Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Η λειτουργία των κρυπτονομισμάτων και η διαφορά τους από τα συμβατικά νομίσματα

Γράφει ο Απόστολος Μαργαρίτης

Τα κρυπτονομίσματα έχουν εισέλθει τα τελευταία χρόνια στη ζωή μας με πολύ εμφατικό τρόπο. Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο για την ανάλυση να δοθούν τόσο ο ορισμός του χρήματος, όσο και ο ορισμός του κρυπτονομίσματος. Το χρήμα ορίζεται ως ένα στοιχείο που γίνεται αποδεκτό από τους ανθρώπους ως μέσο πληρωμής σε μία οικονομική συναλλαγή. Η χρήση του χρήματος καταργεί το πρόβλημα της ανταλλαγής όπου οι δυο αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να έχουν από κάτι που και οι δύο χρειάζονται. Το χρήμα και οι θεσμοί που το εκδίδουν δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα ανταλλαγών και καμφθεί η έλλειψη εμπιστοσύνης.

Το χρήμα έχει τρεις αρμοδιότητες σε μία οικονομία. Αρχικά, είναι μέσο αποθήκευσης αξίας, γιατί χρησιμοποιείται για την αποθήκευση πλούτου και μεταφορά της αγοραστικής δύναμης από το σήμερα στο αύριο. Αυτό συμβαίνει διότι το χρήμα διατηρεί την αξία του σε μία λογική πάροδο του χρόνου. Δεύτερον, είναι μέσο συναλλαγής, γιατί είναι ευρέως αποδεκτό σε μία αγοραπωλησία και τρίτον, είναι μονάδα μέτρησης, διότι χρησιμοποιείται για την καταμέτρηση της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών.

Από την άλλη πλευρά, το κρυπτονόμισμα, σύμφωνα με ορισμό της ΕΚΤ το 2012, είναι «ένας τύπος μη ρυθμιζόμενου ψηφιακού χρήματος, το οποίο εκδίδεται και ελέγχεται συνήθως από τους προγραμματιστές του και χρησιμοποιείται και γίνεται αποδεκτό μεταξύ των μελών μιας συγκεκριμένης εικονικής κοινότητας».

Το μείζον μειονέκτημα των κρυπτονομισμάτων είναι η αστάθεια των τιμών τους. Λόγω της μεταβλητότητας δεν μπορούν να επιτελέσουν τις λειτουργίες του χρήματος. Τα κρυπτονομίσματα επιδέχονται περισσότερο χρηματιστηριακή ανάλυση παρά θεμελιώδη ανάλυση βασισμένη σε οικονομικούς παράγοντες, κάνοντας την πρόβλεψη των τιμών τους πολύ δύσκολη. Η αποτίμηση των εικονικών νομισμάτων δεν έχει κάλυψη από καμία επίσημη αρχή. Η απουσία ενός κεντρικού εκδότη με αρμοδιότητα να εγγυάται την αξία του εικονικού νομίσματος, κάνει την κατάσταση πολύ ευμετάβλητη, με αυτό να είναι πρόβλημα στο να παρέχεται ελαστικά. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μεταβολή της ζήτησης οδηγεί σε μεταβολές στην αποτίμηση.

Λόγω έλλειψης της ιδιότητας του νόμιμου χρήματος, ένα κρυπτονόμισμα γίνεται αμοιβαία αποδεκτό μόνο όταν δύο μέρη συμφωνούν να το χρησιμοποιήσουν και αποκτούν αξία μόνο από την προσδοκία ότι οι αντισυμβαλλόμενοι θα τα εκτιμούν εξίσου. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΔΝΤ για το 2016, η αξία των κρυπτονομισμάτων ανερχόταν σε 7 δις δολάρια, ενώ η αμερικάνικη προσφορά χρήματος (Μ2) ήταν περίπου 12 τρις δολάρια. Ο αριθμός και ο όγκος των συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα είναι αισθητά μικρότερος. Επιπλέον, οι φορείς που αγοράζουν και πωλούν τέτοιου είδους νομίσματα μεταφράζουν τις τιμές σε σταθερό νόμισμα που βασίζεται στην ισοτιμία εκείνης της στιγμής. Αυτό αποδεικνύει ότι ένα κρυπτονόμισμα δεν μπορεί να είναι λογιστική μονάδα μέτρησης αξίας.

Επιπρόσθετα, τα εικονικά νομίσματα στερούνται κάποιων χαρακτηριστικών που έχουν τα σταθερά νομίσματα. Η σταθερή προσφορά των περισσότερων κρυπτονομισμάτων είναι ικανή να οδηγήσει σε μόνιμο αποπληθωρισμό, ενώ η ζήτηση για χρήμα αυξάνεται σύμφωνα µε τον οικονομικό κύκλο. Όταν η προσφορά χρήματος είναι αμετάβλητη, η συνεχιζόμενη αύξηση ζήτησης χρήματος οδηγεί σε διαρθρωτικό αποπληθωρισμό. Σε περιόδους κρίσης, όπως στο πρόσφατο παρελθόν, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να λειτουργήσουν σαν δανειστές έσχατης ανάγκης παρέχοντας την έκτακτη ρευστότητα, έχοντας την δυνατότητα να επεκτείνουν ή να συρρικνώσουν τον ισολογισμό τους. Σε ένα οικοσύστημα κρυπτονομισμάτων δεν υπάρχει κεντρικός φορέας με την υποχρέωση ή τα ερεθίσματα να διασφαλίσει τη σταθεροποίηση της αξίας του νομίσματος, οπότε όταν μειώνεται η ζήτηση για αυτά, μειώνεται και η τιμή τους και δεν υπάρχει αντίδραση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης όταν μία οικονομία βασίζεται σε αυτά.

Σε μία προσπάθεια να ξεπεραστεί το πρόβλημα της υψηλής μεταβλητότητας, κάποιες εταιρίες τεχνολογίας δημιούργησαν μια υποκατηγορία κρυπτονομισμάτων, την οποία ονόμασαν stablecoins. Τα νομίσματα αυτά έχουν συνδεδεμένη την αξία τους με την αξία ενός άλλου συναλλάγματος, εμπορεύματος ή χρηματοπιστωτικού μέσου. Το κρυπτονόμισμα Libra που ανήκει στο Facebook, υποσχόταν ταχύτερες συναλλαγές με χαμηλότερο κόστος, κάνοντας πιο εύκολες τις κοινές συναλλαγές. Tο εγχείρημα πυροδότησε αντιδράσεις από ρυθμιστικές αρχές στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ σχετικά με τη νομισματική παράδοση και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οδηγώντας εν τέλει στην διακοπή της κυκλοφορίας του.

Ένα ακόμα ζήτημα είναι η  εύθραυστη εμπιστοσύνη λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με την οριστικοποίηση των μεμονωμένων πληρωμών με κρυπτονομίσματα. Στα καθιερωμένα συστήματα πληρωμών, όταν μια συναλλαγή εκκαθαριστεί μέσω του εθνικού συστήματος πληρωμών και τελικά στα βιβλία της κεντρικής τράπεζας, δεν μπορεί να ανακληθεί. Αντίθετα, τα κρυπτονομίσματα δεν μπορούν να εγγυηθούν την οριστικότητα των μεμονωμένων πληρωμών. Τα κρυπτονομίσματα μπορούν να χειραγωγηθούν από χρήστες που ελέγχουν σημαντική υπολογιστική ισχύ, με ένα παράδειγμα χειραγώγησης να λαμβάνει χώρα τον Μάρτιο του 2013. Μία ελαττωματική ενημέρωση λογισμικού οδήγησε σε διαφορές μεταξύ ενός τμήματος του δικτύου Bitcoin που εξόρυσσε στο παλαιό πρωτόκολλο και ένα άλλο μέρος που έκανε εξόρυξη χρησιμοποιώντας το ενημερωμένο πρωτόκολλο. Για αρκετές ώρες, αφότου διαδόθηκε το περιστατικό, η τιμή του Bitcoin έπεσε σχεδόν κατά 33% . Η ασυμβατότητα των πρωτοκόλλων τελικά διορθώθηκε με μία συντονισμένη προσπάθεια, όπου οι miners αποχώρησαν προσωρινά από το πρωτόκολλο και αγνόησαν τη μεγαλύτερη υποομάδα. Πολλές συναλλαγές ακυρώθηκαν ώρες μετά αφότου οι χρήστες πίστευαν ότι ήταν οριστικές, με το εν λόγω επεισόδιο να δείχνει πόσο εύκολα τα κρυπτονομίσματα μπορούν να διασπαστούν σε υποομάδες, οδηγώντας σε σημαντικά προβλήματα.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν γιατί ένα κρυπτονόμισμα μοιάζει με στοιχείο ενεργητικού, παρά με χρήμα. Oι περισσότεροι επενδυτές αγοράζουν κρυπτονομίσματα καθώς πιστεύουν ότι η αξία τους θα ανέβει και θα βγουν κερδισμένοι αν έχουν επενδύσει είτε σε κρυπτονομίσματα, είτε σε παράγωγα που βασίζονται στην αύξηση των κρυπτονομισμάτων. Μπορεί να τα θέλουν στο χαρτοφυλάκιο τους γιατί υπάρχει μεγάλη ζήτηση, αλλά και γιατί μπορεί να εμφανίζονται φαινόμενα κερδοσκοπίας. Σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής, δεν μπορεί να χαραχθεί νομισματική πολιτική για τα κρυπτονομίσματα, ούτε να ανακοινωθούν προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, ούτε να εκτελεστούν αυξομειώσεις ρευστότητας.

Ο Thomas Gresham διατύπωσε το νόμο, που πήρε  το όνομά του, ότι το ‘κακό’ νόμισμα διώχνει το ‘καλό’. Ο οικονομικός αυτός νόμος λειτουργεί όταν κυκλοφορούν παράλληλα δύο ή περισσότερα νομίσματα, οπότε οι συναλλασσόμενοι προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν το κακό νόμισμα με αποτέλεσμα το καλό νόμισμα να αποταμιεύεται. O νόμος αυτός διατυπώνει την έννοια του σκληρού χρήματος, το οποίο δεν υποτιμάται γρήγορα και είναι πιο σταθερό σε αξία, έναντι του μαλακού χρήματος, το οποίο υποτιμάται τάχιστα. Από πολλούς επενδυτικούς κύκλους, το κρυπτονόμισμα θεωρείται το καλό νόμισμα με την μεγάλη εσωτερική αξία και τα συμβατικά χρήματα ως το κακό νόμισμα.

Ωστόσο, ο νόμος δεν φαίνεται να ισχύει σε αυτή την περίπτωση. Ο νόμος αυτός ορίζει ότι δύο μορφές χρήματος θα πρέπει να βρίσκονται σε μία σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις χρήσεις και το κόστος για την κοινωνία. Για τα κρυπτονομίσματα δεν μπορεί να ισχύει η σταθερή ισοτιμία με κάποιο συμβατικό νόμισμα, καθώς τόσο η εξόρυξη τους που καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο είναι ακριβό στις μέρες μας, όσο και κάποια χρηματιστηριακά χαρακτηριστικά που έχουν, τα κάνουν πολύ ευαίσθητα σε μεταβολές της τιμής, άρα και σε συναλλαγματικές ισοτιμίες. Ως αποτέλεσμα, η πλειοψηφία των οικονομικών μονάδων θα συνεχίζει να χρησιμοποιεί το συμβατικό χρήμα το όποιο είναι πιο άξιο εμπιστοσύνης από άποψη μεταβλητότητας και θα αναζητήσουν αλλού το καλό νόμισμα, όπως για παράδειγμα στην αγορά χρυσού.

Για τους παραπάνω λόγους, ένα κρυπτονόμισμα δεν είναι ούτε καλό, αλλά ούτε και κακό χρήμα. Δεν είναι χρήμα, γιατί δεν έχει τις κατάλληλες ιδιότητες. Περισσότερο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν περιουσιακό στοιχείο με κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά, πάρα χρήμα.

Βιβλιογραφία

Bank of Greece Economic Bulletin, Issue 50. (2020) Διαθέσιμο σε: https://www.bankofgreece.gr/en/news-and-media/press-office/news-list/news?announcement=e5b44485-eb83-4d6b-8bde-dc5255baa683

BIS.V. (2018). Cryptocurrencies: looking beyond the hype. Διαθέσιμο σε: https://www.bis.org/publ/arpdf/ar2018e5.htm.

ECB (2020). Annual Report 2019. Διαθέσιμο σε: https://www.ecb.europa.eu/pub/annual/html/ar2019~c199d3633e.en.html.

Güring P. & Grigg I. (2011). Bitcoin & Gresham’s Law – the economic inevitability of Collapse. IANG.org. Διαθέσιμο σε: https://iang.org/papers/BitcoinBreachesGreshamsLaw.pdf

Hiroko O. et al. (2016). Virtual Currencies and Beyond: Initial Considerations, IMF Staff Discussion Notes 2016/003, International Monetary Fund. Διαθέσιμο σε: https://www.elibrary.imf.org/view/journals/006/2016/003/006.2016.issue-003-en.xml

Σωτήρης Π. (2021). Μπορούν να θεωρηθούν τα κρυπτονομίσματα χρήμα; in.gr. Διαθέσιμο σε: https://www.in.gr/2021/05/24/economy/diethnis-oikonomia/mporoun-na-theorithoun-ta-kryptonomismata-xrima/