Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η ιστορική εξέλιξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

γράφει ο Ευάγγελος Ζαρκαδούλας,
Το ζήτημα της κατοχύρωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρχικά στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση  ως σύνολο, εντεινόταν με την πάροδο του χρόνου, λόγω της αύξησης των κοινοτικών-ενωσιακών αρμοδιοτήτων σε βάρος των εξουσιών των κρατών μελών σε ολοένα περισσότερους πολιτικούς τομείς. Έφθασε στο σημείο να καταστεί επιτακτική και αναγκαία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, τα ανθρώπινα δικαιώματα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκονται στην υψηλότερη βαθμίδα ενδιαφέροντος και συζήτησης έχοντας προσλάβει, όχι μόνο ευρωπαϊκές και εθνικές διαστάσεις, αλλά παγκόσμιες. Από την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξελίχθηκε σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου και στην νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής Δικαστήριο), ώσπου να καταλήξει στην κατάρτιση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος απέκτησε νομική δεσμευτικότητα με την θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας (2009).
Οι ιδρυτικές Συνθήκες των Παρισίων (1951-52) και της Ρώμης (1957-58) δεν περιείχαν διατάξεις για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, πλην της εισαγωγής των αρχών της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων στο κοινοτικό δίκαιο και στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.) σε ορισμένους όμως τομείς, όπως π.χ. την απαγόρευση των διακρίσεων βάσει εθνικότητας (αρ. 7), την κατάργηση των περιορισμών κατά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την διακίνηση κεφαλαίων (αρ. 48, 65 και 67) και την ίση αμοιβή για ίση εργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών (αρ. 119). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, είχαν αποκλειστικά οικονομικό προσανατολισμό με σκοπό την δημιουργία της Κοινής Αγοράς, μέσω της καθιέρωσης των τεσσάρων θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών, ήτοι της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων στο κοινοτικό έδαφος. Η μη ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς οδήγησε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1985-86), όπου στο προοίμιο της τα κράτη μέλη δηλώνουν για πρώτη φορά την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 
Η κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των πηγών άντλησης της στο πρωτογενές Δίκαιο υλοποιήθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992-93), όπου σύμφωνα με το αρ. ΣΤ, παρ. 2: «Η Ένωση οφείλει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως έχουν κατοχυρωθεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπογράφτηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 και όπως προκύπτουν από τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου». Ακολούθησε η Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997-1999) που επέφερε στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων την καινοτόμα πρόβλεψη στο αρ. 7 για αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων ενός κράτους μέλους σε περίπτωση διαπίστωσης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των αρχών που αναφέρονται προηγουμένως. 
Παράλληλα, προωθήθηκε η δημιουργία καταλόγου θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταλήγοντας το 2000, στην διακήρυξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα νομοθετικά της όργανα στην Νίκαια, με την επισήμανση ότι δεν είχε νομική ισχύ μέχρι την Συνθήκη της Λισαβόνας. Για την υποβοήθηση των οργάνων και των οργανισμών της Κοινότητας ώστε κατά την δράση τους να μην παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα που αναφέρονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε στις 15 Φεβρουαρίου 2007, τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 168/2007, για την ίδρυση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   
Με την τελευταία αναθεωρητική Συνθήκη, την Συνθήκη της Λισαβόνας (2007-2009), επήλθαν μεγάλες αλλαγές στο καθεστώς προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Καταρχήν, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέκτησε νομική δεσμευτικότητα με την αναγνώριση του στο πρωτογενές δίκαιο, έχοντας μάλιστα το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι, πλέον το παράγωγο δίκαιο και τα κράτη μέλη όταν δρουν στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου θα ελέγχονται από τις διατάξεις του Χάρτη. Κατά δεύτερον, προβλέπεται η προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα μετά τις υπ’ αριθ. 2/94 και 2/2013 αρνητικές γνωμοδοτήσεις του Δικαστηρίου. Επιπλέον, στις 25 Ιουλίου του 2012, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την 2012/440/ΚΕΠΠΑ απόφαση του, διόρισε ειδικό εντεταλμένο της Ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα για να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα και την παρουσία της στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  
Νομολογιακά και στην πρώτη δεκαετία λειτουργίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Δικαστήριο απέφευγε να αποφανθεί επί τυχόν παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με αιτιολογία ότι δεν είχε απονεμόμενη αρμοδιότητα από τις Συνθήκες. Εξ αυτής όμως της αφορμής, τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Γερμανίας και της Ιταλίας έκριναν ότι θα μπορούσαν να ελέγχουν κοινοτικές νομοθετικές πράξεις σε περίπτωση παραβίασης τους βάσει των εθνικών τους Συνταγμάτων, αμφισβητώντας την υπεροχή, την αποτελεσματικότητα και την ενότητα του κοινοτικού δικαίου έναντι των εθνικών δικαίων. Συνεπώς, το Δικαστήριο ουσιαστικά εξαναγκάστηκε να εντάξει με σειρά αποφάσεων του την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, που έχουν ισχύ πρωτογενούς δικαίου, αρχικά με την υπόθεση Stauder.
Στην συνέχεια, το Δικαστήριο διασαφήνισε τις δύο πηγές στις οποίες θα ανέτρεχε για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα πλαίσια όμως του κοινοτικού δικαίου. Η πρώτη πηγή αποτυπώθηκε με την απόφαση Internationale Handelsgesellschaft και είναι οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Η υπόθεση Nold καθόρισε και την δεύτερη πηγή, που είναι οι διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες που είναι συμβαλλόμενα τα κράτη μέλη. Εξέχουσα θέση στις διεθνείς συνθήκες κατέλαβε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που είναι υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης και υπογράφτηκε το 1950, στην Ρώμη, ήδη με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Rutili. Επιπλέον, χαρακτηριστική είναι η απόφαση Schimdberger του Δικαστηρίου, με την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών ελευθεριών.
Καταλήγοντας από τα όσα προηγήθηκαν, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν ήταν αρχικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιτίας του αποκλειστικά οικονομικού χαρακτήρα της, στην πορεία όμως κατέστη υποχρεωτική, με την πρόβλεψη της στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Τα σημαντικότερα σημεία είναι η συμβολή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον καθορισμό των πηγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η περιβολή με νομικά δεσμευτική ισχύ πρωτογενούς δικαίου του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Συνθήκη της Λισαβόνας.  
     
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Μαργαρίτης Κ., «Η Προστασία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην ΕΕ & η Συνθήκη της Λισαβόνας», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016.
Κανελλόπουλος Π., «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», 5η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010.
Καλαβρός Γ.Ε.-Γεωργόπουλος Θ., «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- Θεσμικό Δίκαιο», Τόμος I, 2η έκδοση, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2013.
Περάκης Μ., «Η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015.
Πλιάκος Α., «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012. 
Χριστιανός Β., «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011. 
Στεφάνου Κ., «Το νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015.  
Περάκης Ε., «Τα δικαιοδοτικά όρια του ΔΕΚ υπό ευρωπαϊκή διακυβέρνηση», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2009.
Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «Διεθνείς Συμβάσεις Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που δεσμεύουν την Ελλάδα», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003.    
Αυδίκος Γ., «Η αστική ευθύνη του κράτους μέλους της Ε.Ε. για τις παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου και η ένταξη της στην εθνική έννομη τάξη», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2014.
EUR-Lex Πρόσβαση στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «Νομοθεσία της ΕΕ», διαθέσιμο σε: http://eur-lex.europa.eu/collection/eu-law/legislation/recent.html
CVRIA Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», διαθέσιμο σε: http://www.curia.europa.eu/juris/recherche.jsf?language=el

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *