Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η ακροδεξιά σκηνή στην Ιταλία: Η εκλογική άνοδος της Λέγκα του Βορρά

Γράφει η Μαρία Βιργινία Σταυράκη

Την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μια σημαντική άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων ανά την Ευρώπη. Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μεταβολές που συντελέστηκαν στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας, όπου το ακροδεξιό φαινόμενο απαντά πληθώρα ακροδεξιών και νεοφασιστικών σχηματισμών. Στην Ιταλία, τα μεγαλύτερα ακροδεξιά κόμματα είναι η Λέγκα του Βορρά(Lega Nord), το Casa Pound και το Fratelli d’ Italia. Τα κόμματα αυτά έχουν πολύ έντονη παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία χρησιμοποιούν για να επικοινωνούν και να κινητοποιούν τους υποστηρικτές τους.

Το πιο γνωστό από τα προαναφερθέντα κόμματα είναι η Λέγκα του Βορρά(ιταλικά: Lega Nord, απόδοση πλήρους ονόματος στα ελληνικά: Βόρεια Λέγκα για την Ανεξαρτησία της Παδανίας). Η Λέγκα του Βορρά αποτελεί ένα αποσχιστικό, εθνικό- περιφερειακού και λαϊκιστικού κοκτέιλ πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1991, μέσα σε ένα κλίμα μεγάλης εκλογικής αποχής και αποπροσανατολισμού. Η Λέγκα του Βορρά δημιουργήθηκε ως ομοσπονδία που ένωσε 6 περιφερειακά κόμματα της Βόρειας και Κεντρικής Ιταλίας, τα πιο δημοφιλή από τα οποία είναι η Λέγκα Βένετα και η Λέγκα Λομβαρδίας. Οι δύο αυτοί κομματικοί σχηματισμοί πριν την ένωση τους με τη Λέγκα του Βορρά άρθρωσαν έντονο φασιστικό πολιτικό λόγο, κυρίως γύρω από τα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας και του «κινδύνου της παγκοσμιοποίησης». Η Λέγκα των 6 περιφερειακών κομμάτων ιδρύθηκε υπό τον Ουμπέρτο Μπόσι (Umberto Bossi), ο οποίος παρέμεινε πρόεδρος ως το 2012 που τον διαδέχθηκε στην ηγεσία ο Ματέο Σαλβίνι (Matteo Salvini) μετά την ήττα του κόμματος στις εκλογές του 2013.

Ο πολιτικός λόγος της Λέγκας αρχικά στηρίχθηκε πάνω στην φαντασιακή οντότητα της Παδανίας στο Βορρά της Ιταλίας, προωθώντας την αυτονομία ή ακόμα και την ανεξαρτησία από τη χώρα για ένα μεγάλο μέρος της Βόρειας και Κεντρικής Ιταλίας. Η ιδέα της ανεξαρτησίας της Παδανίας αποτέλεσε το κεντρικό σύνθημα της Λέγκας τη δεκαετία του ’90. Αργότερα, παρατηρείται μια σταδιακή μετάλλαξη του κόμματος, εγκαταλείποντας τις γεωγραφικές αναφορές της Παδανίας, αρχής γενομένης από την αλλαγή του ονόματος του το 2018 από Λέγκα του Βορρά σε Λέγκα, και προσαρμόζοντας την στρατηγική του στο μοντέλο του Γαλλικού Εθνικού Συναγερμού ( Εθνικό Μέτωπο), ιδίως στα ζητήματα που αφορούσαν την μετανάστευση και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ). Έτσι, από το 4% στις εκλογές του 2013, η Λέγκα τετραπλασιάζει το ποσοστό της το 2018 φτάνοντας στο 18%, πράγμα που της επέτρεψε να διεκδικήσει την ηγεσία του Δεξιού Συνασπισμού της Ιταλίας από το Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi).

