Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η προβληματική αντίδραση της Αιγύπτου και της Ιορδανίας στην κρίση της Γάζας: αιτίες και συνέπειες

Γράφει ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος

σύγκρουσης έχει επανέλθει στην κορυφή της διεθνούς πολιτικής συζήτησης. Δεν πρόκειται για καινούργιο ζήτημα, αντιθέτως αποτελεί ίσως την παλαιότερη μαινόμενη διαμάχη για την οποία τη δεδομένη χρονική περίοδο δεν διαφαίνεται να υπάρχουν αρκετές πιθανότητες για την επίλυσή της. Αυτός ίσως είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η διεθνής κοινότητα έχει εγκαταλείψει κάθε ουσιαστική προσπάθεια διευθέτησης αυτού του ζητήματος και έχει περιοριστεί μόνο σε αναφορές ρητορικού επιπέδου, υποστηρίζοντας τη μη βιώσιμη πλέον “Λύση των Δύο Κρατών” που υιοθέτησε ο ΟΗΕ το 1967 (Gordon & Cohen, 2012).

Παρόλα αυτά, οι λόγοι που οδήγησαν στον παραγκωνισμό του Παλαιστινιακού ζητήματος δεν οφείλονται αποκλειστικά στην εξάντληση των προσπαθειών της διεθνούς κοινότητας. Μάλιστα, ο ρόλος των κρατών του αραβικού κόσμου είναι σημαντικότερος από τις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών ή μεμονωμένων κρατών – κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών – για την επίτευξη ειρήνης μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων. Η παρούσα ανάλυση επικεντρώνεται στην αντίδραση δύο σημαντικών αραβικών χωρών, της Αιγύπτου και της Ιορδανίας, στον νέο πόλεμο της Γάζας. Συγκεκριμένα, επιδιώκει να ιχνηλατήσει τις αιτίες που έχουν οδηγήσει στη συγκεκριμένη στάση των δύο κρατών χρησιμοποιώντας εμπειρικά δεδομένα και αξιοποιώντας στοιχεία και από τα τρία επίπεδα ανάλυσης των διεθνών σχέσεων: το ατομικό (επίπεδο ηγετών), το κρατικό και το συστημικό (το ίδιο το σύστημα της Μέσης Ανατολής). Στόχος της είναι να δείξει ότι οι ηγέτες της Αιγύπτου μετά την πτώση του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, το 1967 (Zisser, 2023), καθώς και της Ιορδανίας, προτιμούν πολιτικές που επικεντρώνονται στην ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων. Ταυτόχρονα, οι κοινωνίες αυτών των χωρών προωθούν πολιτικές της ταυτότητας και τάσσονται υπέρ των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων και κατά των ασυδοσιών του Ισραήλ. Οι τάσεις αυτές αντανακλώνται πασιφανώς μέχρι σήμερα στον τρόπο αντίδρασής τους στις συνεχιζόμενες επιθέσεις του Ισραήλ, προκαλώντας σφοδρή ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα (Bouri & Roy, 2023).

Μετά την ίδρυσή του, το 1948, το Ισραήλ και τα αραβικά κράτη έχουν εμπλακεί σε παρατεταμένους κύκλους συγκρούσεων με σημαντικότερους τον πόλεμο του Σινά, το 1956, τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, στον οποίο το Ισραήλ επικράτησε των δυνάμεων της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας. Ακολούθησε ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, το 1973, στον οποίο η Αίγυπτος και η Συρία εξαπέλυσαν κοινή αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Ισραήλ, με σκοπό να ανακτήσουν τα εδάφη που έχασαν επτά χρόνια νωρίτερα. Η εκ νέου επικράτηση των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων αποτέλεσε σημείο τομής στις σχέσεις Εβραίων – Αράβων, καθώς οι τελευταίοι άρχισαν να αποδέχονται ότι το κράτος του Ισραήλ είχε πλέον εδραιωθεί στη Μέση Ανατολή, ανατρέποντας το περιφερειακό status quo.

Η μεταβολή αυτή σε συνδυασμό με την υποχώρηση του Αραβικού Εθνικισμού, ειδικά μετά τον θάνατο του Νάσερ το 1970, καθώς και τα αυξανόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της Αιγύπτου λόγω των απαρχαιωμένων κρατικών θεσμών της, κλόνισαν τις ικανότητές της να συνεχίζει να αποτελεί ηγέτιδα δύναμη του αραβικού κόσμου. Οι εξελίξεις αυτές ώθησαν την Αίγυπτο να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των εσωτερικών της προβλημάτων και να επιδιώξει την επίτευξη ειρήνης με το Ισραήλ. Παράλληλα, η αλλαγή ηγεσίας και η άνοδος του Ανουάρ Σαντάτ στην ηγεσία της, αποτέλεσαν το εφαλτήριο σημείο για τις σχέσεις Αιγύπτου – ΗΠΑ, με την πρώτη να μεταπηδά από το στρατόπεδο των αδέσμευτων κρατών και να συντάσσεται με αυτό της Ουάσιγκτον στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου  (Zisser, 2023).

Οι συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ και η Συνθήκη Ειρήνης του 1979 μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου με τη σημαντική συμβολή του τότε Προέδρου των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, σήμανε την αρχή μίας νέας εποχής για τη σχέση των δύο χωρών (Gerges, 1995). Έχοντας χάσει τον ηγετικό της ρόλο στον αραβικό κόσμο λόγω των αραβοϊσραηλινών συγκρούσεων, η Αίγυπτος απομακρύνθηκε από ορισμένους Άραβες συμμάχους της στη Μέση Ανατολή και έχτισε στενότερες σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Σταδιακά, η Αίγυπτος και το Ισραήλ εξελίχθηκαν σε στρατηγικοί σύμμαχοι, αναπτύσσοντας τόσο στρατηγικές, όσο και οικονομικές σχέσεις. Παρά την υποχώρηση της επιρροής της, η Αίγυπτος επί προεδρίας Χόσνι Μουμπάρακ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις διαμεσολαβήσεις που οδήγησαν στις Συμφωνίες του Όσλο μεταξύ του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Καθώς οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η επιθετικότητα του Ισραήλ εξακολουθούσαν να μαίνονται, οι σχέσεις Ισραήλ – Αιγύπτου έχουν χαρακτηριστεί ως «ψυχρή ειρήνη» και χειροτέρεψαν ελαφρώς μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και την Αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, το 2003 (Khani, 2013).

Οι εξεγέρσεις της «Αραβικής Άνοιξης» στα τέλη του 2010, είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή του Μουμπάρακ και την άνοδο του Μοχάμεντ Μόρσι, ηγετικού στελέχους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην προεδρία. Παρά το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτή αρχικά περιέπλεξε τις σχέσεις με το Ισραήλ, το νέο καθεστώς αντιλαμβανόταν την Αμερικανική υποστήριξη ως αναπόσπαστο κομμάτι για την επιβίωσή του, γεγονός που ώθησε το Κάιρο να διατηρήσει στενές σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με το Ισραήλ (Selim, 2022). Το κλίμα αυτό διατηρήθηκε μέχρι το πραξικόπημα του 2013 που είχε ως αποτέλεσμα την ανάδειξη του Αμπτέλ Φατάχ αλ Σίσι ως νέου Προέδρου, χωρίς αξιοσημείωτες μεταβολές στην εξωτερική πολιτική της Αιγύπτου. Η συνεργασία αυτή εξασφαλίζει στην αμερικανική πλευρά σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων η άμεση πρόσβαση στο κανάλι του Σουέζ και η δυνατότητα πτήσεων αμερικανικών αεροσκαφών πάνω από την επικράτεια της Αιγύπτου (Hanna, 2015). Παρά το πρόσφατο άνοιγμα προς την Κίνα και τη Ρωσία, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο στρατηγικό εταίρο της Αιγύπτου η οποία επιδιώκει να βρίσκεται κάτω από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας (Selim, 2022).

Συνεχίζοντας με το Βασίλειο της Ιορδανίας, στην ίδρυση του Ισραήλ συνέβαλε μία μυστική πολιτική συμμαχία μεταξύ των Εβραίων κατοίκων της Παλαιστίνης και του βασιλιά Αμπντάλα Α’ της Υπεριορδανίας. Αυτή η συμμαχία αντιτίθεται στην πεποίθηση ότι τα αραβικά έθνη ήταν ενωμένα ενάντια στην ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους. Τα αμοιβαία συμφέροντα της Χασεμιτικής ηγεσίας της και των Εβραίων καθόρισαν τη μοίρα των Παλαιστινίων. Οι κρυφές διαπραγματεύσεις οδήγησαν στην απόρριψη της ιδέας για ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και στη διαίρεση της βρετανικής εντολής μεταξύ Ισραήλ και Υπεριορδανίας. Η δολοφονία του Αμπντάλα Α’ το 1951 έπαυσε προσωρινά τη σχέση μεταξύ Ιορδανίας και Ισραήλ, αλλά ο Χουσεΐν συνέχισε τη συμμαχία μέχρι το θάνατό του, το 1999. Τα αμοιβαία συμφέροντα, για το Ισραήλ, η δημιουργία και επιβίωση του εβραϊκού κράτους και για την τότε Υπεριορδανία η προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και η ανησυχία για τους Παλαιστινίους Άραβες, οδήγησαν σε μία αναπάντεχη αλλά αμοιβαία κερδοφόρα συμμαχία. Τέλος, με τον ίδιο τρόπο που τα αραβικά κράτη αντιτάσσονταν στην ίδρυση του Ισραήλ, αμφισβητούσαν επίσης και την νομιμότητα της Υπεριορδανίας. Συγκεκριμένα, υποψιάζονταν ότι η δυναστεία των Χασεμιτών ήταν υποχείριο του βρετανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή και αμφέβαλλαν ότι το καθεστώς θα επιβίωνε χωρίς την υποστήριξη των δυτικών δυνάμεων (Haddad & Hardy, 2003).

Οι Συμφωνίες του Όσλο επηρέασαν τον Βασιλιά Χουσεΐν, ο οποίος δεν είχε πληροφορηθεί την προσέγγιση Ισραήλ και Παλαιστινίων. Θέλοντας να διαφυλάξει και να προωθήσει τα συμφέροντα της Ιορδανίας που αφορούσαν την Ιερουσαλήμ, την πρόσβαση στις παροχές νερού και τους πρόσφυγες, τα οποία σαφώς επηρεάζονταν από τις Συμφωνίες, επεδίωξε να εκμεταλλευτεί τις χρονικές συγκυρίες προκειμένου να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις για ειρήνευση μεταξύ Ιορδανίας και Ισραήλ. Τον Οκτώβριο του 1994, οι δύο χώρες υπέγραψαν τη δική τους Συνθήκη Ειρήνης. Επρόκειτο για μία σαφή αντανάκλαση της πρόθεσής τους να προωθήσουν τα συμφέροντά τους με αμοιβαίες υποχωρήσεις, παραχωρήσεις και διακανονισμούς σχετικά με αμφισβητούμενα εδάφη, καθώς και με την πρόσβαση σε νερό. Η Συνθήκη επισημοποίησε τη στρατηγική σχέση των δύο χωρών και παράλληλα η Ιορδανία αποκόμισε την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της από το Ισραήλ η οποία ακόμη και τότε ήταν υπό αμφισβήτηση, την προώθηση των συμφερόντων της στην Ιερουσαλήμ, καθώς και οικονομικά οφέλη. Από την άλλη, το Ισραήλ εξασφάλισε μία ειρηνευτική συνθήκη με ένα ακόμη αραβικό κράτος με το οποίο μάλιστα μοιραζόταν την πιο εκτεταμένη γραμμή συνόρων. Πιο πρόσφατα, οι κρίσεις στη Μέση Ανατολή μετά την «Αραβική Άνοιξη» και την άνοδο του ριζοσπαστικού Ισλάμ και της τρομοκρατίας, έχουν ενδυναμώσει τη συνεργασία σε επίπεδο πολιτικής και ασφάλειας μεταξύ των δύο χωρών (Yitzhak, 2017).

