Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Η Ελλάδα 20 χρόνια στο ευρώ: Ιστορικός θρίαμβος ή ιστορική καταστροφή;

Γράφει ο Νικόλαος Στούπος

Η Ελλάδα αποτέλεσε το 12ο μέλος της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) το 2001 και υιοθέτησε το ευρώ ως εθνικό της νόμισμα την 01/01/2002. Φέτος συμπληρώθηκαν 20 χρόνια όπου το ευρώ αποτελεί το μοναδικό επίσημο συναλλακτικό/χρηματικό μέσο στη χώρα μας.

Παρόλη τη σκεπτικότητα αρκετών Ελλήνων αλλά και ξένων οικονομολόγων για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη (Galanos et al., 2011) εν τέλει λήφθηκε η απόφαση από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς για την ένταξη της χώρας στη νομισματική ένωση. Η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ έφερε μαζί της τόσο οικονομικές όσο και κοινωνικές αλλαγές. Ξαφνικά, ένα κράτος της Βαλκανικής χερσονήσου με παραδοσιακά υψηλά επιτόκια, υψηλό πληθωρισμό και αδύναμο νόμισμα κλήθηκε να διαχειριστεί ένα σταθερό και σκληρό νόμισμα που εγγυόταν χαμηλό πληθωρισμό και σταθερότητα της οικονομίας. Ωστόσο, η υιοθέτηση του ευρώ είχε ως αποτέλεσμα την πρόσβαση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος και της κεντρικής κυβέρνησης σε φθηνότερες και περισσότερες πηγές κεφαλαίων από το εξωτερικό και μάλιστα με χαμηλότερα επιτόκια. Το γεγονός αυτό οδήγησε στον υπερδανεισμό του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα της περιόδου 2002-2008. Το συνολικό χρέος του εγχώριου ιδιωτικού τομέα εκτινάχθηκε από τα 80 δις ευρώ το 2002 στα 127 δις ευρώ το 2008 σημειώνοντας αύξηση περίπου 60%. Επιπρόσθετα, το δημόσιο χρέος της ίδιας περιόδου αυξήθηκε από τα 153 δις ευρώ στα 354 δις ευρώ παρουσιάζοντας μια υπερβολική έκρηξη κατά 131% (tradingeconomics, 2022).

Ωστόσο, το συνολικό χρέος μιας χώρας δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα εάν η εγχώρια οικονομία αναπτύσσεται μεγεθύνοντας με αυτόν τον τρόπο το ΑΕΠ. Η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο 2002-2008 αύξησε το ΑΕΠ της κατά περίπου 200 δις ευρώ έχοντας ένα σταθερό δείκτη ΑΕΠ προς δημόσιο χρέος στο 100% περίπου. Παρόλα αυτά, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας εκείνης της περιόδου βασιζόταν περισσότερο στην αύξηση της κατανάλωσης και στην πληθώρα προσφοράς κεφαλαίων που προερχόταν από το εξωτερικό. Επομένως, η συγκεκριμένη οικονομική μεγέθυνση ήταν πλασματική και δεν βασιζόταν στην πραγματική παραγωγική ικανότητα της χώρας (ESM, 2022).

Κατά την περίοδο αυτή, η ελληνική κοινωνία ζούσε το δικό της «αμερικανικό» όνειρο όπου η εύκολη παροχή δανείων και πίστωσης από τις τράπεζες καθώς και η σημαντική αύξηση των μισθών στη χώρα οδήγησε σε μια άνευ όρων υπερκατανάλωση από την πλειοψηφία των κοινωνικών στρωμάτων. Στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι εδώ περιγράφεται η σχέση αγάπης της Ελλάδα με το ευρώ. Βέβαια, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η κρίση χρέους του 2010 έκοψε βίαια και απότομα αυτήν την πλασματική ευφορία όπου οι επιπτώσεις αυτών των δύο κρίσεων είναι γνωστές στην ελληνική κοινωνία.

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας αποτέλεσε την πιο οικονομικά ακριβή και πιο χρονοβόρα διάσωση χώρας στην παγκόσμια ιστορία. Χρειάστηκε να υπογραφούν και να εφαρμοστούν τρία μνημόνια και να δοθούν δάνεια συνολικής αξίας 305 δις ευρώ (European Commission, 2022). Την περίοδο 2010-2018 χρειάστηκε να γίνουν σκληρές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στο ευρύτερο δημόσιο και στον τραπεζικό τομέα. Επιπλέον, οι μισθοί και οι συντάξεις του δημοσίου θα έπρεπε να εκλογικευτούν με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί κατά περίπου 30% το διαθέσιμο εισόδημα των περισσότερων Ελλήνων μέσα σε ένα διάστημα μόλις τριών ετών. Την ίδια εποχή παρατηρείται και η άνοδος μιας τάσης στην ελληνική κοινωνία, η οποία υποστήριζε ότι το ευρώ και η ΕΕ είναι υπεύθυνη για τα δεινά που περνάει η χώρα. Στο σημείο αυτό μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Ελλάδα διανύει την περίοδο ενός «μίσους» για το ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα, μιας και η επιστροφή στη δραχμή φάνταζε ως μαγική λύση για τα δομικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας.

Τα ερωτήματα τα οποία γεννιούνται είναι πολλά.  Επιλέξαμε οι ίδιοι τη μοίρα μας για τη δεκαετή κρίση της χώρας;  Πλανηθήκαμε από ελλιπή γνώση και εμπειρία της λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας και των διεθνών αγορών; Ήταν η επιστροφή στη δραχμή η βέλτιστη λύση; Πάμε να απαντήσουμε το καθένα ξεχωριστά.

Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η περίοδος εφορίας της περιόδου 2002-2008 και η μεγέθυνση του συνολικού χρέους της χώρας (ιδιωτικού και δημόσιου) ήταν αποτέλεσμα τόσο της προσωπικής ευθύνης του καθενός (όσο αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί ευθύνη) και της κακοδιαχείρισης του οικονομικών του Κράτους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της περιόδου ήταν ότι η πλειοψηφία των διαθέσιμων κεφαλαίων οδηγούνταν στην κατανάλωση και όχι σε επενδύσεις. Το γεγονός αυτό εμπόδισε στη βελτίωση του συνολικού πάγιου περιουσιακού στοιχείου της χώρας το όποιο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για αύξηση της παραγωγής και της βιώσιμής οικονομικής ανάπτυξης. Βέβαια, η ύπαρξη και ενός πελατειακού Κράτους εκείνης της περιόδου επιτάχυνε ακόμα περισσότερο το αδιέξοδο που βρέθηκε η χώρα στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Για το δεύτερο ερώτημα, είναι απολύτως λογικό ότι δεν είναι εφικτή η κατοχή εξειδικευμένης χρηματοοικονομικής ή οικονομικής γνώσης από την πλειοψηφία στης κοινωνίας. Στο σημείο αυτό έρχεται το Κράτος να προστατέψει τόσο την ορθή διαχείριση/διοίκηση του δημόσιου τομέα όσο και να πληροφορήσει τους πολίτες για την υπερβολική έκθεση τους σε τραπεζικό δανεισμό και πίστωση.

Σχετικά με το τρίτο και τελευταίο ερώτημα, η επιλογή της δραχμής δεν θα αποτελούσε τη βέλτιστη επιλογή για τη χώρα. Η διαδικασία επιστροφής στο εθνικό νόμισμα θα ήταν χρονοβόρα, ιδιαίτερα γραφειοκρατική και θα άφηνε την οικονομία ανυπεράσπιστη για μεγάλο χρονικό διάστημα οδηγώντας  εν τέλει σε μεγαλύτερη ύφεση (New York Times, 2015). Τα οφέλη σίγουρα ενός υποτιμημένου νομίσματος θα ήταν σημαντικά βραχυχρόνια, όπου η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών θα οδηγούσε σε αύξηση των εισροών κεφαλαίου στη χώρα. Ωστόσο, στη μακροχρόνια περίοδο, η χώρα θα ήταν αντιμέτωπη με υψηλό πληθωρισμό και επιτόκια καθώς και αρκετά αυξημένη ανεργία. Η Ελλάδα εισάγει, στην πλειοψηφία της, πάγιο εξοπλισμό (μηχανήματα, οχήματα, ηλεκτρονικά είδη, κτλ) από το εξωτερικό. Επιπλέον, είναι εκτεθειμένη σε πρώτες ύλες (κυρίως πετρέλαιο και φυσικό αέριο). Η οποίες εισάγονται κατά κύριο λόγο από χώρες του ΟΟΣΑ. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα οδηγούσε σε εισαγόμενο πληθωρισμό εξαιτίας του υποτιμημένου νομίσματος (BBC, 2015). Οι επιχειρήσεις θα προσπαθούσαν να τιθασεύσουν την αύξηση του κόστους λειτουργίας τους με απολύσεις, με αποτέλεσμα να φαινόταν σύντομα αύξηση του ποσοστού ανεργίας στη χώρα. Τέλος, η Ελλάδα θα έχανε την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου μιας και οι επενδυτές θα ζητούσαν υψηλότερα επιτόκια για να δανείσουν στη χώρα (BBC, 2015).  Βέβαια, εάν λάβουμε υπόψη και το πιθανό καθεστώς χρεοκοπίας που θα βρισκόταν η οικονομία, τότε γίνεται κατανοητό ότι η έλλειψη ρευστότητας και η παροχή πίστωσης θα ήταν από τα άμεσα προβλήματα που θα εμφανιζόταν στον τραπεζικό τομέα.

Η Ελλάδα εν τέλει έμεινε στο ευρώ και διατήρησε τη θέση της στην ΕΕ με πολλούς κόπους, στερήσεις και θυσίες. Σίγουρα το ευρώ από μόνο του δημιουργεί ασυμμετρίες στις οικονομίες της Ευρωζώνης γιατί η κάθε χώρα έχει ετερογενείς αντοχές σε εξωτερικά σοκ και επίσης η δομή της κάθε οικονομίας είναι διαφορετική. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι το ευρώ δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Ο συνδυασμός έλλειψης νομισματικής ανεξαρτησίας με κακοδιαχείριση των οικονομικών του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα είναι εκείνο το πρόβλημα που μπορεί να οδηγήσει μια χώρα σε περιπέτειες. Με πιο απλά λόγια, η καλή διαχείριση των οικονομικών του «οίκου» μας και η επέκταση των υποχρεώσεων μέχρι εκεί που αντέχουμε είναι ο σωστός δρόμος για την αποφυγή κρίσεων.

Εν κατακλείδι, εάν πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα αν το ευρώ αποτέλεσε ιστορικό εθνικό θρίαμβο ή καταστροφή; Η απάντηση είναι ότι ξεκίνησε ως ένας εθνικός θρίαμβος για τη χώρα, κατά τα πρώτα χρόνια, και εμείς οι ίδιοι τον εξελίξαμε σε μια εθνική καταστροφή κατά την προηγούμενη δεκαετία.

Βιβλιογραφικές Αναφορές