Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η έννοια των στοχευμένων εκτελέσεων και τα κύρια νομικά ζητήματα που αυτές θέτουν (Β΄ μέρος) 

Γράφει η Ελισάβετ Κάργιου

Λόγω του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα του είδους της γεννηθείσας ανάμεσα σε κράτη και τρομοκρατικούς δρώντες σύρραξης, προκύπτουν δυσκολίες ως προς την επιλογή του εφαρμοστέου Δικαίου κατά τις στοχευμένες εκτελέσεις και ειδικότερα του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου ή του Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ένα κράτος που υιοθετεί την πρακτική των στοχευμένων εκτελέσεων επιδιώκει, κατά κανόνα, το χαρακτηρισμό μιας κατάστασης ως (διεθνούς ή μη) ένοπλης σύρραξης. Οι φερόμενοι ως τρομοκράτες αποκτούν κατ’ αυτόν το τρόπο, τον χαρακτηρισμό τους ως νόμιμων στόχων, κατά των οποίων το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο χορηγεί στα κράτη ευρύτερα περιθώρια χρήσης (θανατηφόρας) βίας. Σε αυτήν ακριβώς τη λογική οι Η.Π.Α υποστηρίζουν παραδοσιακά ότι βρίσκονται σε μια άνευ περαιτέρω εξειδίκευσης ένοπλη σύρραξη με την al-Qaeda, με αποτέλεσμα τη διαρκή εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, μια σύρραξη που έχουν χαρακτηρίσει ως παγκόσμια (“global armed conflict”), ώστε να στερείται γεωγραφικών ορίων.

Το παράδειγμα των εχθροπραξιών (“paradigm of hostilities)

Το κρισιμότερο ίσως νομικό ζήτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο των στοχευμένων εκτελέσεων σε βάρος τρομοκρατών είναι η δυνατότητα ή μη ύπαρξης ένοπλης σύρραξης ανάμεσα σε ένα κράτος και μια διεθνή τρομοκρατική οργάνωση και ο χαρακτηρισμός αυτής. Κατά την κρατούσα άποψη, η έννοια της διεθνούς ένοπλης σύρραξης περιλαμβάνει αποκλειστικά εκείνη ανάμεσα σε κράτη, ενώ η μη διεθνής αφορά (αντιστασιακές) οργανωμένες ένοπλες ομάδες (organized armed groups) εντός ενός κράτους στρεφόμενες κατά αυτού ή κατά λοιπών ομάδων της αυτής φύσεως. Όπως είναι προφανές, η περίπτωση των τρομοκρατικών επιθέσεων δε δύναται να υπαχθεί σε καμία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. Ανακύπτει, ωστόσο, τότε κίνδυνος η τελευταία αυτή περίπτωση να παραμείνει αρρύθμιστη υπό το πρίσμα του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Προς αποφυγή ενός τέτοιου ενδεχομένου θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί ότι κατά τη διαμόρφωση του εν λόγω Δικαίου, τα κράτη δεν επιθυμούσαν την ένταξη των ενόπλων συγκρούσεων μεταξύ κράτους και μη κρατικών ένοπλων ομάδων εκτός του εδάφους του στην έννοια των μη διεθνών ενόπλων συρράξεων. Κατ’ αποτέλεσμα, εκείνες οι διατάξεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου που φέρουν εθιμική θεμελίωση, όπως ιδίως το κοινό Άρθρο 3, εφαρμόζονται και εν προκειμένω.

Εμμένοντας στη μάλλον παγιωθείσα αντίληψη της έννοιας της μη διεθνούς ένοπλης σύρραξης, ορισμένοι θεωρητικοί αναζητούν την πλήρωση των απαιτούμενων κριτηρίων για το χαρακτηρισμό μιας τρομοκρατικής ομάδας ως οργανωμένης ένοπλης ομάδας. Η έρευνα αυτή συνήθως στρέφεται στην ύπαρξη ενός ελάχιστου βαθμού συλλογικότητας και κεντρικής οργάνωσης, ιδίως μέσω μιας ιεραρχικής στρατιωτικής διοίκησης, με την ικανότητα διενέργειας διαρκών και συντονισμένων επιθέσεων. Η al-Qaeda διακρινόμενη, τουλάχιστον κατά το χρόνο εκτέλεσης του Osama bin Laden, από μια αποκεντρωμένη δομή, την οποία συνέθεταν χαλαρά συνδεδεμένα δίκτυα, δε φαίνεται να πληρούσε τα εν λόγω κριτήρια.

Εάν κριθεί ότι πράγματι υφίσταται (διεθνής ή μη) ένοπλη σύρραξη ανάμεσα σε ένα κράτος και μια τρομοκρατική οργάνωση, τα ζητήματα που διέπουν την πρακτική των στοχευμένων εκτελέσεων ρυθμίζονται από το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι αρχές της στρατιωτικής αναγκαιότητας (military necessity) της διάκρισης (distinction) και της ανθρωπιάς (humanity). Προκειμένου να κριθεί τότε ως νόμιμη, θα πρέπει να στρέφεται κατά ενός νόμιμου στρατιωτικού στόχου, περιορίζοντας κατά το δυνατό τις πιθανότητες σφάλματος και τις παράπλευρες απώλειες. Το τελευταίο αυτό ζήτημα των παράπλευρων απωλειών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, λαμβάνοντας υπόψη το –συνήθως αυξημένο– αριθμό αμάχων πολιτών που θανατώνονται ή τραυματίζονται κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. Προκειμένου όμως αυτές να πληρούν τους όρους του Δικαίου, κρίσιμη είναι η αναμενόμενη και όχι η προκύψασα παράπλευρη απώλεια. Η πρόκληση πόνου, βλάβης και καταστροφής δε θα πρέπει να ξεπερνά το αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου νόμιμου στόχου, ενώ η παράδοση του εμπόλεμου ή η μετατροπή του καθεστώτος αυτού σε hors de combat συνεπάγεται ότι παύει να αποτελεί νόμιμο στόχο. Κατά τα λοιπά, ο εμπόλεμος αποτελεί ανά πάσα στιγμή νόμιμο στρατιωτικό στόχο. Σε περίπτωση όμως αδυναμίας υπαγωγής των τρομοκρατών στην έννοια των εμπολέμων, αυτοί θα πρέπει να χαρακτηριστούν ως άμαχοι και ως τέτοιοι δύνανται να αποτελέσουν νόμιμο στόχο μιας στοχευμένης εκτέλεσης, μόνο εφόσον συμμετέχουν ευθέως στις εχθροπραξίες και οι παράπλευρες απώλειες που αυτή υπολογίζεται να προξενήσει δεν είναι δυσανάλογες προς το προσδοκώμενο στρατιωτικό όφελος. Για την πλήρωση, άλλωστε, του εφαρμοζόμενου εδώ κριτηρίου της αναλογικότητας δεν απαιτείται η επίτευξη αριθμητικής ισορροπίας, διότι σημαντικότερη είναι η αξία του προσώπου ως στόχου (“high value target”), η οποία μπορεί να καθορίζεται από παράγοντες, όπως η ιεραρχική θέση ή ο λειτουργικός του ρόλος, και υπόκειται σε μεταβολή.

Κρίσιμο ρόλο αποκτά συγχρόνως και η εδαφική εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, το οποίο παραδοσιακά εφαρμόζεται εκεί όπου λαμβάνει χώρα η ένοπλη σύρραξη. Στο πλαίσιο, ωστόσο, των στοχευμένων εκτελέσεων διαπιστώνεται ότι αυτές συχνά πραγματοποιούνται σε εδάφη τρίτων χωρών. Προς απάντηση στις προκληθείσες προβληματικές έχουν αναπτυχθεί δυο βασικές σχολές σκέψης. Βάσει της πρώτης, η σύρραξη ακολουθεί το πρόσωπο που νομίμως ορίζεται ως στρατιωτικός στόχος, οπότε πρέπει να αναζητηθεί ένας θεμελιώδης σύνδεσμος ανάμεσά τους (“nexus based approach”). Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, πάλι, αντιτίθεται στην προηγούμενη θέση ισχυριζόμενη πως δεν πρέπει να δημιουργείται ένα παγκόσμιο πεδίο μάχης και για αυτό η εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου περιορίζεται γεωγραφικά στα ελεγχόμενα από τα εμπόλεμα μέρη εδάφη, εκεί δηλαδή όπου πραγματοποιείται η ένοπλη σύγκρουση.

Το παράδειγμα της επιβολής του νόμου (“law enforcement paradigm”)

Εφόσον δεν κριθεί εφαρμοστέο το μοντέλο των εχθροπραξιών, βρίσκει εφαρμογή αυτό της επιβολής του νόμου, το οποίο διέπεται από τους κανόνες του Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την απαγόρευση της αυθαίρετης αφαίρεσης της ζωής να βρίσκεται στην κορυφή των αναληφθεισών δεσμεύσεων από τα κράτη. Ακόμη όμως και η εν λόγω απαγόρευση δύναται να καμφθεί αποσκοπώντας στην αποτροπή μιας επικείμενης (imminency) παράνομης επίθεσης κατά της ανθρώπινης ζωής και υπό τον όρο της απόλυτης αναγκαιότητας για την επίτευξη αυτού του στόχου, της αδυναμίας χρήσης κάθε άλλου εναλλακτικού μέσου (ποιοτικό κριτήριο) και της ελαχιστοποίησης της χρησιμοποιούμενης βίας και κατ’ επέκταση της προκαλούμενης βλάβης (ποσοτικό κριτήριο). Τα προαναφερθέντα κριτήρια συμπληρώνει αυτό του χρόνου, βάσει του οποίου η επιχείρηση πρέπει να υπόκειται συνεχώς σε επανέλεγχο, καθώς η μεταβολή των συνθηκών δύναται να καταστήσει μη αναγκαία τη συνέχισή της. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η θανάτωση του ατόμου ισοδυναμεί με εξωδικαστική εκτέλεση. Στο πλαίσιο του μοντέλου επιβολής του νόμου, μια στοχευμένη εκτέλεση δεν πρέπει να συνιστά ποτέ αυτοσκοπό, παρά μόνο μέσο προς επίτευξη ενός νόμιμου στόχου. Κατά τον D. Kretzmer, ωστόσο, η εφαρμογή του συγκεκριμένου μοντέλου στον τομέα της υπερεθνικής τρομοκρατίας καθίσταται προβληματική, δεδομένου ότι οι ύποπτοι τρομοκράτες βρίσκονται κατά βάση σε έδαφος έτερου κράτους, οπότε είναι αδύνατη η λήψη εναλλακτικών μέτρων, όπως η σύλληψή τους, τουλάχιστον χωρίς τη συνδρομή του τελευταίου.

Όπως στην περίπτωση του μοντέλου των εχθροπραξιών, έτσι κι εδώ εμφανίζεται η προβληματική της εδαφικής εφαρμογής του Δικαίου. Οι Η.Π.Α παραδοσιακά αποκλείουν την εξωεδαφική εφαρμογή του Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Από το ίδιο, ωστόσο, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και ιδίως από το άρθρο 2§1 του ΔΣΑΠΔ  και τα Γενικά Σχόλια 15 και 31, προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να σέβονται και να εγγυώνται τα αναγνωρισμένα σε αυτό δικαιώματα όχι μόνο ως προς τα άτομα που βρίσκονται στην επικράτειά τους, αλλά γενικώς ως προς όλα όσα υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που, αν και εκτός του κρατικού εδάφους, τελούν υπό την εξουσία ή τον (αποτελεσματικό) έλεγχό τους. Το ακριβές περιεχόμενο της τελευταίας αυτής έννοιας παραμένει αμφιλεγόμενο με ορισμένους να θεωρούν ότι απαιτείται η φυσική εξουσία του κράτους επί του ατόμου, και άλλους να εκτιμούν ότι αρκεί το κράτος να φέρει τον έλεγχο για τη ζωή ή το θάνατό του. Ειδικότερα επί της υποθέσεως του Osama bin Laden υποστηρίζεται πειστικά ότι, παρότι βρισκόταν στο έδαφος του Πακιστάν, οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις ασκούσαν κατά το χρόνο της εκτέλεσής του de facto δικαιοδοσία επί αυτού και άρα υπόκειντο στον έλεγχο των τελευταίων.

Προς ένα καινούργιο μοντέλο

Θεωρώντας ότι η αυτοτελής εφαρμογή ενός εκ των ανωτέρω δικαιικών μοντέλων εμφανίζεται ανεπαρκής ενώπιον της υπερεθνικής τρομοκρατίας ο D. Kretzmer συνιστά τη δημιουργία ενός μικτού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτού, για την πραγματοποίηση μιας στοχευμένης εκτέλεσης κατά συγκεκριμένου ατόμου απαιτείται η συγκέντρωση επαρκώς αξιόπιστων αποδείξεων ως προς την ενεργό σύμπραξη στην οργάνωση περαιτέρω τρομοκρατικών ενεργειών και η έλλειψη εναλλακτικών επιχειρησιακών μέσων για την αποτροπή τους. Παραμένει βέβαια αδήριτη η ανάγκη συμμόρφωσης προς τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, βάσει της οποίας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος ζωής που απειλείται λόγω των συνεχιζόμενων επιθέσεων της συγκεκριμένης τρομοκρατικής οργάνωσης, την πιθανότητα πραγμάτωσης του εν λόγω κινδύνου, καθώς επίσης και τον κίνδυνο θανάτωσης ή σωματικής βλάβης αμάχων κατά την τέλεση της στοχευμένης εκτελέσεως. Συμφώνως προς τις επιταγές των Δικαστηρίων Ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα κράτη που υιοθετούν τέτοιες πρακτικές οφείλουν στη συνέχεια να διενεργούν σχετικές έρευνες ως προς τη συμβατότητά τους με τις υποχρεώσεις προστασίας του δικαιώματος στη ζωή.

