Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η γενοκτονία της Ρουάντα (1994): Ένα σύντομο χρονικό της εμφύλιας διαμάχης

Γράφει η Σταυρούλα Παπαδέα

Η Ρουάντα είναι μία χώρα της Αφρικανικής Ηπείρου, η οποία κατοικείται, κατά κύριο λόγο, από δύο φυλές, τους Χούτου και τους Τούτσι και η συνύπαρξή τους στον ίδιο χώρο, υπολογίζεται ιστορικά, ότι είναι μεγαλύτερη των πέντε αιώνων. Το συγκεκριμένο κράτος ήλθε στο προσκήνιο της διεθνούς κοινότητας, με αφορμή τον εμφύλιο πόλεμο και τη γενοκτονία που συντελέστηκαν το 1994, ως αποτελέσματα της μακροχρόνιας διαμάχης μεταξύ των δύο φυλών. Πράγματι, οι συνέπειες των συγκεκριμένων συμβάντων ήταν τόσο ολέθριες, που επηρεάζουν την πολιτική κατάσταση της χώρας μέχρι και σήμερα. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην αιματηρή σύγκρουση των δύο λαών, με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο οργάνωσης και πραγματοποίησης του σχεδίου για τη γενοκτονία των Τούτσι και μίας μερίδας των Χούτου. Έπειτα, θα επισημανθεί η εμπλοκή τρίτων κρατών αλλά και διεθνών οργανισμών για την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών και την απονομή δικαιοσύνης προς όφελος των θυμάτων και των οικογενειών τους. Τέλος, θα γίνει μία σύντομη αναφορά στη λειτουργία του ad hoc Δικαστηρίου, που ανέλαβαν υποθέσεις σχετικές με τη γενοκτονία και στην αντιμετώπιση του ζητήματος από την τωρινή πολιτική ηγεσία.

Αρχικά, η σύγκρουση μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι έχει τις απαρχές της στην προβληματική συνύπαρξη των δύο φυλών. Παρ’ όλα τα κοινά χαρακτηριστικά τους ως προς τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις πολιτισμικές παραδόσεις, διαμορφώθηκαν δύο διαφορετικές κάστες, με πολιτικά κυρίαρχη τη μειονότητα των Τούτσι επί της πληθυσμιακά μεγαλύτερης φυλής των Χούτου. Συνεπώς, η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο φυλών δεν αφορά τόσο στο γεγονός ότι ανήκουν σε ξεχωριστές εθνοτικές ομάδες, αλλά μάλλον σε ταξικές διαιρέσεις που οφείλονται σε τεχνητές διακρίσεις, καθώς το 14% του πληθυσμού, το οποίο ισοδυναμούσε με 1.000.000 άτομα, επιβαλλόταν στο υπόλοιπο 80% του πληθυσμού. Έτσι, οι Χούτου χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες των Τούτσι, με τους δεύτερους να κυριαρχούν στην εγχώρια πολιτική ζωή. Στη συνέχεια, οι αποικιοκράτες δημιούργησαν τον μύθο των γενετικά «καλύτερων» Τούτσι, στους οποίους παραχώρησαν περισσότερα προνόμια και τους προώθησαν στις ανώτερες θέσεις εξουσίας. Με αυτόν τον τρόπο, η αποικιοκρατική περίοδος ενίσχυσε τις διακρίσεις εις βάρος των Χούτου, πυροδοτώντας αμοιβαία αισθήματα καχυποψίας και μίσους μεταξύ των δύο πληθυσμών.

