση την μέση μεταβολή του ΑΕΠ ανά κεφαλή, οι οικονομίες που βιώνουν τις μεγαλύτερες απώλειες παγκοσμίως είναι το Σουδάν(-36%), η Ινδία(-31%) και η Νιγηρία(-29%). Στον αντίποδα, οι  χώρες που έχουν ωφεληθεί περισσότερο από την άνοδο της θερμοκρασίας είναι η Νορβηγία(+34%), ο Καναδάς)+32%) και η Γαλλία(+4,8%). Από τα δεδομένα αυτά, η μελέτη συμπέρανε ότι οι γεωργικές καλλιέργειες είναι πιο αποδοτικές όταν οι άνθρωποι και οι εργαζόμενοι σημειώνουν μεγαλύτερα ποσοστά παραγωγικότητας. Συνήθως η ικανοποιήσή τους παρατηρείται σε περιβάλλοντα που δεν κυριαρχούν ούτε οι πολύ ψηλές, αλλά ούτε και οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.

Υπό αυτή την έννοια, σε χώρες με τροπικό κλίμα μια άνοδος θερμοκρασίας δυσχεραίνει τη γεωργική αποδοτικότητα, ενώ σε χώρες με ψυχρό κλίμα θα μπορούσε να βοηθήσει σε βραχυχρόνιο διάστημα. Έτσι παρατηρείται μια σταδιακή ανισότητα πλούτου και επακόλουθου εισοδήματος μεταξύ των χωρών του παραδοσιακού βορά και των χωρών του νότου ή χωρών οικονομιών τίγρης(Ινδία) ή αναπτυσσόμενων(Σουδάν). Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, οι «τυχερές» χώρες από την κλιματική αλλαγή θα βιώσουν και εκείνες τις επιπτώσεις της, καθώς η άνοδος θερμοκρασίας διαταράσσει τα οικοσυστήματά τους, προκαλώντας λιώσιμο των πάγων και αύξηση κινδύνου των πυρκαγιών.

Συμπεράσματα

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι φανερό ότι οι αλλαγές που οι κοινωνίες θεωρούσαν ότι θα έλθουν 30 χρόνια αργότερα, έχουν φτάσει ήδη και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι οικονομίες γίνονται περισσότερο ανισοτικές, ενώ οι «κερδισμένες» κοινωνίες της πλούσιας Δύσης βιώνουν βίαιες πολιτικές αντιθέσεις. Στην μία πλευρά, οι πολίτες τους διαδηλώνουν για το δικαίωμά τους στην αξιοπρεπή εργασία και των πολιτικών λιτότητας, ενώ το πλούσιο 1-10% προσβλέπει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων τους από τις επικείμενες εξορύξεις πετρελαίου σε χώρες με έντονο το φαινόμενο της μείωσης των πάγων. Κι αν η ρητορική της Thunberg στα Ηνωμένα Έθνη, φαντάζει ένα κλισέ της εποχής μας, εντούτοις το υπάρχον οικονομικό σύστημα δημιουργεί ευνοούμενους και ηττημένους, καταστρέφοντας προς χάρη της οικονομικής ευμάρειας και το περιβάλλον.

Βιβλιογραφία:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *