Loading...
Uncategorized

Η Ενεργειακή πορεία της Ν. Κορέας (2000-σήμερα)

Γράφει η Στεφανία Ζούρκα

Οι αυξημένες ενεργειακές ανάγκες της Ασίας, συνδεόμενες σε μεγάλο βαθμό με τη ταχύτατη πληθυσμιακή της μεγέθυνση, και τις συνακόλουθες αυξημένες ενεργειακές απαιτήσεις θέτουν στο επίκεντρο των ασιατικών κρατών το δίλημμα της ορθής επιλογής του ενεργειακού τους μοντέλου, ώστε να είναι συμβατό με την οικονομική τους πορεία. Σε αντίθεση με πλήθος Δυτικών Κρατών, που έχουν υιοθετήσει ολοκληρωτικά  την πράσινη ενέργεια, τα ασιατικά κράτη με αργά αλλά σταθερά βήματα τείνουν στην υιοθέτηση και επέκταση της παραγωγής και κατανάλωσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υπό το φως της ανταγωνιστικότητας τους, όμως, πάντοτε συναντούσε η ανάπτυξη τους σοβαρά εμπόδια λόγω της ανάγκης για οικονομικότερες, άρα περισσότερο επικερδείς ενεργειακές επιλογές. Επομένως σε περιφερειακό επίπεδο, η Νότια Κορέα είναι ενταγμένη χωρικά σε ένα πλέγμα κρατών που δεν έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο των δυνατοτήτων και των δυναμικών τους ένα καθαρό ενεργειακό μοντέλο, αλλά έχουν τις προδιαγραφές, όπως και τις προοπτικές της οδού της ενεργειακής καινοτομίας.

            Η πορεία της ενεργειακής πολιτικής, που έχουν ακολουθήσει οι κυβερνήσεις της Ν. Κορέας από το 2000 μέχρι και σήμερα, φαίνεται να είναι αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στη σταδιακή συνειδητοποίηση της σημασίας, που έχει η πράσινη ενέργεια περιβαλλοντικά, αλλά και σε μακροπρόθεσμο πλάνο στην ποιότητα ζωής των πολιτών της, και στην απουσία αποτελεσματικής και ενεργούς πολιτικής βούλησης για τη νομική κατοχύρωση και την κυβερνητική προώθηση της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Βέβαια, η τελευταία αυτή πτυχή έχει αρχίσει να κάμπτεται ήδη μετά το 2010, με αποκορύφωμα τη δέσμευση για περικοπή των ετήσιων εκπομπών αέριων ρύπων σε ποσοστό ύψους 37%  μέχρι το 2030, ως μια επακόλουθη δέσμευση της συνέπειας και συμβατότητας προς της Συμφωνία του Παρισιού, που θα αναφερθεί και  παρακάτω.

             Η Ν. Κορέα είναι, κατά κανόνα και συγκριτικά με άλλα ασιατικά κράτη, μια χώρα με μειωμένο ενεργειακό απόθεμα, αλλά αυξημένες ενεργειακές ανάγκες. Η συνταγματική πρόβλεψη περί κρατικού καθορισμού της ενεργειακής πολιτικής και περί ανάπτυξης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων απονέμει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην εκάστοτε κυβέρνηση να την αναπροσδιορίζει σε συνάφεια με την πορεία της οικονομίας.

Έχοντας επιβιώσει με δυσκολία από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970, κατέστη σαφές, ότι η ενεργειακή πολιτική και η ανύπαρκτη μέριμνα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έπρεπε να αλλάξουν προσανατολισμό. Το 1977 συστάθηκε το Υπουργείο Ενέργειας και Φυσικών και Ορυκτών πόρων, που σήμερα έχει ήδη απορροφηθεί από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Ενέργειαςανοίγοντας το δρόμο για μια περισσότερο συντονισμένη κυβερνητική πολιτική και μέριμνα. Το 2001 δημοσιεύθηκε το Πρώτο Βασικό Σχέδιο  για την Ανάπτυξη και Τεχνολογία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, προβλέποντας τη δέσμευση για απόδοση ποσοστού ύψους 2% στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κάτι που αυξήθηκε στο 5% το 2005 και μέχρι το 2012 προβλεπόταν στο 11% της ενεργειακής μίξης της χώρας, με μακροπρόθεσμο πλάνο μέχρι το 2030.  Επιπρόσθετα, από το 2010 και μετά άρχισαν να υιοθετούνται συστηματικότερα επιπρόσθετα σχέδια για την υιοθέτηση της Πράσινης Ενέργειας. 

Ωστόσο, η πρακτική και πραγματική κρατική υποστήριξη της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας φαίνεται να έλαβε χώρα μετά το 2006, όταν υιοθετήθηκαν τα πλαίσια FIT και RPS. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση παρείχε αντισταθμίσεις με βάση το κόστος στους παραγωγούς ανανεώσιμης ενέργειας, συνάπτοντας μαζί τους μακροπρόθεσμες συμβάσεις, συνήθως άνω των 15 έως και 20 ετών, δίνοντας ευκαιρίες και κίνητρα στους τελευταίους να προτιμούν την πράσινη ενέργεια, αποκομίζοντας κέρδη, αλλά και εγγυήσεις. Επιπλέον, με βάση την παράμετρο RPS προέβλεψε συγκεκριμένους μηχανισμούς πιστοποίησης της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (REC) σε μια προσπάθεια ελέγχου και εποπτείας των ποσοστών παραγωγής τους, με δυνατότητα διάθεσης αυτών των πιστοποιητικών μηχανισμών στην κυβέρνηση και σε όσους δεν καλύπτουν τις προβλεπόμενες ενεργειακές ποσοστώσεις σε αυτή την κατεύθυνση. Η νομοθετική πρόβλεψη των προαναφερθέντων μηχανισμών, σε πραγμάτωση της νομοθετικής εξουσιοδότησης των άρθρων 119 και 120 του κορεατικού Συντάγματος, αποτέλεσε τη λυδία λίθο της ανάπτυξης της «πράσινης συνείδησης», αν και έλαβε διάφορες παραλλαγές μέχρι και το 2017. Η ενεργή παρουσία της Ν. Κορέας για την Συμφωνία του Παρισίου, την οποία και υπέγραψε, ενίσχυσε τη θέση της χώρας στο διεθνές ενεργειακό στερέωμα, και την οδήγησε στην υιοθέτηση του λεγόμενου «Korea’s Energy Masterplan» με μακροπρόθεσμες πολιτικές μέχρι το 2035. Το πλάνο ακολούθησε  έντονη νομοθετική δραστηριότητα, κάτι που ήταν μια αναγκαία συνθήκη για την εκμετάλλευση και εφαρμογή της πράσινης ενέργειας, καθώς αυτό ήταν διαχρονικά το κύριο εμπόδιο για τη μη υιοθέτηση της.

Ας γίνει, σε αυτό το σημείο μια σκιαγράφηση του ενεργειακού μίγματος και της ενεργειακής κατανομής αυτού σε τομείς στη Ν. Κορέα. Η ενεργειακή παραγωγή της Ν.Κορέας εξαρτάται κατά βάση, και σε ποσοστό που αγγίζει το 70%, σε ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια.

Πίνακας 1.1. Ενεργειακό μίγμα της Ν. Κορέας σε σχέση με τα συνολικά ποσοστά του ΟΟΣΑ(2019)

Βέβαια είναι σημαντικό, με βάση τον συγκριτικό πίνακα, το γεγονός, ότι αθροιστικά  τα ποσοστά εκμετάλλευσης των ενεργειακών δυνατοτήτων του ήλιου, του νερού και της αιολικής δυναμικής ανέρχεται μόλις στο 3.4% , παρά τις προαναφερθείσες προσπάθειες των εκάστοτε κυβερνήσεων και την φιλική προς το περιβάλλον κατεύθυνση πλήθους κρατικών ενεργειών και ενισχύσεων. H μειωμένη συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμπληρώνεται από τη στατιστική αποτίμηση της κατανομής των ποσοστών ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας, όπου η πράσινη ενέργεια, μόνο μετά το 2016 μπορεί να θεωρηθεί πως ξεπερνά τα προβλεπόμενα ελάχιστα όρια, ώστε να είναι ευεπίφορη η μέτρηση της.