Από την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, τόσο οι ΗΠΑ, όσο και το Ισραήλ ασκούν πίεση στην Αίγυπτο να ανοίξει τα σύνορά της και να δεχτεί Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Ωστόσο, το Κάιρο αρνείται κατηγορηματικά την εφαρμογή αυτού του σχεδίου, τόσο για φόβους μαζικής εξόδου των Παλαιστινίων, όσο και για ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια της χώρας, καθώς η Χαμάς θεωρείται παρακλάδι της οργάνωσης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, η οποία έχει κηρυχθεί τρομοκρατική οργάνωση στην Αίγυπτο από το 2013. Μία μαζική έξοδος Παλαιστινίων προς την περιοχή του Σινά, ενδέχεται να φέρει στην Αίγυπτο μέλη της Χαμάς, με αποτέλεσμα οι εχθροπραξίες να επεκταθούν στην ευρύτερη περιοχή. Επιπλέον, η Αίγυπτος γνωρίζει από τα παραδείγματα της Ιορδανίας και του Λιβάνου ότι η έλευση Παλαιστινίων προσφύγων στη χώρα δεν θα είναι προσωρινή και η ενσωμάτωσή τους υπό τις παρούσες αντίξοες οικονομικές συνθήκες κάθε άλλο παρά εύκολες θα είναι. Η πλειονότητα της κοινής γνώμης είναι επίσης αντίθετη με την αποδοχή προσφύγων. Ταυτόχρονα όμως, είναι αντίθετη και με τις πολιτικές της κυβέρνησης Σίσι και οι πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις και τα συνθήματα που ακούγονταν μεταξύ των Αιγυπτίων παρέπεμψαν στις ζοφερές μνήμες των εξεγέρσεων του 2011 (Dagres, 2023). Στο πλαίσιο της αστάθειας που έχει ήδη βιώσει στα σύνορά της με τη Γάζα, η Αίγυπτος έχει εκφράσει την υποστήριξή της για μια δίκαιη ειρήνη και ένα παλαιστινιακό κράτος, ενώ, παράλληλα, καταβάλλει προσπάθειες για να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση (Vakil, 2023).

Οι αραβικές κυβερνήσεις έσπευσαν να καταδικάσουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου που είχαν στόχο αμάχους και ξεπέρασαν τα όρια της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή (Hamzawy, 2023). Έγιναν όμως με χαρά δεκτές από ορισμένα τμήματα της κοινής γνώμης της Ιορδανίας. Την δήλωση του Μπενιαμίν Νετανιάχου για την κήρυξη του Ισραήλ σε κατάσταση πολέμου και την έναρξη της επιχείρησης «Σιδερένια Σπαθιά» ως αντίποινα στη Γάζα, ακολούθησαν μαζικές διαμαρτυρίες στο Αμμάν (Jbour, 2023). Οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς «ευαίσθητες» περιοχές στην πρωτεύουσα της Ιορδανίας και ήρθαν σε σύγκρουση με τις δυνάμεις ασφαλείας οι οποίες τους απώθησαν (Fishman, 2023). Το Χασεμιτικό Βασίλειο διατηρεί στρατηγική και οικονομική συνεργασία με το Ισραήλ, η οποία δεν τυγχάνει ευρείας υποστήριξης της κοινής γνώμης, και ταυτόχρονα αποτελεί σημαντικό εταίρο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η χώρα έχει περιοριστεί αποκλειστικά σε επίπεδο διπλωματίας προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση και να επιτευχθεί κατάπαυση πυρός στη Γάζα (Jbour, 2023).

Η στάση που έχουν υιοθετήσει η Αίγυπτος και η Ιορδανία ανταποκρίνεται στην υπόθεση της παρούσας ανάλυσης: οι ηγεσίες των δύο χωρών ευνοούν τις πολιτικές ισχύος και ισορροπίας δυνάμεων προωθώντας τις στρατηγικές συνεργασίες και σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με το Ισραήλ. Στο γεγονός αυτό συμβάλλουν, επίσης, και οι οικονομικές δυσκολίες που τόσο το Κάιρο, όσο και το Αμμάν καλούνται να αντιμετωπίσουν. Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές αμβλύνουν το χάσμα μεταξύ της ηγεσίας και της κοινωνίας των πολιτών που προσπαθεί με κάθε τρόπο να εκφράσει την συμπαράστασή της προς τους Παλαιστινίους και να προωθήσει δυναμικότερες προσεγγίσεις προς το συγκεκριμένο ζήτημα, τείνοντας προς τις πολιτικές της κοινής αραβικής ταυτότητας. Συνεπώς, η πικρία για την Παλαιστίνη δεν αφορά μόνο το πένθος για έναν λαό που στερείται κρατικής υπόστασης, αλλά εκφράζει το πένθος ολόκληρου του αραβικού λαού που στερείται όλο και περισσότερο ενός εθνικού αφηγήματος. Στο πλαίσιο του μαθήματος «Διεθνείς Σχέσεις της Μέσης Ανατολής», ο καθηγητής Fawaz A. Gerges, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε: «οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης ήταν η τελευταία προσπάθεια των Αράβων να κερδίσουν πίσω την ιστορία τους». Εάν όμως το χάσμα μεταξύ αραβικής εξουσίας και κοινωνίας συνεχίσει να διευρύνεται, αμφιβάλω αν αυτή η προσπάθεια θα είναι η τελευταία.

Βιβλιογραφία

Gerges, F. A. (1995). Egyptian-Israeli Relations Turn Sour. Foreign Affairs, 74(3), 69–78.

Hanna, M. W. (2015). Getting Over Egypt: Time to Rethink Relations. Foreign Affairs, 94(6), 67–73.

Gordon, N., & Cohen, Y. (2012). Western Interests, Israeli Unilateralism, and the Two-State Solution. Journal of Palestine Studies, 41(3), 6–18. https://doi.org/10.1525/jps.2012.XLI.3.6

Haddad, W. H., & Hardy, M. M. (2003). Jordan’s Alliance with Israel and its Effects on Jordanian-Arab Relations. Israel Affairs, 9(3), 31–48. https://doi.org/10.1080/714003508

Khani, A. B. (2013). Egyptian–Israeli Relations, History, Progress, Challenges and Prospects in the Middle East. Journal of Middle Eastern and Islamic Studies (in Asia), 7(3), 93–120. https://doi.org/10.1080/19370679.2013.12023229

Selim, G. M. (2022). Egyptian foreign policy after the 2011 revolution: The dynamics of continuity and change. British Journal of Middle Eastern Studies, 49(1), 1–22. https://doi.org/10.1080/13530194.2020.1747983

Yitzhak, R. (2017). From cooperation to normalization? Jordan–Israel relations since 1967. British Journal of Middle Eastern Studies, 44(4), 559–575. https://doi.org/10.1080/13530194.2017.1360012

Zisser, E. (2023). Israel in the Middle East 75 years on. Israel Affairs, 29(3), 459–472. https://doi.org/10.1080/13537121.2023.2206209

Bouri, C., & Roy, D. (2023). The Israel-Hamas War: The Humanitarian Crisis in Gaza. Council on Foreign Relations. https://www.cfr.org/in-brief/israel-hamas-war-humanitarian-crisis-gaza

Dagres, H. (2023). As the Gaza war continues, Egypt is facing pressure to act. Atlantic Council. https://www.atlanticcouncil.org/blogs/menasource/gaza-israel-sisi-egypt-rafah-border/

Fishman, B. (2023). Jordan Still Has a Vital Role to Play in the Gaza Crisis. The Washington Institute. https://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/jordan-still-has-vital-role-play-gaza-crisis

Hamzawy, A. (2023). Pay Attention to the Arab Public Response to the Israel-Hamas War. Carnegie Endowment for International Peace. https://carnegieendowment.org/2023/11/01/pay-attention-to-arab-public-response-to-israel-hamas-war-pub-90893

Jbour, A. (2023). Jordan and the Israeli War on Gaza: Shifts in Political Discourse. Carnegie Endowment for International Peace. https://carnegieendowment.org/sada/90930

Vakil, S. (2023). MENA countries should lead the way de-escalating the Israel–Hamas war. Chatham House – International Affairs Think Tank. https://www.chathamhouse.org/2023/10/mena-countries-should-lead-way-de-escalating-israel-hamas-war

Πηγή εικόνας:

Γιαννακούδη Β. (2023). WikiLeaks – Έγγραφο «φωτιά»: Αποκαλύπτει το σχέδιο των Ισραηλινών για τον πλήρη εκτοπισμό 2,3 εκατ. Παλαιστινίων. politic.gr. Διαθέσιμο σε: https://politic.gr/kosmos/wikileaks-engrafo-fotia-apokalyptei-to-schedio-ton-israilinon-gia-ton-pliri-ektopismo-23-ekat-palaistinion/