Είναι απαραίτητο να τονιστεί, ότι η πολιτική κατάσταση της χώρας ήταν έκρυθμη ήδη από το 1959. Ένα αξιομνημόνευτο γεγονός εκείνου του έτους ήταν η ανατροπή του μοναρχικού καθεστώτος των Τούτσι από τους Χούτου. Μάλιστα, πολλοί καθεστωτικοί εκδιώχθηκαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Ρουάντα, βρίσκοντας καταφύγιο σε γειτονικά κράτη, όπως η Ουγκάντα. Εκεί, οι Τούτσι αποφάσισαν να ιδρύσουν το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα, με σκοπό να επιτεθούν στην πατρίδα τους, με τη βοήθεια ενός ειδικού εκστρατευτικού σώματος. Πράγματι, το Μέτωπο εκπλήρωσε τους στόχους που οδήγησαν στη δημιουργία του, με την εισβολή που πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1990. Στο αντίπαλο μέτωπο, εκτός από τους Χούτου, βρίσκονταν και στρατιωτικά σώματα από τη Γαλλία, το Βέλγιο και το Ζαΐρ. Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων ξεκίνησε το 1991, ενώ προτάθηκε και ανακωχή μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και του Μετώπου το επόμενο έτος. Τελικά, οι επιθέσεις έλαβαν τέλος με την υπογραφή των Συμφωνιών Ειρήνης της Αρούσα στην Τανζανία, στις 4 Αυγούστου 1993.

Εντούτοις, στις 6 Απριλίου 1994, η δολοφονία του Χούτου προέδρου της Ρουάντα, Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα και του ομολόγου του στο Μπουρούντι, ήταν η αφορμή για την εκ νέου πυροδότηση ενός κλίματος έντασης. Αρκετοί ακραίοι Χούτου θεώρησαν ως υπαίτιο της επίθεσης το Πατριωτικό Μέτωπο, ενώ η συγκεκριμένη άποψη υιοθετήθηκε και από αρκετά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από την άλλη πλευρά, οι Τούτσι εξέφρασαν την πεποίθηση ότι η κατάρριψη του αεροπλάνου διενεργήθηκε από τους Χούτου, ώστε να μπορέσουν να ασκήσουν μία επιθετική προπαγάνδα εναντίον των πρώτων. Τα πορίσματα της επίσημης έρευνας για τη διαλεύκανση των συνθηκών του δυστυχήματος, η οποία έγινε για λογαριασμό της κυβέρνησης μεταξύ των ετών 2007-2010, επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό των Τούτσι. Στις 7 Απριλίου 1994, δολοφονήθηκε η Χούτου πρωθυπουργός, Αγκάθι Ουιλιντζιμάνα, εξαιτίας της επιθυμίας κάποιων εξτρεμιστών Χούτου να αναλάβουν οι ίδιοι τα ηνία της εξουσίας. Έπειτα, τέθηκε σε εφαρμογή ένα ενδελεχές και πλήρως οργανωμένο πλάνο εθνοκάθαρσης, που αφορούσε τους Τούτσι και τους πιο μετριοπαθείς Χούτου. Ως απότοκο των προαναφερθέντων, στις 9 Απριλίου δόθηκε εντολή σχηματισμού μίας προσωρινής κυβέρνησης, αποτελούμενης από ακραίες ομάδες Χούτου.

Οι επόμενοι μήνες χαρακτηρίστηκαν από την επικράτηση της αναρχίας στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Καθημερινό φαινόμενο αποτελούσαν οι μαζικές εκτελέσεις των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης, αλλά και όλων των μελών των οικογενειών τους, από τον στρατό και την πολιτοφυλακή των Χούτου. Μάλιστα, πολλές δολοφονίες γίνονταν μεταξύ ατόμων που γνωρίζονταν προσωπικά, ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις εξαναγκασμού των ανδρών να σκοτώσουν τις Τούτσι συζύγους τους. Παράλληλα, οι ντόπιες πολιτοφυλακές έστησαν οδοφράγματα, με στόχο να εντοπίσουν και να εξολοθρεύσουν τους διερχόμενους Τούτσι. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί, επειδή στις ταυτότητες εκείνης της περιόδου, αναγραφόταν και η εθνοτική ομάδα, στην οποία ανήκαν οι πολίτες. Επίσης, η πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας είχε στην κατοχή της ματσέτες, που χρησιμοποιήθηκαν ως βασικό εργαλείο εξόντωσης κατά την περίοδο της γενοκτονίας. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι έγινε έντονη χρήση της σεξουαλικής και έμφυλης βίας ως όπλο πολέμου. Χιλιάδες Τούτσι, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, αλλά και άντρες, κακοποιήθηκαν βάναυσα πριν δολοφονηθούν, ενώ αρκετές επιζώσες κρατήθηκαν ως σκλάβες.

Σημαντικό ρόλο, στις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν, έπαιξε ο γρήγορος διαμοιρασμός των όπλων στις κατά τόπους κοινότητες, ενώ την ίδια στιγμή, μοιράζονταν λίστες για τον γρήγορο εντοπισμό και την εξολόθρευση των «στόχων» τους. Η μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού για τη συμμετοχή στη γενοκτονία πραγματοποιήθηκε με τη συμβολή των μέσων ενημέρωσης. Ένα παράδειγμα αυτής της τακτικής ήταν η δημιουργία του ραδιοφωνικού σταθμού RTLM, όπου προπαγανδίζονταν ρητορικές μίσους εναντίον των Τούτσι, αφού παρακινούσαν τους πολίτες να τους σκοτώσουν, αναφέροντας μερικά επιφανή ονόματα. Μία από τις πιο γνωστές περιπτώσεις είναι εκείνη της Βαλερί Μπεμερίκι, μίας ραδιοφωνικής παραγωγού του RTLM, που ώθησε τις γυναίκες Χούτου να προβούν σε πράξεις ακραίας βίας. Η προαναφερθείσα νομιμοποίησε αυτές τις δράσεις, λέγοντας ότι οι γυναίκες είχαν την υποχρέωση επιβίωσης της φυλής τους. Επιπρόσθετα, το μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό Kangura δημοσίευσε τις 10 Εντολές των Χούτου το 1990. Η χρησιμότητά του ήταν να αναδείξει την ανωτερότητα των Χούτου και ταυτόχρονα, έκανε δεκτή την άσκηση βίας εναντίον των Τούτσι. O συγκεκριμένος τρόπος γραφής του δεκαλόγου οφείλεται στο γεγονός ότι πάνω από το 90% του πληθυσμού ήταν Χριστιανοί, ώστε οι πολίτες να μπορούν να ταυτιστούν με αυτόν.

Επιπροσθέτως, σημαντικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της εποχής είχαν καθοριστικό ρόλο στην εκτύλιξη των γεγονότων του 1994. Χαρακτηριστικά, ο κυβερνητικός αξιωματούχος Φαμπιέν Νερετσέ κρίθηκε ένοχος για τις κατηγορίες τέλεσης εννέα φόνων και για τρεις απόπειρες δολοφονίας από το αρμόδιο δικαστήριο των Βρυξελλών. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί και η εμπλοκή των θρησκευτικών ηγετών στην τέλεση των εγκλημάτων της γενοκτονίας. Αρκετοί ιερείς και μοναχές προέβησαν σε δολοφονίες ατόμων, ακόμα και εκείνων που κατέφυγαν στις εκκλησίες για παροχή προστασίας. Ως παράδειγμα, δύναται να αναφερθεί η περίπτωση δύο μοναχών, οι οποίες άνοιξαν τις πύλες του μοναστηριού στους Τούτσι, υποσχόμενες ότι θα τους παρείχαν άσυλο. Στην πραγματικότητα, όμως, επακολούθησε η εντολή θανάτου 7.000 ατόμων, που είχαν συγκεντρωθεί στο μοναστήρι. Το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα ανταπέδωσε τα πύρα και κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο της χώρας στις αρχές Ιουλίου. Εν συνεχεία, διορίστηκε μία μεταβατική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Χούτου, Παστέρ Μπιζιμουνγκού και αντιπρόεδρο τον Τούτσι, Πολ Καγκάμε, ο οποίος διατελεί σήμερα πρόεδρος της χώρας.

Στη διάρκεια 100 ημερών, υπολογίζεται ότι δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 800.000 Τούτσι και μετριοπαθείς Χούτου. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, επιβίωσαν μόλις 130.000 Τούτσι, καθώς το 80% του πληθυσμού είχε δολοφονηθεί. Επιπλέον, 2.000.000 πολίτες και των δύο φυλών, κατέφυγαν μαζικά στο τότε επονομαζόμενο Ανατολικό Ζαΐρ (στη σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό) και μία μεγάλη πλειοψηφία επέστρεψε μόνο μετά το 1997. Μία μερίδα εξ αυτών συμμετείχε στη γενοκτονία και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα, λόγω του φόβου της επιβολής αντιποίνων. Άλλοι απέδρασαν στα συνορεύοντα κράτη της Τανζανίας και του Μπουρούντι. Αξιοσημείωτη ήταν η έλλειψη ενεργού δράσης για την παύση των εχθροπραξιών, από πλευράς της διεθνούς κοινότητας. Στη Ρουάντα, υπήρχαν βελγικές στρατιωτικές δυνάμεις και μία αποστολή των Ηνωμένων Εθνών, στις οποίες, όμως, δεν δόθηκε εντολή παρέμβασης εξαιτίας της αποτυχημένης εμπλοκής των αμερικανικών στρατευμάτων στη Σομαλία, έναν χρόνο νωρίτερα. Ως σύμμαχος της κυβέρνησης των Χούτου, η Γαλλία προσπάθησε να εκκενώσει τα πεδία μάχης, εγκαθιδρύοντας κάποιες ζώνες ασφαλείας για τους πολίτες. Παρ’ όλα αυτά, το Γαλλικό Κράτος κατηγορήθηκε ότι έλαβε ανεπαρκή μέτρα για την αποτροπή των σφαγών αλλά και ότι υποστήριξε τους υπευθύνους των εγκλημάτων. Τέλος, σύμφωνα με μαρτυρίες από ανθρωπιστικές οργανώσεις, η ανάληψη της εξουσίας από το Πατριωτικό Μέτωπο οδήγησε στον θάνατο χιλιάδων Χούτου πολιτών από τους μαχητές της οργάνωσης.

Στις 8 Νοεμβρίου 1994, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δημιούργησε ένα ad hoc  Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα στην πόλη της Αρούσα, προκειμένου να καταδικαστούν οι πρωτεργάτες της γενοκτονίας. Οι πρώτες δίκες ξεκίνησαν το 1995, ενώ οι κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ήταν δεκάδες χιλιάδες και στην πλειοψηφία τους Χούτου. Το ad hoc Δικαστήριο είχε το ιδιότυπο γνώρισμα ότι συστάθηκε για να δικάσει εγκλήματα που διενεργήθηκαν σε εμφύλια σύγκρουση, αλλά και ότι η σύστασή του έγινε βάσει ενός παραρτήματος αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και όχι ενός συμβατικού κειμένου. Ακόμα, το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό όργανο είχε ανεξάρτητο και προσωρινό χαρακτήρα, γιατί επεδίωκε την αποκατάσταση και τη διασφάλιση της ειρήνης. Εξαιτίας των μακροχρόνιων δικών και του μεγάλου αριθμού των κατηγορουμένων, η κυβέρνηση πρότεινε τη χρήση του παραδοσιακού κοινοτικού συστήματος δικαιοσύνης (gacaca courts) τo 2001. Στη δεκαετία 2002-2012, τα κοινοτικά δικαστήρια εκδίκασαν περισσότερες από 1.2 εκατομμύρια υποθέσεις, με κύριο στόχο την επικράτηση της δικαιοσύνης και την αποκάλυψη της αλήθειας. Αντίστοιχα, το κλείσιμο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα έγινε το 2015, έχοντας εξετάσει έναν αξιοσημείωτο αριθμό υποθέσεων.

Τα τραγικά γεγονότα της γενοκτονίας είχαν αρνητικές επιπτώσεις, τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό. Οι μαζικές σφαγές χιλιάδων πολιτών προκάλεσαν κοινωνικό χάος, ενώ την ίδια στιγμή, η οικονομία εισήλθε σε περίοδο βαθιάς ύφεσης. Πράγματι, ο τωρινός πρόεδρος εφάρμοσε πολιτικές ώστε να φέρει μία ραγδαία οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη στη χώρα. Μολαταύτα, το υπάρχων καθεστώς λειτουργεί με απολυταρχικό τρόπο και δεν γίνονται ανεκτές οι διαφοροποιημένες πολιτικές τοποθετήσεις. Επιπλέον, αρκετοί πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης έχουν δολοφονηθεί κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στη Ρουάντα και στις γειτονικές χώρες. Οι πληγές που άφησαν τα συμβάντα του 1994 δεν έχουν κλείσει, ενώ θεωρείται παράνομη η συζήτηση για θέματα περί εθνικότητας. Η απουσία δημόσιου διαλόγου για αυτό το ζήτημα θεωρείται, από πολλούς, ως τροχοπέδη για την αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και των σχέσεων μεταξύ των πολιτών. Άλλωστε, πολλοί ύποπτοι για εγκλήματα δεν καταδικάστηκαν ποτέ, ενώ σε αρκετούς δόθηκε αμνηστία έπειτα από κυβερνητική απόφαση.

Συνοψίζοντας, η γενοκτονία της Ρουάντα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Οι οργανωμένες δολοφονίες και οι βιασμοί σε βάρος των Τούτσι είχαν ως απόρροια τη δημιουργία βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων μίσους και διαχωρισμού των δύο φυλών σε διαφορετικά στρατόπεδα. Επιπροσθέτως, η κωλυσιεργία των διεθνών οργανισμών, που δρουν με βάση το ανθρωπιστικό δίκαιο, να λάβουν προληπτικά μέτρα, συνέβαλε στη συνέχιση των εγκλημάτων. Η ανάληψη ευθύνης για επανόρθωση και αποκατάσταση των θυμάτων έγινε μετά τη λήξη της γενοκτονίας, ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέψουμε τη θετική επιρροή των διεθνών θεσμών. Τέλος, σημαντικό βήμα προς τα εμπρός ήταν η απολογία του πρώην Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Κόφι Ανάν, για την αποτυχία των κρατών–μελών να αντιμετωπίσουν έγκαιρα την καταστροφή αλλά και του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν για τον ρόλο της Γαλλίας. Εντούτοις, είναι αναγκαία η συζήτηση επί του θέματος στην ίδια τη χώρα και όχι η αποσιώπησή του, καθώς μόνο έτσι οι πολίτες θα κατανοήσουν τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και δεν θα οδηγηθούν σε παρόμοιες πράξεις στο μέλλον.

Βιβλιογραφία:

  • Μαρούδα Μαρία-Ντανιέλλα, Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Δεκέμβριος 2015, σελ. 363-376
  • Steans Gill, Φύλο και Διεθνείς Σχέσεις, Εκδόσεις Πεδίο, Νοέμβριος 2016, σελ. 157-162
  • Κριστίνα Κριπάχι, Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου, Τα φαντάσματα της γενοκτονίας στη Ρουάντα, Deutsche Welle, Απρίλιος 06 2019. Διαθέσιμο σε:

https://www.dw.com/el/%CF%84%CE%B1-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1/a-48231479

  • Alastair Leithead, Rwanda genocide: International Criminal Tribunal Closes, BBC, Δεκέμβριος 14 2015. Διαθέσιμο σε:

https://www.bbc.com/news/world-africa-35070220

  • Antonio Cascais, David Ehl, ICTR: A tribunal that failed Rwandan genocide victims and survivors, Deutsche Welle, Νοέμβριος 08 2019. Διαθέσιμο σε:

https://www.dw.com/en/ictr-a-tribunal-that-failed-rwandan-genocide-victims-and-survivors/a-51156220

  • Associated Press, U.N. chief apologizes for Rwanda. He admits failure to prevent 1994 genocide, Deseret News, Δεκέμβριος 17 1999. Διαθέσιμο σε:

https://www.deseret.com/1999/12/17/19480976/u-n-chief-apologizes-for-rwanda-br-he-admits-failure-to-prevent-1994-genocide

  • News-Europe, Macron asks Rwanda to forgive France over 1994 genocide role, BBC, Μάιος 27 2021. Διαθέσιμο σε:

https://www.bbc.com/news/world-europe-57270099

  • Rene Lemarchand, Rwanda, Britannica. Διαθέσιμο σε:

https://www.britannica.com/place/Rwanda/Government-and-society

Πηγή εικόνας: Rwanda genocide: 100 days of slaughter, BBC. Διαθέσιμο σε:

https://www.bbc.com/news/world-africa-26875506