Πίνακας 1.2. Κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας στη Νότια Κορέα από το 2010 έως το 2018, κατά καύσιμο (σε εκατομμύρια μετρικούς τόνους ισοδυνάμου πετρελαίου).

Εντούτοις, όσον αφορά τα ποσοστά ενεργειακής παραγωγής, η εικόνα είναι διαφορετική. Ενώ εισάγονται μεγάλες ποσότητες πετρελαίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, το κέντρου βάρους της παραγωγής μεταφέρεται στην πυρηνική ενέργεια και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τη δεδομένη στιγμή, υπάρχουν περίπου δώδεκα πυρηνικοί αντιδραστήρες, παρά τις έντονες προθέσεις της κυβέρνησης για πλήρη απεξάρτηση από την πυρηνική ενέργεια.  Βέβαια, η αναντιστοιχία που διαπιστώνεται σε σχέση με τις πηγές παραγωγής και τα ποσοστά της κατανάλωσης, μπορεί να αποδοθεί είτε στη μεγάλη εξάρτηση της βαριάς βιομηχανίας για την  κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της από το πετρέλαιο, την απόκτηση του οποίου εξασφαλίζει μέσω των εισαγωγών, αφού τα αποθέματα εγχώριου πετρελαίου είναι εξαιρετικά μειωμένα, είτε στις παράλληλες κρατικές ενισχύσεις για παραγωγή και ενίσχυση της πράσινης ενέργειας που πολιτικά και νομοθετικά ενισχύουν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αν εξαιρεθεί η δραστηριότητα, όσων απασχολούνται στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας εν γένει.

Πίνακας 1.3. Κατανομή της συνολικής παραγωγής ενέργειας στη Νότια Κορέα το 2018, ανά πηγή.

Πάντως ο στόχος του μακροπρόθεσμου πλάνου «2030 Renewable Energy Implementation Plan» έχει ήδη προσανατολισθεί στο να φθάσει στο 20% το ποσοστό της συνολικής ενεργειακής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές με βασικό άξονα την ηλεκτρική και την αιολική ενέργεια. Ο στόχος αυτός, βέβαια, ανεβάζοντας τον πήχυ, σημαίνει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών πριν ανακοινωθεί ο στόχος, ότι η ισχύς της παραγωγής ηλιακής ενέργειας απαιτούνταν να επεκταθεί από το 6GW για το 2017 (αργότερα 7 και 8GW αντίστοιχα για το 2018) σε πάνω από 36GW μέχρι το 2030, και, αντίστοιχα η χωρητικότητα της αιολικής ενέργειας έπρεπε να σημειώσει ένα άλμα από το 1GW στα 18GW. Ωστόσο, όπως φαίνεται και από την πορεία προς την εκπλήρωση του στόχου, στην πράξη οι αυξημένες απαιτήσεις από άποψη ενεργειακής ισχύος, σε συνδυασμό με την προώθηση της βιομάζας, η οποία αποδείχθηκε να εκπέμπει μεγαλύτερα ποσοστά αερίων του θερμοκηπίου από ό,τι ο άνθρακας, έχει αρχίσει να διαβρώνει και να ξεθωριάζει τις ένθερμες κυβερνητικές διακηρύξεις και δεσμεύσεις σε σχέση με την πράσινη ενέργεια. Επιπλέον διαπιστώθηκε και ταυτόχρονη περιβαλλοντική επιβάρυνση, καθώς για την κοπή των δέντρων που απαιτούνται για την παραγωγή βιομάζας, απαιτούνται από 70 έως 80 έτη για το αντιστάθμισμα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

