Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αστυνομική βία και οι υποχρεώσεις του κράτους

Γράφει η Χριστίνα Τσάκα

Το τελευταίο διάστημα η αστυνομική βία είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται όλο και πιο συχνά σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητας και σε διαφορετικό βαθμό. Σε διεθνές επίπεδο η χρήση της αστυνομικής βίας έχει γίνει ιδιαίτερα αισθητή και συγκεκριμένα μετά την υπόθεση του George Floyd στις Η.Π.Α. Αντίστοιχα, στο επίπεδο της Ελλάδας, φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί σε σημαντικό βαθμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πληθώρα καταγγελιών για υπερβολική χρήση βίας από αρμόδιες αρχές κατά την διάρκεια διαμαρτυριών, ενώ αποκορύφωμα θεωρείται η πρόσφατη δολοφονία ενός 20χρονου νεαρού Ρομά.

Η χρήση αστυνομικής βίας είναι κάτι που προβλέπεται από τον νόμο και έχει ως σκοπό την διατήρηση της τάξης και της ειρήνης στα πλαίσια του κράτους. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο άρθρο 3 του Κώδικα Δεοντολογίας για τις Αρχές Επιβολής του Νόμου ότι επιτρέπεται η χρήση βίας από τους αρμόδιους για την επιβολή του νόμου. Ωστόσο, αυτή δεν θα πρέπει να είναι αυθαίρετη και υπάρχει μία σειρά προϋποθέσεων που θα πρέπει να τηρούνται με σκοπό να εφαρμόζεται στα πλαίσια του εθνικού και διεθνούς δικαίου.

Αρχικά, σημαντικό θεωρείται οι αστυνομικές αρχές να λειτουργούν με βάση την αρχή της αναγκαιότητας και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους. Μάλιστα, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών σχολιάζει σχετικά με το άρθρο 3 ότι η χρήση βίας αποτελεί εξαίρεση και φυσικά θα πρέπει να περιορίζεται στην ανάγκη που προκύπτει για την αποφυγή κάποιου εγκλήματος ή για την νόμιμη σύλληψη κάποιου (principle of necessity). Στην υπόθεση Tennessee v. Garner το Δικαστήριο για πρώτη φορά δήλωσε την ανάγκη η υπερβολική χρήση βίας από τις αρμόδιες αρχές και συγκεκριμένα εκείνη που οδηγεί στον θάνατο, να μην χρησιμοποιείται αν δεν πρόκειται για την περίπτωση δραπέτευσης του υπόπτου ή για απειλή της ζωής κάποιου άλλου.

Επίσης, οι αρμόδιοι θα πρέπει να φροντίσουν ώστε η χρήση βίας να είναι ανάλογη με την απειλή που έχουν να αντιμετωπίσουν και σε καμία περίπτωση να μην υπερβαίνει αυτή (principle of proportionality). Επιπρόσθετα, τονίζει ότι η χρήση όπλων και πυροβολισμών θα πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο και θα πρέπει να καταβάλλεται οποιαδήποτε προσπάθεια από τους αρμόδιους ώστε να αποφευχθεί η χρήση τους και γενικότερα θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια ώστε να χρησιμοποιούνται κατά βάση μη βίαια μέσα.

Τέλος, θα πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της λογοδοσίας. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπάρχει σχετική πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να γίνεται επίβλεψη και έλεγχος της λειτουργίας των αρμόδιων ιδρυμάτων, να γίνεται συνεχής εκπαίδευση και ενημέρωση του προσωπικού για αποφυγή σφαλμάτων, ενώ τέλος αφορά και το θέμα της απόδοσης των σωστών αρμοδιοτήτων στις αντίστοιχες βαθμίδες της ιεράρχησης. Το κράτος θα πρέπει να λάβει συγκεκριμένα μέτρα ώστε να συμμορφώσει τις πολιτικές του με βάση τις αρχές που έχουν αναφερθεί παραπάνω. Ταυτόχρονα, θεωρείται υποχρέωση του να κάνει εκτεταμένη έρευνα σε σχέση με κάποιο έγκλημα που έχει προκύψει από την χρήση αστυνομικής βίας, να ανοίγει εκ νέου την υπόθεση σε περίπτωση νέων στοιχείων, να συλλαμβάνει και να τιμωρεί με την επιβολή δασμών σε περίπτωση ενοχής κάποιου.

Στην υπόθεση Armani Da Silva v U.K. του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το δικαστήριο τόνισε την θετική υποχρέωση του κράτους για αποτελεσματική έρευνα σε περίπτωση θανάτου κάποιου με την χρήση αστυνομικής βίας. Η έρευνα θα πρέπει να γίνεται ανεξάρτητα και να χρησιμοποιείται κάθε δυνατό μέσο με σκοπό να δοθούν απαντήσεις για το τι πραγματικά έγινε. Ακόμα, στο άρθρο 5 του Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπεται η απαγόρευση επιβολής βασανιστηρίων και απάνθρωπης συμπεριφοράς από τους αρμόδιους. Αυτό το άρθρο συνδέεται άρρηκτα με τις προβλέψεις του Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τις προβλέψεις στην Σύμβαση των ΗΕ κατά των Βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Το άρθρο 2 (1), 10 και 12 της Σύμβασης δημιουργεί την υποχρέωση στο κράτος να δράσει έτσι ώστε οι πολίτες να μην γίνονται θύματα βασανιστηρίων ή άλλων παρόμοιων πράξεων, ενώ επίσης προβλέπεται και η υποχρέωση εκπαίδευσης του αρμόδιου προσωπικού με γνώμονα την τήρηση αυτών, αλλά και η ανάγκη έρευνας σε βάθος σε περίπτωση οποιασδήποτε παραβίασης.

Επιπλέον, η σύνδεση αφορά εξίσου και τα άρθρα 1 και 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία αναφέρονται στο γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ελεύθεροι στα δικαιώματα τους και την αξιοπρέπεια τους και καμία διάκριση δεν μπορεί να επιβληθεί, όπως με βάση το φύλο, το χρώμα, την θρησκεία, την γλώσσα κ.α. Σε συνέχεια, το άρθρο 6 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα καθώς και το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σε περιφερειακό επίπεδο,  προβλέπουν την προστασία του δικαιώματος στην ζωή. Το δικαίωμα αυτό δημιουργεί την υποχρέωση στο εκάστοτε κράτος να πράξει με τρόπο τέτοιο ώστε να διαφυλάξει την εφαρμογή του για τους πολίτες του. Όπως έχει ειπωθεί και στην υπόθεση Nadege Dorzema et al. v. Dominican Republic το κράτος έχει την υποχρέωση να διαβεβαιώσει ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση βίας θα λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε να διαφυλάξουν το δικαίωμα στην ζωή.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει παρατηρήσει ότι παραβίαση του δικαιώματος στην ζωή είναι ακόμη και όταν η πράξη δεν οδηγεί τελικά σε θάνατο, καθώς σημασία έχουν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η πράξη έλαβε χώρα. Θα πρέπει, αναλυτικά, να ελεγχθεί ο βαθμός και το είδος της βίας που χρησιμοποιήθηκε και τι ακριβώς προκάλεσε καθώς αυτό που κρίνεται σημαντικό είναι ότι η ζωή του θύματος τέθηκε σε υψηλού βαθμού κίνδυνο.

Αναλύοντας τις υποχρεώσεις για το κράτος που αναδύονται από τις σχετικές συμφωνίες σε διεθνές επίπεδο, είναι ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να ληφθούν σημαντικά μέτρα με σκοπό την μείωση του φαινομένου. Η Διεθνής Αμνηστία, σε έκθεση της, παρουσιάζει ως σημαντικότερες αιτίες όξυνσης του φαινομένου: α. Την ελλιπή εκπαίδευση του προσωπικού, β. Την ατιμωρησία (“impunity”) από πλευράς του κράτους σε περιπτώσεις σχετικών παραβιάσεων, γ. Την ανεπάρκεια των νόμων και δ. Την ύπαρξη φυλετικών και άλλων μορφών διακρίσεων. Η Διεθνής Αμνηστία, μάλιστα, προχωράει και στην παράθεση πιθανών λύσεων στο πρόβλημα. Τα κράτη χρειάζεται να κάνουν ξεκάθαρο στην εθνική τους νομοθεσία το ζήτημα της περιορισμένης χρήσης βίας και θα πρέπει να τεθεί ως προτεραιότητα η προστασία της ανθρώπινης ζωής σε κάθε περίπτωση. Επιπρόσθετα, κρίνεται αναγκαίο σε περίπτωση που υπάρξει κάποια παραβίαση ή καταγγελία αυτής, να προβλέπεται εκτενής έλεγχος και νόμιμη δική (“fair trial”) για τους ενόχους. Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εκπαιδεύονται σωστά. Η εκπαίδευση τους χρειάζεται αδιαμφισβήτητα να περιλαμβάνει την επίγνωση των νόμων και των κανονισμών που τους δεσμεύουν τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, ενώ σημαντικό είναι να εκπαιδεύονται το ίδιο όλες οι βαθμίδες, έτσι ώστε να δίνονται ορθές οδηγίες από τους ανώτερους ιεραρχικά και να μπορούν να εκτελεστούν αντίστοιχα από τα υπόλοιπα μέλη.

Εν κατακλείδι, η αστυνομική βία είναι ένα φαινόμενο που έχει καταγραφεί σχεδόν σε όλες τις χώρες σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ φαίνεται να είναι πιο έντονο τα τελευταία χρόνια. Η αστυνομική βία οδηγεί στην παραβίαση μιας σειράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημιουργεί στο κράτος την υποχρέωση να δράσει με βάση τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου ώστε να διαβεβαιώσει την τήρηση των δικαιωμάτων στους πολίτες.

Βιβλιογραφία

Amnesty International, Use of Force; Guidelines for Implementation of the UN Basic Principles on the Use of Force and Firearms by Law Enforcement Officials, August 2016. Διαθέσιμο σε https://www.amnesty.nl/content/uploads/2017/01/ainl_guidelines_use_of_force_short_version_0.pdf?x79902.

Amnesty International, Case of Nadege Dorzema et al. v. Dominican Republic (Series C No. 251), Inter-American Court of Human Rights, 2012.

Basic Principles on the Use of Force and Firearms by Law Enforcement Officials, adopted by the Eighth United Nations Congress on the Prevention of Crime and the Treatment of Offenders, Havana, Cuba, August 27 to September 7, 1990.

Code of Conduct of Law Enforcement Officials, adopted by General Assembly resolution 34/169, December 17, 1979.

Convention against Torture and Other Cruel, Inhuman or Degrading Treatment or Punishment, adopted on December 10, 1984 and enter into force June 26, 1987, by General Assembly Resolution 39/46.

European Court of Human Rights, Guide on article 2 of the European Convention of Human Rights, (last update August 31, 2021) 6/54.

European Court of Human Rights, Armani Da Silva v U.K., Doc 5878/08, Reports of Judgments and Decisions, 2016.

Human Rights Committee – Concluding Observations, United States of America UN Doc CCPR/C/USA/CO/3/Rev.1, December 18, 2006.

Human Rights Committee, General Comment 36 on article 6: right to life, UN Doc CCPR/C/GC/36, September 3, 2019.

International Covenant on Civil and Political Rights, adopted on December 16, 1966 and entered into force on March 23, 1976, by General Assembly Resolution 2200A (XXI).

Justia US Supreme Court, Tennessee v Garner, 471 U.S. 1, 1985.

Timm. Α.Μ., George Floyd’s Right to Life & America’s Crisis of Racialized Police Violence, May 29, 2020). Διαθέσιμο σε https://justicerevival.org/george-floyds-right-to-life-americas-crisis-of-racialized-police-violence/

Tiwary, Α., Police Brutality and Use of Force: An International Human Rights Law Perspective, Berkeley Journal of International Law, September 28, 2020. Διαθέσιμο σε  https://www.berkeleyjournalofinternationallaw.com/post/police-brutality-and-use-of-force-an-international-human-rights-law-perspective.

U.S Department of Justice, Community Relations Service, POLICE USE OF EXCESSIVE FORCE,  Handbook for the Police and the Community, June 1999, updated June 2002.

Διεθνής Αμνηστία, Αστυνομική Βία: Όχι μόνο μεμονωμένα περιστατικά, 2012.