To 2018, η Λέγκα συμμετείχε στην κυβέρνηση μαζί με το Κίνημα των Πέντε Αστέρων (Movimento 5 Stelle). Πρωθυπουργός ορίστηκε ο ανεξάρτητος πολιτικός Τζουζέπε Κόντε (Giuseppe Conte) και οι αρχηγοί των δύο κομμάτων Ματέο Σαλβίνι και Λουίτζι ντι Μάιο(Luigi Di Maio) αντίστοιχα ορίστηκαν Αναπληρωτές Πρωθυπουργοί. Ο Σαλβίνι ανέλαβε παράλληλα και το Υπουργείο Εσωτερικών και ορισμένα από τα νομοθετήματα που προώθησε στη διάρκεια της θητείας του ήταν η μείωση των φόρων για τις μικρές επιχειρήσεις, η μείωση του αριθμού των αντιπροσώπων, ο επανακαθορισμός των κανόνων λειτουργίας της ΕΕ και η επιδίωξη συνεργασίας με τη Ρωσία.

Η εκλογική άνοδος της Λέγκα στις ιταλικές εθνικές εκλογές του 2018 είναι αποτέλεσμα τόσο οικονομικών όσο και κοινωνικών παραγόντων. Οι εκλογές αυτές αποτέλεσαν την πρώτη εκλογική συμμετοχή μετά την μεταναστευτική κρίση του 2015, που μια εκ των συνεπειών της ήταν η άνοδος των λεγόμενων λαϊκιστικών, αντιμεταναστευτικών και ακροδεξιών κομμάτων όπως η Λέγκα, το Κίνημα των 5 Αστέρων. Οι εκλογές αυτές λοιπόν ήταν το συμπύκνωμα των κοινωνικών και κατ΄ επέκταση των οικονομικών κρίσεων των προηγούμενων ετών, για αυτό παρατηρήθηκε η συγκεκριμένη εκλογική μεταστροφή.

Η κύρια εκλογική δεξαμενή της Λέγκας στις εκλογές του 2018 ήταν ο Βορράς, όπου σημείωσε ποσοστό υψηλότερο του 50% σε 20 εκλογικές περιφέρειές του. Επίσης, σημαντική άνοδος της Λέγκας παρατηρήθηκε στη Ρώμη (10%), στην Κεντρική Ιταλία(από 1% σε 17%) και στη Λαμπερντούζα (14%). Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εκλογικά χαρακτηριστικά της Λέγκα, την οποία υποστηρίζουν πέραν των κατοίκων της Βόρειας Ιταλίας, οι οποίοι αποτελούν και τους βασικούς υποστηρικτές της, τόσο οι πολίτες της Κεντρικής όσο και της Νότιας Ιταλίας. Οι ψηφοφόροι των περιοχών αυτών είναι γενικά εύποροι, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ωστόσο το πιο σημαντικό είναι το ότι οι περιοχές αυτές σήκωσαν το βαρύ φορτίο της μετανάστευσης. Για το λόγο αυτό, οι Ιταλοί ψηφοφόροι στήριξαν τη Λέγκα, η οποία τους υποσχέθηκε οριστική λύση του ζητήματος και τερματισμό των μεταναστευτικών ροών.

Παράλληλα, η υπεροχή του σλόγκαν «Πρώτα οι Ιταλοί» ικανοποίησε την ανάγκη του ταυτοτικού προσδιορισμού των πολιτών μετά από πολλές κρίσεις και απάντησε στις ανάγκες της τάξης και της ασφάλειας πολλών Ιταλών, όπως φάνηκε στο αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών, το οποίο έδωσε στη Λέγκα την τρίτη θέση και τη δυνατότητα να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στη διαδικασία του σχηματισμού κυβέρνησης.

Εν κατακλείδι, η ιταλική ακροδεξιά σκηνή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία χαρακτηριστικών, στηριζόμενη σε μια ισχυρή εθνικιστική και λαϊκιστική ρητορική, η οποία ιδίως την περίοδο των κρίσεων (οικονομικών, κοινωνικών, υγειονομικών) έχει μεγάλη απήχηση στο εκλογικό σώμα. Η Λέγκα και τα υπόλοιπα κόμματα της ιταλικής ακροδεξιάς επιζητούν αυτές τις κρίσεις, οι οποίες προκαλούν διχασμό, προκειμένου να ενισχύσει την κυριαρχία της. Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που προκύπτει από την εξέταση του παρόντος ζητήματος είναι πώς γενικότερα η Άκρα Δεξιά θα εξελιχθεί και πώς θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τις διάφορες θεωρίες και κρίσεις για να εξυπηρετήσει τόσο τους ιδεολογικούς όσο και τους πολιτικούς της σκοπούς.                   

 Βιβλιογραφία