Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων στην Ε.Ε και η προβληματική της χρυσής μετοχής υπό το φως της Νομολογίας του ΔΕΕ

Γράφει η Άσπα Κατσίκη

Η πολυνομία και η πολυπλοκότητα του δικαίου της Ένωσης και ειδικά αυτού που περιβάλλει την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και πληρωμών συνιστούν σημαντικές αιτίες για την ενασχόληση και την ανάλυση του κατωτέρω θέματος. Αν και η εν λόγω ελευθερία κατοχυρώθηκε σε σχέση με τις υπόλοιπες ελευθερίες αρκετά χρόνια αργότερα, αποτέλεσε μία καινοτομία, δεδομένου, πως αφορούσε σχέσεις και διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίων, όχι μόνο μεταξύ κρατών μελών της Ένωσης, αλλά και από και προς τρίτες χώρες. Ο λόγος ήταν φανερός: η επιθυμία των συντακτών της Συνθήκης να προσελκύσουν νέα κεφάλαια και επενδύσεις εντός του χώρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να παράσχουν τα απαραίτητα εχέγγυα και εγγυήσεις προς επίδοξους επενδυτές.

Στη Συνθήκη δεν ορίζεται η έννοια των «κεφαλαίων», έχει, ωστόσο, διαμορφωθεί νομολογικά. Με βάση, λοιπόν τη νομολογία, ως κινήσεις κεφαλαίων θεωρούνται τόσο οι άμεσες επενδύσεις, ήτοι πάσης φύσεως επενδύσεις στις οποίες προβαίνουν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και οι οποίες χρησιμεύουν στη δημιουργία ή στη διατήρηση σταθερών και άμεσων σχέσεων ανάμεσα στον επενδυτή και την επιχείρηση για την οποία προορίζονται τα κεφάλαια αυτά, με σκοπό την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας όσο και οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου (συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C 282/04 και C 283/04 Επιτροπή κατά Ολλανδίας, Συλλογή 2006, σελ. Ι-9141).

Με βάση το άρθρο 63 ΣΛΕΕ τα εθνικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της διασυνοριακής κίνησης των κεφαλαίων, συνιστούν περιορισμούς, οι οποίοι απαγορεύονται, ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει ή όχι δυσμενής διακριτική μεταχείριση (βλ. Υπόθεση C 463/00 Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2003, σελ. Ι-4581, Υπόθεση C 43/07 Arens-Sikken, Συλλογή 2008, σελ. Ι-6887).

Ωστόσο, με βάση το άρθρο 65 παρ. 1 (β) ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη μπορούν «να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας ή της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ή να προβλέπουν διαδικασίες δήλωσης των κινήσεων κεφαλαίων για λόγους διοικητικής ή στατιστικής ενημέρωσης, ή να λαμβάνουν μέτρα υπαγορευμένα από λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας». Η εν λόγω διάταξη παρέχει τη νομική βάση για την επίκληση επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος. Η προστασία της δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας αποτελεί ένα ακόμα λόγο που δικαιολογεί περιοριστικά εθνικά μέτρα της κίνησης κεφαλαίων. Σε κάθε περίπτωση η επίκληση της ανάγκης προστασίας της δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας θα πρέπει να υπαγορεύεται από την αποτροπή μιας επαρκούς απειλής για ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Υπόθεση C 54/99 Eglise de Scientologie, Συλλογή 2000, σελ. Ι-1335).

Στη δεκαετία του 1990, το τότε ΔΕΚ και νυν ΔΕΕ, ασχολήθηκε εκτεταμένα με το ζήτημα της λεγόμενης «χρυσής μετοχής» και ειδικότερα κατά πόσο μία τέτοια πρακτική συνιστά ή όχι περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων ή πληρωμών.

Η χρυσή μετοχή είναι το είδος της μετοχής που παρέχει για συγκεκριμένο διάστημα από την έκδοση της δικαιώματα και προνόμια στον κάτοχο της. Πρόκειται για ένα αγγλικής εμπνεύσεως μέσο ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων, με την παράλληλη έκδοση μία ειδικής μετοχής υπέρ του δημοσίου που του παρέχει ειδικά προνόμια μειοψηφίας. Το δε δημόσιο, με τον ανωτέρω τρόπο δύναται να κατέχει αυξημένα δικαιώματα ως μέτοχος.

Ειδικότερα στην υπόθεση C 112/05 Επιτροπή κατά Γερμανίας (Volkswagen) (Συλλογή 2007, σελ. Ι-8995), το Δικαστήριο έκρινε ότι μία κατάσταση, που περιορίζει τη δυνατότητα των μετόχων να μετέχουν στην εταιρία, με σκοπό τη δημιουργία ή τη διατήρηση σταθερών και άμεσων οικονομικών δεσμών με αυτήν, οι οποίοι να καθιστούν δυνατή την ουσιαστική συμμετοχή στη διαχείριση της εταιρίας ή στον έλεγχό της, είναι ικανή να αποτρέψει τους άμεσους επενδυτές άλλων κρατών-μελών. Για τον λόγο αυτό, ο «Νόμος VW», ο οποίος περιλάμβανε δύο μέτρα τα οποία είχαν ως σκοπό να διατηρήσουν την επιρροή του Ομοσπονδιακού Κράτους της Γερμανίας και του Κρατιδίου της Κάτω Σαξωνίας στην εταιρία Volkswagen, που είχε ήδη ιδιωτικοποιηθεί μερικώς, έρχονται σε αντίθεση με τις σχετικές με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων διατάξεις της Συνθήκης.

Στην Υπόθεση C 367/98 Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2002, σελ. Ι-4767), το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για δυσμενή μεταχείριση, αντίθετη με τις απαιτήσεις του Άρθρου 63 ΣΛΕΕ, καθώς η Πορτογαλία απαγόρευε την απόκτηση από επενδυτές άλλων κρατών-μελών περισσότερων μετοχών πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό. Παράλληλα, αποφάνθηκε ότι η προηγούμενη έγκριση από το κράτος για την αγορά ενός ποσοστού μετοχών πρέπει, για να είναι αποδεκτή, να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, να μην διακρίνει δυσμενώς τους επενδυτές και να είναι ανάλογη του σκοπού που επιδιώκει.

Στην Υπόθεση C 483/99 Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σελ. Ι-4796), το Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η επιδίωξη της γαλλικής νομοθεσίας, να εξασφαλίσει ορισμένα προϊόντα σε περίοδο κρίσης, αποτελεί θεμιτό λόγο περιορισμού της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε η γαλλική νομοθεσία να εξασφαλίσει τα επίμαχα προϊόντα έπληττε την ασφάλεια δικαίου, επειδή οι ενδιαφερόμενοι δεν γνώριζαν την έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους που απέρρεαν από τη Συνθήκη. Συνεπώς, η νομοθεσία αυτή υπερέβαινε το αναγκαίο για να επιτευχθεί ο σκοπός της μέτρο και ως εκ τούτου, με βάση το κριτήριο της αναλογικότητας, ο περιορισμός ήταν μη αναλογικός και έτσι παραβίαζε τις σχετικές διατάξεις για την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και πληρωμών.

Σε μία υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος, την C 244/11 Επιτροπή κατά Ελλάδας [Συλλογή (ηλεκτρονική) 2012], το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα σύστημα προηγούμενης έγκρισης παρέχει στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια που ελέγχεται δυσχερώς από τα δικαστήρια και ενέχει τον κίνδυνο δυσμενών διακρίσεων. Απεφάνθη, συνεπώς, πως η εν λόγω πρακτική έρχεται σε αντίθεση με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων.

Τέλος, μόνη εξαίρεση αποτέλεσε η Υπόθεση C 503/99 Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2002, σελ. Ι-4824), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το κρατικό προνόμιο που παραχωρούσε το εκ των υστέρων δικαίωμα της αρνησικυρίας, ήτοι το δικαίωμα του εν λόγω κράτους μέλους να ασκεί ανακοπή έναντι ορισμένων αποφάσεων περί διαχειρίσεως κρινόμενων ως αντιθέτων προς τις κατευθυντήριες γραμμές της ενεργειακής πολιτικής της χώρας και να μπλοκάρει τέτοιου είδους αποφάσεις, πληρούσε τα κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας και, ως εκ τούτου, γινόταν αποδεκτό.

Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το ίδιο το κείμενο της ΣΛΕΕ, δημιούργησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, πληθώρα προβλημάτων, καθώς κάθε κράτος μέλος, αν και πρόθυμο να προστατεύσει τους εκάστοτε επενδυτές που προέρχονταν είτε από κάποιο άλλο κράτος – μέλος, είτε από κάποιο τρίτο κράτος, αποδείχθηκε σχετικά απρόθυμο να εγκαταλείψει προνόμια για δικούς του επενδυτές και υπηκόους. Στα πλαίσια αυτά, προέκυψε και το ζήτημα της «χρυσής μετοχής», στο οποίο, όπως διαφάνηκε, το Δικαστήριο, ως η φωνή του Δικαίου της Ένωσης, φάνηκε απρόθυμο να δικαιολογήσει πρακτικές όπως οι ανωτέρω εξετασθείσες, κρίνοντάς τες ως αντίθετες με το δίκαιο της Ένωσης και την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων.

Πηγές:

-Χάρης Ταγαράς, Μαρία Μένγκ-Παπαντώνη, Η κατ’ άρθρο 26.2 ΣΛΕΕ Εσωτερική Αγορά; Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2013

-Γεώργιος Αργυρός, Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Εσωτερικής Αγοράς: Οι Θεμελιώδεις Οικονομικές Ελευθερίες, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΩΝ, διαθέσιμο σε: https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/4169/1/-00_master_document.pdf

-Cordewener, A., Free Movement of Capital Between EU Member States and Third Countries: How Far Has the Door Been Closed? (2009) 18 EC Tax Review 260.

-Cordewener, A., Kofler, G. & van Thiel, S., The Clash Between European Freedoms and National Direct Tax Law: Public Interest Defenses Available to the Member States; (2009) 46 Common Market Law Review 1951.

-Flynn, L., Coming of Age: The Free Movement of Capital Case Law 1993-2002; (2002) 39 Common Market Law Review 773.

-Hindelang, S, The Free Movement of Capital and Foreign Direct Investment: The Scope of Protection in EU Law; (2010) 21 European Journal of International Law 496.

-O’Brien, M., Taxation and the Third Country Dimension of Free Movement of Capital in EU Law: The ECJ’s Rulings and Unresolved Issues; (2008) 6 British Tax Review 628.

-Ringe, W. G., Company Law and Free Movement of Capital; (2010) 69 Cambridge Law Journal 378.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *