Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η Κύπρος ως επίκεντρο διαχρονικών αντιπαραθέσεων μεταξύ ισχυρών δυνάμεων της Ανατολικής Μεσογείου

Γράφει ο Τιμολέων Παλαιολόγος

Η Κύπρος, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα νησιά της Μεσογείου. Η γεωγραφική της θέση στην καρδιά της ανατολικής Μεσογείου, την καθιστά περιοχή βαρύνουσας σημασίας και εξαιρετικά στρατηγικό σημείο. Στις μέρες μας, ως «Κύπρος» χαρακτηρίζεται γεωγραφικά το ίδιο το νησί αλλά και πολιτικά η εν αυτώ κρατική οντότητα, η δημοκρατία της Κύπρου, η οποία εγκαθιδρύθηκε το 1960. Το κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής δημοκρατίας καθώς και τα γεγονότα της Τουρκικής εισβολής του 1974, είναι εν πολλοίς γνωστά και δεν αποτελούν τον ερευνητικό στόχο του παρόντος, εν τούτοις συνιστούν το έναυσμα για μία θεωρητική αναζήτηση επί του λεγόμενου «κυπριακού» προβλήματος. Εν αντιθέσει με την επικρατέστερη άποψη, βάσει της οποίας το κυπριακό ζήτημα σχετίζεται άμεσα με την πληθυσμιακή σύνθεση των κατοίκων του νησιού, αξίζει να επιδιωχθεί και μία γεωγραφική κριτική προσέγγιση μέσω της οποίας θα παρουσιαστεί η ιστορική εξέλιξη της Κύπρου ως πεδίο σύγκρουσης εξωτερικών δυνάμεων. Η ίδια η γεωγραφική της θέση την κρατάει δέσμια και προστάζει την ες αεί ύπαρξη κυριαρχίας πολλών δυνάμεων στο νησί.

Η διττή επιρροή δυνάμεων στο νησί, είναι έκδηλη ήδη από την ύστερη εποχή του χαλκού και τον αποικισμό της Κύπρου. Μεγάλος αριθμός ελληνικών πληθυσμών της περιοχής του Αιγαίου αποίκησε το νησί από τον 13ο αιώνα π.Χ. και παρά την ύπαρξη των γηγενών κατοίκων της Κύπρου, σταδιακά, μέχρι και τον 10ο π.Χ. αιώνα, το ελληνικό στοιχείο κυριάρχησε. Κατά την διάρκεια του ελληνικού αποικισμού ένα ακόμη κύμα αποίκων, από την άλλη όχθη της Μεσογείου, θα προσεγγίσει την Κύπρο και θα ιδρύσει αποικίες στις ανατολικές ακτές του νησιού. Οι νέοι άποικοι αυτοί ήταν οι κάτοικοι της αρχαίας Φοινίκης, που στις μέρες μας ταυτίζεται γεωγραφικά με την περιοχή του Λιβάνου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, Φοίνικες από την περιοχή της Τύρου εγκαθίστανται μόνιμα στις ανατολικές ακτές του νησιού με κέντρο το Κίτιον, -Qartihadast όπως ήταν η φοινικική ονομασία-, αλλά υπό την καθοδήγηση και διοίκηση της Τύρου. Παρόλα αυτά, αν και η παρουσία των Φοινίκων στην Κύπρο ήταν σημαντική, ποτέ δεν έφτασε σε σημείο να παραγκωνίσει το πολυπληθέστερο ελληνικό στοιχείο. Οι κοινότητες αυτές, συνυπήρχαν στο χώρο του νησιού μέχρι και την κατάληψή του από τον Σάργωνα Β’ της Ασσυρίας το 707 π.Χ.

Η κυριαρχία της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε με τη μορφή υποτέλειας των 10 πόλεων-κρατών της Κύπρου και ως εκ τούτου το νησί διατήρησε σχετικά υψηλή αυτονομία, μολονότι υποτελές. Από την Ασσυριακή διοίκηση αντλούμε ορισμένα στοιχεία που δύνανται να επιβεβαιώσουν αυτή την κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου αλλά και την σημαντική παρουσία Φοινίκων στο νησί. Συγκεκριμένα, το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι Ασσύριοι για την Κύπρο -Yadnana- μεταφράζεται ως «η γη των Δαναών». Παράλληλα σε ασσυριακή επιγραφή που αναγράφονται οι δέκα πόλεις-κράτη της Κύπρου μαζί με τους βασιλείς τους, εντοπίζονται ελληνικά ονόματα βασιλέων αλλά και ονόματα με φοινικική ετυμολογία. Η κυριαρχία αυτή των Ασσυρίων επί της Κύπρου θα καταλυθεί το 560 π.Χ. περίπου, όταν ο Φαραώ Αμασίς Β’ της Αιγύπτου θα καταλάβει το νησί. Η κυριαρχία των Αιγυπτίων ήταν βραχύβια και μόλις το 545 π.Χ. η Κύπρος θα υποταχθεί στον Κύρο και τους Πέρσες.

Η περσική διοίκηση κινήθηκε στα ίδια πρότυπα με την ασσυριακή και επί της ουσίας οι βασιλείς της Κύπρου είχαν ελευθερία κινήσεων όσο παρέμεναν πιστοί και φόρου υποτελείς στον Πέρση Βασιλέα. Ο διάδοχος του Κύρου, Δαρείος ο Μέγας, δεν συμμεριζόταν την αντίληψη του προκατόχου του και υποβάθμισε την αυτονομία της Κύπρου. Έτσι, σταδιακά, υπήρξε αύξηση των αντιπερσικών αισθημάτων των Ελλήνων κατοίκων του νησιού η οποία εκφράστηκε με την συμμετοχή της Κύπρου στην Ιωνική επανάσταση το 499 π.Χ. Η προσπάθεια αυτή ήταν αποτυχημένη και έτσι επανήλθε το status quo ante με την Κύπρο να παραμένει υποτελής στους Πέρσες. Η περσική κυριαρχία έπαυσε στο νησί το 333 π.Χ, όποτε και οι Κύπριοι -με αρχηγό τον Βασιλέα Πνυταγόρα της Σαλαμίνας- συμμάχησαν με τον Μέγα Αλέξανδρο ενώ με τον θάνατο του τελευταίου και την διάσπαση της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας στους διαδόχους, η Κύπρος ενσωματώθηκε στο Πτολεμαϊκό Βασίλειο της Αιγύπτου. Η επικυριαρχία της Αιγύπτου στην Κύπρο θα διαρκέσει μέχρι το 58 π.Χ, όποτε και θα ενσωματωθεί στην Ρωμαϊκή επαρχία της Κιλικίας για ένα μικρό διάστημα μέχρι και το 47 π.Χ. που θα επανέλθει στην κυριαρχία της Αιγύπτου επί της Κλεοπάτρας, ενώ θα περιέλθει οριστικά στην κυριαρχία των Ρωμαίων μετά τον θάνατο της Κλεοπάτρας το 31-30 π.Χ.

Η ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα οδηγήσει το νησί σε μία μακραίωνη περίοδο αυτοκρατορικής διακυβέρνησης και σχετικής ευημερίας κατά την οποία δεν θα προκύψει κάποια αλλαγή στη διοίκηση. Αυτή είναι η περίοδος της Pax Romana που έχει επί της ουσίας μετατραπεί η Μεσόγειος θάλασσα σε Ρωμαϊκή λίμνη. Η κατάσταση αυτή ευνοεί την Κύπρο η οποία παραμένει σημαντικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου και ανθίζει οικονομικά αυτή την περίοδο. Με την διάσπαση της Αυτοκρατορίας από τον Διοκλητιανό, η Κύπρος περιήλθε στο ανατολικό τμήμα που εξελίχθηκε το 330 μ.Χ. στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήτοι Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κατά την περίοδο του πρώιμου μεσαίωνα (ως αφετηρία του πρώιμου μεσαίωνα νοείται η πτώση της Ρώμης το 476 μ.Χ.), το νησί θα ακολουθήσει στους ίδιους ρυθμούς υπό την Βυζαντινή διοίκηση, δίχως εξωτερική απειλή για την βυζαντινή κυριαρχία. Η εκτεταμένη περίοδος ηρεμίας  την οποία απολάμβανε η Κύπρος επί σειρά αιώνων, έπαυσε βίαια όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχασε τα εδάφη της Αιγύπτου και της Συριοπαλαιστίνης από τους Άραβες μετά τον θάνατο του Ηράκλειου το 641 π.Χ. Η εγγύτητα της Κύπρου με τα εδάφη αυτά, ευνόησε τους Άραβες οι οποίοι άρχισαν να πραγματοποιούν πολυάριθμες επιδρομές στις ακτές του νησιού, ερημώνοντας έτσι σημαντικά κέντρα με αποκορύφωμα τη λεηλασία της Κωνσταντίας (αρχαίας Σαλαμίνας) το 647 μ.Χ. Λίγο αργότερα, οι Άραβες θα τοποθετήσουν φρουρά 12.000 ανδρών στο νησί έως και το 680 μ.Χ., εδραιώνοντας την παρουσία τους.

Η ουσιαστική αυτή απώλεια της Κύπρου όμως προκάλεσε την άμεση αντίδραση των Βυζαντινών και οδήγησε σε μία κατάσταση που αποτελεί σημείο τομής για την κυπριακή ιστορία. Πρόκειται για την συνθήκη του 686-688 μ.Χ. μεταξύ του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού και του χαλίφη Abd al-Malik η οποία προέβλεπε από κοινού διαμοιρασμό των εσόδων από την φορολόγηση του νησιού εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς συγκυριαρχίας. Η συγκυριαρχία αυτή επιβεβαιώνει την αντίληψη αλλά και την ανάγκη των δύο ισχυρών δυνάμεων και αντιπάλων της Ανατολικής Μεσογείου για έλεγχο πολιτικο-οικονομικό επί του νησιού. Η εν λόγω συνθήκη, με εξαίρεση μερικές ολιγοετείς περιπτώσεις, επρόκειτο να παραμείνει σε ισχύ για 300 περίπου χρόνια, μέχρι και το 965 μ.Χ. περίπου, όταν ο βυζαντινός Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς κατέλαβε οριστικά την Κύπρο. Η Κύπρος παραμένει σε Βυζαντινά χέρια έως και το 1191 μ.Χ, όποτε και ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος καταλαμβάνει το νησί το οποίο θα καταλήξει αργότερα ως ανεξάρτητο φραγκικό βασίλειο υπό τον Γκυ ντε Λουσινιάν. Το Φραγκικό βασίλειο της Κύπρου θα υποδεχθεί η Βενετική κυριαρχία στο νησί το 1489 μ.Χ.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία θα καταλάβει την Κύπρο το 1571 μ.Χ. και το νησί αυτό θα παραμείνει υπό Οθωμανική κυριαρχία για πολλούς αιώνες μέχρι και το έτος 1878, όποτε και θα ενταχθεί σε ένα ιδιόμορφο καθεστώς Βρετανικής οικονομικής και πολιτικής διοίκησης, παραμένοντας de jure εδαφικά τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η χρονική περίοδος που λαμβάνει χώρα η παρούσα συμφωνία δεν είναι τυχαία και έρχεται 9 μόλις έτη μετά την διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ. Η κατοχή της Κύπρου, ήταν μείζονος σημασίας πλέον για τα εμπορικά αλλά και στρατιωτικά συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας και για αυτό οι λόγοι κτήσης του νησιού ήταν επιτακτικοί. Η ιδιάζουσα αυτή κατάσταση θα διαρκέσει μέχρι και το 1914, όποτε και το νησί θα προσαρτηθεί πλήρως στην Βρετανική Αυτοκρατορία ενόψει του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η οριστική προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία θα οδηγήσει τους Ελληνοκύπριους στον αγώνα τους για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ο οποίος θα ενταθεί την περίοδο 1955-59 με την δράση της ΕΟΚΑ και τελικώς μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, θα πάψει να αποτελεί αίτημα των ελληνοκυπριακών αρχών.

Η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου χαιρετίστηκε ως η επίλυση του Κυπριακού αλλά το οδήγησε σε πιο σκοτεινά και περίπλοκα μονοπάτια. Μόλις 3 χρόνια μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η τουρκοκυπριακή πλευρά θα αποχωρήσει από τις διοικητικές δομές δημιουργώντας διακοινοτικά προβλήματα στο νησί. Τότε, σε μία προσπάθεια επίλυσης (;) της διαμάχης θα υπάρξουν συνομιλίες στην Γενεύη, ερήμην της Κυπριακής κυβέρνησης Μακαρίου, μεταξύ του Dean Acheson, εντολοδόχου του Ο.Η.Ε., και των ελληνικών και τουρκικών κυβερνήσεων. Τα λεγόμενα σχέδια Άτσεσον το 1964, στόχευαν αρχικά στη διχοτόμηση και κατόπιν στη διπλή προσάρτηση του νησιού από την Ελλάδα και την Τουρκία προκειμένου το στρατηγικό σημείο αυτό της Ανατολικής μεσογείου να βρίσκεται εντός του ΝΑΤΟ, καθότι ο Μακάριος ακολουθούσε μεν ουδέτερη πολιτική, αλλά διατηρούσε επαφές και με την Σοβιετική ένωση πράγμα που δεν γίνονταν αποδεκτό από τις Η.Π.Α. Η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή και λίγα χρόνια αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1974, έλαβε χώρα πραξικόπημα υποκινούμενο από την δικτατορία Ιωαννίδη με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου, ενώ 5 μέρες αργότερα ακολούθησε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Αν και η κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία έχει καταδικαστεί με ψηφίσματα του Ο.Η.Ε. και η αυτοαποκαλούμενη “Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου” δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένη από κανέναν, το 2002 ξεκίνησε ένας νέος κύκλος συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού. Το τελικό «σχέδιο Ανάν» που παρουσιάστηκε στις 31 Μαρτίου 2004, προέβλεπε τη δημιουργία Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας αποτελούμενης από δύο ομοσπονδίες των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αντίστοιχα. Περαιτέρω, προέβλεπε επιστροφή ορισμένων εδαφών από τα κατεχόμενα στην ελληνοκυπριακή διοίκηση και διάφορες άλλες παραμέτρους που είχαν στόχο να μειώσουν τη δυσπιστία και τις προστριβές μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ωστόσο, στο δημοψήφισμα που ακολούθησε ο λαός της Κυπριακής Δημοκρατίας απέρριψε το σχέδιο σε ποσοστό 75% ενώ το σχέδιο έγινε δεκτό μόνο στα κατεχόμενα με ποσοστό 65% και ως εκ τούτου δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Ακολουθώντας μία πιο ιστορική προσέγγιση, φαίνεται πως οι μοναδικές περίοδοι κατά τις οποίες η κυριότητα του νησιού δεν αμφισβητείτο από κάποιον, είναι οι ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου υπήρχε μόνο μία ισχυρή δύναμη χωρίς αντίπαλο. Αυτή η κατάσταση είναι εμφανής την περίοδο της Περσικής Αυτοκρατορίας ή της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αντίστοιχα. Ωστόσο, και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με την εναλλαγή κυριαρχίας στην Κύπρο μόλις απώλεσαν τον αποκλειστικό έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Επιπροσθέτως, γίνεται αντιληπτό ότι η ιδέα της συγκυριαρχίας-ομοσπονδίας δεν αποτελεί κάποια καινοτόμο ιδέα αλλά διαχρονικό τρόπο εκτόνωσης αυτής της αντιπαράθεσης για τον έλεγχο του νησιού μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Αυτό καθίσταται σαφές τόσο κατά την περίοδο της βυζαντινο-αραβικής συγκυριαρχίας στο νησί, όσο και κατά την περίοδο διοίκησης των Βρετανών. Προκειμένου να αποφευχθεί δηλαδή κάποιος πολυδάπανος και αβέβαιος πόλεμος υπάρχει μερική υποχώρηση.

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προώθηση αυτών των θέσεων συνδιοίκησης ως μέσο επίλυσης του Κυπριακού καταδεικνύει ότι βρισκόμαστε ιστορικά σε αντίστοιχη συγκυρία με αυτή του 686-688 μ.Χ. Φαίνεται δηλαδή, ότι οι δυνάμεις οι οποίες έχουν συμφέροντα στο νησί βρίσκονται σε τέλμα καθώς καμία δεν μπορεί πλήρως να εδραιώσει την κυριαρχία της στην Κύπρο και ως εκ τούτου εδραιώνεται μία κατάσταση παράτυπης «συνιδιοκτησίας» προκειμένου να είναι αμφότερες οι πλευρές περισσότερο κερδισμένες από ό,τι αν δεν είχαν εξαρχής εμπλακεί. Η κυριαρχία επί της νήσου είναι διαχρονικά εύθραυστη και μεταβάλλεται με σχετική ευκολία και συνεπώς οφείλουμε να διακρίνουμε στον ορίζοντα ότι οποιαδήποτε εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο επηρεάζει δυνητικά και την Κύπρο. Για αυτό τον λόγο χρειάζεται, πριν από όλα τα άλλα, να προσεγγίζουμε το Κυπριακό ως αμιγώς γεωγραφικό πρόβλημα, όχι πληθυσμιακό. Εξάλλου, γίνεται φανερό τόσο από τις προτάσεις της Τουρκίας για μόνιμες στρατιωτικές βάσεις στο νησί, όσο και από την σταθερή θέση της Κυπριακής δημοκρατίας για πλήρη αποχώρηση της Τουρκίας, ότι οι πληθυσμοί (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι) δεν αποτελούν την αιτία των συζητήσεων, αλλά την αφορμή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΙΒΛΙΑ

  • Hill G. (2010). “A History of Cyprus – To the Conquest by Richard Lion Heart”. Τόμος 1ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Hill G. (2010). “A History of Cyprus – The Frankish Period, 1192-1432”. Τόμος 2ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Hill G. (2010). “A History of Cyprus – The Frankish Period, 1432-1571”. Τόμος 3ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Hill G. (2010). “A History of Cyprus – The Ottoman Province The British Colony I57I-I948”. Τόμος 4ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Συλλογικό έργο. (2008). “THE CAMBRIDGE ANCIENT HISTORY – HISTORY OF THE MIDDLE EAST ANDTHE AEGEAN REGION c. 1380-1000 B.C.”. τόμος 2ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Συλλογικό έργο. (2008). “THE CAMBRIDGE ANCIENT HISTORY – The Expansion of the Greek World, Eighth to Sixth Centuries B.C.”. τόμος 3ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Συλλογικό έργο. (2008). “THE CAMBRIDGE ANCIENT HISTORY – Persia, Greece and the Western Mediterranean C. 525 to 479 B.C.”. τόμος 4ος. Cambridge: Cambridge University Press
  • Συλλογικό έργο. (2008). “THE CAMBRIDGE ANCIENT HISTORY – The Fourth Century B.C.”. τόμος 6ος. Cambridge: Cambridge University Press

ΨΗΦΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