            Χωρίς αμφιβολία, σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις που αφορούν στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, το σύστημα των ποσοστώσεων, που σκιαγραφήθηκε στο πρώτο μέρος του κειμένου, ενίσχυσε τις επενδύσεις, ακόμη και τις ξένες άμεσες επενδύσεις, στο πεδίο της βιομάζας, αφήνοντας κατά μέρος τις υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές, ευτυχώς όχι σε διακριτό και ανεξέλεγκτο επίπεδο. Οι πάροχοι της ηλεκτρικής ενέργειας, στράφηκαν σταδιακά στη βιομάζα, εξ’ αιτίας της αποδοτικότητας του κόστους της, και επειδή ήταν συμβατή με τις προϋφιστάμενες εγκαταστάσεις, χωρίς να συνεπάγεται εξαιρετικά μεγάλο κόστος, όπως απαιτείται από την υιοθέτηση άλλων ανανεώσιμων πηγών.

            Η νοτιοκορεατική κυβέρνηση, συνακόλουθα, δεν παρέμεινε άπραγη στο πεδίο των επενδύσεων, δημοσιεύοντας το Πλάνο για την Ενίσχυση της Ανταγωνιστικότητας των ΑΠΕ («the Reinforcement Plan») για να εξασφαλίσει τη μετατροπή ενέργειας, και την προσέλκυση επενδύσεων. Το ήδη ευνοϊκό νομοθετικό καθεστώς για τις ιδιωτικές επενδύσεις στο συγκεκριμένο τομέα, ακολούθησε το νέο πλάνο για το 2030, όπου παρέχονται ευνοϊκότεροι οικονομικοί και φορολογικοί όροι, οικονομικές ελαφρύνσεις και ενθαρρύνεται η υιοθέτηση νέων μοντέλων επιχειρήσεων, όπως οι ICTs (Information and Communications Technologies). Επιπλέον, το πλάνο εισάγει περαιτέρω διευκολύνσεις, που αφορούν τη διαδικασία παροχής αδειών στο πεδίο αυτό. Επιπρόσθετα, έχει ήδη αναγγελθεί η προώθηση ενός επενδυτικού ταμείου ύψους 500 περίπου Γουόν Ν. Κορέας (περίπου 420 εκατομμύρια δολάρια) για τη δημιουργία των απαραίτητων εγκαταστάσεων για περαιτέρω παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, και την κατασκευή εργοστασίων, αλλά και την αναδιάρθρωση φιλικών προς το περιβάλλον επιχειρήσεων. Στο επίκεντρο βρίσκεται και η εξωστρέφεια των κορεατικών ενεργειακών εταιρειών, οι πριμοδοτήσεις στον ασφαλιστικό τομέα, με βάση το μέγεθος της εξωστρέφειας και επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας. Τέλος, έχει ανακοινωθεί, πως μέρος των πόρων θα διατεθεί για τη σύσταση ειδικής επιτροπής για την επέκταση εξαγωγών ενέργειας ( Committee for Joint Energy-Export Expansion), ενώ ήδη υπάρχει ιστότοπος με συγκεντρωτικά και ενημερωτικά στοιχεία για τον τομέα των επενδύσεων αποκλειστικά, με άμεση συμβουλευτική υποστήριξη.

            Η θέση της Ν. Κορέας στον ενεργειακό χάρτη σε σχέση με τις διμερείς της συμφωνίες κυρίως με τις γειτονικές της χώρες, θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ετεροβαρής. Ενώ εισάγονται μεγάλες ποσότητες πετρελαίου από τις ΗΠΑ και κράτη της Μέση Ανατολής, εξάγονται, παράλληλα, ελάχιστες ενεργειακά ποσότητες σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, με σκοπό την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας  σε περιφερειακό επίπεδο. Οι περισσότερες συμφωνίες σε αυτό το επίπεδο είναι στην ουσία διμερείς επενδυτικές συνθήκες (BITs), ενώ οι προσπάθειες των κρατών τείνουν προς την υιοθέτηση ενός Παν- ασιατικού Προτύπου Ενεργειακών Υποδομών («Pan-Asian Energy Infrastructure-PAEI»), με γνώμονα τον εκσυγχρονισμό και την ενιαία προσέγγιση της ενεργειακής τους πορείας. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τις ανάγκες και τις απαιτήσεις που προκύπτουν για κάθε ασιατική χώρα. Η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είναι εισαγωγείς πετρελαίου από χώρες της Μέσης Ανατολής με αποτέλεσμα να εξαρτώνται ακόμη ενεργειακά σε μεγάλο βαθμό από την τελευταία, κάτι που δεν τους επιτρέπει μια αυτόνομη ενεργειακή προσέγγιση. Αυτό, εν τέλει, καθορίζει και αντανακλά, τόσο τις in concreto ενεργειακές πολιτικές, όπως και τη στάση και αλληλεπίδραση των κρατών μεταξύ τους. Ενδιαφέρον είναι να σημειωθεί, εντούτοις και μεταξύ άλλων, η ανάπτυξη μηχανισμών, που ενισχύουν την τεχνογνωσία και τη συνεργασία στους ενεργειακούς τομείς, όπως και την ενεργειακή σταθερότητα στην Ασία. Η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα, σε συνδυασμό με την ενεργή συμβολή της Ρωσίας, έχουν διαμορφώσει ήδη ένα σύστημα τομής των ενεργειακών τους πολιτικών και των αντανακλαστικών ενεργειών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης μέσω του διακυβερνητικού φόρουμ της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC) αλλά και της Ένωσης των Εθνών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN +3).

            Συμπερασματικά, η Νότια Κορέα συνειδητά έχει προσανατολιστεί προς την προώθηση και αποτελεσματική πορεία υιοθέτησης της πράσινης ενέργειας. Παρά τη δραστήρια κυβερνητική πολιτική και το αναπτυσσόμενο νομοθετικό πλαίσιο, όμως, συγκεντρωτικά, τα ποσοστά ενεργειακής κατανάλωσης είναι δυσανάλογα σε σχέση με τα ποσοστά ενεργειακής παραγωγής. Αυτό καθιστά τη Ν. Κορέα ως την τρίτη μεγαλύτερη κατά σειρά χώρα-εισαγωγέα πετρελαίου, ενώ κατέχει 8η θέση στον κόσμο από άποψη ενεργειακής κατανάλωσης. Η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με δεδομένη την ανομοιογενή ενεργειακή κατάσταση στην Ασία, σε συνδυασμό με τις αυξημένες ενεργειακές απαιτήσεις των κρατών αυτών, στη Νότια Κορέα αποτέλεσε ζήτημα μιας δραστήριας κρατικής πολιτικής, η οποία δεν ήταν πάντα αποτελεσματική για το ζητούμενο της υιοθέτησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που δεν είναι άλλο από την προσπάθεια ελέγχου της κλιματικής αλλαγής και την προστασία του περιβάλλοντος. Η κατά γεωμετρική πρόοδο οικονομική ανάπτυξη της, παρ΄ όλα αυτά αποδεικνύει ολοένα και περισσότερο την ανάγκη αναπροσδιορισμού της όλης προσέγγισης του κράτους, με γνώμονα την πραγματική και επικερδή εγκατάσταση των ανανεώσιμων πηγών τόσο στον τομέα της κατανάλωσης, όσο και στον τομέα της παραγωγής, όπως απαιτεί μια σύγχρονη οικονομία, για να είναι βιώσιμη. Δεν είναι δυνατό, πάντως σε καμία περίπτωση να αποτιμηθούν αρνητικά οι προσπάθειες των εκάστοτε κυβερνήσεων, πλην όμως απαιτείται ωριμότερη και επιτελική αναθεώρηση του ενεργειακού χάρτη, και το μέλλον μένει να το αποδείξει.

Βιβλιογραφία-Πηγές

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *