Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Η οικονομική προσέγγιση της «Συναίνεσης της Ουάσινγκτον» ως υπόδειγμα για τα αναπτυσσόμενα κράτη

Γράφει η Κωνσταντίνα Μικρουδάκη

Κατά τις δεκαετίες 1980-1990, κυρίαρχη στην οικονομική προσέγγιση της ανάπτυξης ήταν η  Συναίνεση της Ουάσιγκτον (Washington Consensus).Τον όρο εισήγαγε ο οικονομολόγος John Williamson το 1989 για να συνοψίσει την κοινή ιδεολογία τόσο της ίδιας της Ουάσιγκτον όσο και διεθνών θεσμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ γύρω από την οικονομική πολιτική. Οι άξονες που την καταρτίζουν στοχεύουν στη μεταρρύθμιση των αναπτυσσόμενων οικονομιών, ώστε να ανακάμψουν οι ίδιες χωρίς να επηρεάσουν αρνητικά τις υπόλοιπες οικονομίες


Τα μέτρα που προτείνει ο Williamson στο έργο του με τίτλο “What Washington Means by Policy Reform” είναι προσανατολισμένα στον νεοφιλελευθερισμό, την ελεύθερη αγορά, την εξωστρέφεια και τη μείωση του κρατικού παρεμβατισμού. Οι 10 αρχές που καθιερώθηκαν στόχευαν στην έξοδο από την κρίση και τη σταδιακή ανάκαμψη, με παράδειγμα την περίπτωση της Λατινικής Αμερικής. Συνοπτικά, τα βασικά σημεία της «Συναίνεσης» αφορούν στην απελευθέρωση του εμπορίου, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη φορολογική μεταρρύθμισηκαι την ανακατεύθυνση των προτεραιοτήτων των δημοσίων δαπανών προς την υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές. Τα επιτόκια έπρεπε να καθορίζονται από την αγορά, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες να είναι ενοποιημένες και ανταγωνιστικές, ενώ προωθήθηκε η κατάργηση των εμποδίων  για τις άμεσες ξένες επενδύσεις, η ιδιωτικοποίηση, η απορρύθμιση και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Αυτή η καινοτομία μετέβαλε σημαντικά τον τρόπο προσέγγισης της ανάπτυξης. Το πρότυπο της «Συναίνεσης» καταδικάζει τον κυβερνητικό παρεμβατισμό στην οικονομική πολιτική και στρέφεται προς την ελεύθερη αγορά. Από τη δεκαετία του 1980,τα προτεινόμενα μέτρα εφαρμόστηκαν σε πολλές περιοχές του κόσμου που μαστίζονταν από οικονομική ύφεση, μεταξύ των οποίων ήταν οι χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ανατολικής Ασίας.

Διεθνείς εξελίξεις όπως η πτώση της σοβιετικής ένωσης και η επικράτηση του μοντέλου της ελεύθερης αγοράς ως τρόπου οργάνωσης της οικονομίας και πολιτικής ενίσχυσαν την επιχειρηματολογία υπέρ της «Συναίνεσης». Παράλληλα, η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για τη ραγδαία εξάπλωσήτης σε όλον τον κόσμο.

Καταλυτικό παράγοντα για την ευρεία προώθηση των πολιτικών της «Συναίνεσης» στον αναπτυσσόμενο κόσμο αποτέλεσε, επίσης, η κρίση του 1970-1980. Η επιτακτική ανάγκη των αναπτυσσόμενων οικονομιών για εξωτερικό δανεισμό επέτρεψε στους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς να ανάγουν τις μεταρρυθμίσεις της «Συναίνεσης» σε προϋποθέσεις δανειοδότησης.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο όρος έλαβε άλλες διαστάσεις. Λόγω της ραγδαίας εξάπλωσής της, η «Συναίνεση» μετονομάστηκε χαρακτηριστικά σε «Σύγχυση» (Washington Confusion), καθώς η έννοια της αποδόθηκε και εφαρμόστηκε με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε κράτος. Όταν οι ανεπάρκειες της έγιναν εμφανείς, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει μια δογματική πολιτική που «αλλάζει πιο συχνά και από τις τάσεις της μόδας» (Naim, 1999).

Η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» επιβλήθηκε ως πανάκεια στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Σύντομα όμως, οι παραλείψεις της και η ανικανότητά της να φέρει την ισότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξητην έφεραν στο επίκεντρο της κριτικής των οικονομολόγων. Η παράλειψη της «Συναίνεσης», που έλαβε ευρείας αποδοχής από τους επικριτές της, ήταν, ότι  δεν μερίμνησε για κοινωνικές πολιτικές, όπως εξάλειψη της φτώχειας και των ανισοτήτων. Η «Συναίνεση» εξέλαβε την κοινωνική διάσταση της κρίσης ως έναν παράγοντα δευτερεύουσας σημασίας, ο οποίος θα ρυθμιζόταν από τη φιλελευθεροποίηση της αγοράς. Είναι εμφανές ότι η αγορά παρουσιαζόταν εξιδανικευμένη, χωρίς αποτυχίες και εμπόδια στην αποτελεσματικότητά της. Οι συνέπειες αυτής της παράλειψης ήταν ιδιαίτερα έντονες σε χώρες όπως αυτές της Υποσαχάριας Αφρικής, όπου τα επίπεδα φτώχειας, διαφθοράς, ανορθολογικής κατανομής των πόρων και ανισοκατανομής του πλούτου σημείωσαν αύξηση.

Σημαντική αστοχία της ήταν, επίσης, το γεγονός ότιδεν έλαβε υπόψη της τα ιδιαίτερα κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των χωρών στις οποίες εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, χώρες με πολύ διαφορετικά γνωρίσματα και επίπεδο ανάπτυξης κλήθηκαν να εφαρμόσουν τις ίδιες πολιτικές. Ως αποτέλεσμα των αποκλίσεων αλλά και της έλλειψης τεχνογνωσίας, θεσμών και υποδομών, οι χώρες αυτές ερμήνευσαν και εφάρμοσαν με τον δικό τους τρόπο τις επιταγές της Συναίνεσης. Η θεαματική οικονομική άνοδος χωρών όπως η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα επικύρωσε για πολλούς την αποτελεσματικότητα της Συναίνεσης. Ωστόσο, απεδείχθη ότι στην Ανατολική Ασία η εμβέλεια των μέτρων της ήταν περιορισμένη.Είναι χαρακτηριστικό ότι στις χώρες αυτές δόθηκε από νωρίς βάση στην εξάλειψη της φτώχειας και της ανισότητας.

Τα πενιχρά αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων φάνηκαν μια δεκαετία μετά, όταν τις αναπτυσσόμενες οικονομίες άρχισαν να πλήττουν μια σειρά από κρίσεις. Η κρίση της Ασίας, η κρίση της Τεκίλας στο Μεξικό, η κρίση στην Αργεντινή και τη Βραζιλία αποτελούν μερικά από τα παραδείγματα που δημιούργησαν ένα κλίμα έντονης αμφισβήτησης της Συναίνεσης και των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής.

Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την έντονη κριτική, άνοιξαν το δρόμο για μια νέα αντίληψη υπέρ μιας ανθρωποκεντρικής προσέγγισης της ανάπτυξης. Αυτή η μετατόπιση του ενδιαφέροντος αποτυπώθηκε στη «Νέα Συναίνεση» (PostWashington Consensus) στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Οι θιασώτες της, με γνωστότερο τον J. Stiglitz, αναγνώρισαν τις σαφείς αδυναμίες και αποτυχίες της αγοράς. Καθώς, λοιπόν, η αγορά δεν κατάφερε πάντα να φέρει την ανάπτυξη, η Νέα Συναίνεση υπογραμμίζει την ευθύνη της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την φτώχεια και τις ανισότητες. Μια ακόμη καινοτομία, η οποία εκπορεύτηκε από το επιτυχημένο παράδειγμα των χωρών της Ανατολικής Ασίας, είναι η έμφαση σε μια ενεργή και στοχευμένη βιομηχανική πολιτική. Παρ’ όλες τις διαφοροποιήσεις της από την παραδοσιακή «Συναίνεση», η «Νέα Συναίνεση» διατήρησε κάποιες βασικές παραδοχές της, όπως είναι ο περιορισμός του κυβερνητικού παρεμβατισμού και ο προσανατολισμός στην αγορά.

Συνοψίζοντας, η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον», όπως παρουσιάστηκε μέσα από τα κείμενα του Williamson,δεν ήταν ικανή να φέρει την ανάπτυξη σε όλες τις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκε. Ο καθολικός χαρακτήρας τον οποίο της προσέδωσαν οι διεθνείς χρηματοδοτικοί μηχανισμοί τη μετουσίωσε από ένα σύνολο νεοφιλελεύθερων παραδοχών σε ένα άκαμπτο και επαχθές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, το οποίο εν τέλει οδήγησε σε αρνητική πρόοδο πολλά από τα αναπτυσσόμενα κράτη. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι ίσως να μην υπάρχει μια κοινή «συνταγή» για την ανάπτυξη. Η επιτυχημένη αναπτυξιακή πολιτική παραμένει ένα πεδίο που πρέπει να εξερευνηθεί περαιτέρω, ώστε ναεπιτευχθεί ο στόχος της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης για το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Lopes, C. (2012, October 01). Economic growth and inequality: The new post-washington consensus. Διαθέσιμοσε:https://journals.openedition.org/rccsar/426#:~:text=The%20Washington%20Consensus%20purists%20insisted,recession%20(Naim%2C%201999).

Naim, M. (1999, October 26). Fads and fashion in Economic Reforms: Washington consensus or Washington Confusion?Διαθέσιμο σε: https://www.imf.org/external/pubs/ft/seminar/1999/reforms/Naim.HTM

Williamson, J. (2002, November 1). What Washington means by policy reform.Διαθέσιμο σε: https://piie.com/commentary/speeches-papers/what-washington-means-policy-reform

Todaro, M. P., & Smith, S. C. (2015). Κεφάλαιο 11 σε Οικονομική Ανάπτυξη (σελ. 541-544). Harlow, England: Pearson.