Με την πρακτική των στοχευμένων εκτελέσεων να μετατρέπεται σε πολύτιμο εργαλείο των κρατών, ιδίως στον τομέα της αντιμετώπισης τρομοκρατικών απειλών, η ανάγκη κατανόησης του περιεχομένου αυτής και διάκρισής της από παρεμφερείς έννοιες καθίσταται καίρια. Δεδομένης της διενέργειας των επίμαχων επιχειρήσεων εντός του εδάφους τρίτων κρατών, αυτές πρέπει να στηρίζονται σε στέρεα θεμέλια, ώστε να καμφθεί η απαγόρευση που θέτει ο Χάρτης του Ο.Η.Ε. Συγχρόνως, η εκ μέρους των κρατών πρόταξη ισχυρισμών περί ύπαρξης ένοπλης σύρραξης καλεί σε εφαρμογή το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, χωρίς όμως να είναι πάντοτε το κατάλληλο, οπότε στη θέση αυτού έρχεται το Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ενδεχομένως αυτή η δυαδική αντίληψη του Δικαίου καθίσταται, υπό το φως της σύγχρονης απειλής της τρομοκρατίας, παρωχημένη με ένα μικτό μοντέλο να διεκδικεί εφαρμογή. Οι επιχειρήσεις στοχευμένων εκτελέσεων, έστω κι αν κριθούν νόμιμες, οφείλουν να σέβονται τις αρχές του εκάστοτε εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, κυρίως ως προς τα δυνάμενα να αποτελέσουν στόχο πρόσωπα. Παρά τη σοβαρότητα των τιθέμενων δικαιικών ζητημάτων, το νομικό καθεστώς που τις πλαισιώνει παραμένει σε μεγάλο βαθμό θολό, με την ακαδημαϊκή κοινότητα να εκφράζει διαφορετικές έως και αντιτιθέμενες συχνά απόψεις, καθιστώντας απαραίτητη την παροχή ξεκάθαρων απαντήσεων.

Βιβλιογραφία

N. Melzer, “Targeted Killings in Operational Law Perspectiveστο T. D. Gill & D. Fleck, “The Handbook of the International Law of Military Operations”, Oxford university press, 2nd edition, 2015.

A. Margalit, “Did LOAC Take the Lead? Reassessing Israel’s Targeted Killing of Salah Shehadeh and the Subsequent Calls for Criminal Accountability.” Journal of Conflict and Security Law, 17(1), 2012. Διαθέσιμο σε: https://academic.oup.com/jcsl/article-abstract/17/1/147/865592

D. Kretzmer, “Targeted Killing of Suspected Terrorists: Extra-Judicial Executions or Legitimate Means of Defence?”, European Journal of International Law, 16(2), 2005. Διαθέσιμο σε: http://ejil.org/pdfs/16/2/292.pdf

I. Rosenzweig, “Targeted Killings during High and Low Intensity Warfare”, Law and National Security: Selected Issues, Institute for National Security Studies, 2014. Διαθέσιμο σε: https://www.inss.org.il/wp-content/uploads/sites/2/systemfiles/SystemFiles/memo138110618427.pdf

K.Ambos & J. Alkatout, “Has ‘Justice Been Done’? The Legality of Bin Laden’s Killing Under International Law”, Israel Law Review, 45(2), (2012). Διαθέσιμο σε: https://www.cambridge.org/core/journals/israel-law-review/article/abs/has-justice-been-done-the-legality-of-bin-ladens-killing-under-international-law/56B645C939ABE4CB3E87E28F8E85D22D

L. E. Chiesa & A. K. Greenawalt, “Beyond War: Bin Laden, Escobar, and the Justification of Targeted Killing”, Washington and Lee Law Review, 69(1371) (2012).

M. Brookman-Byrne, “Drone Use ‘Outside Areas of Active Hostilities’: An Examination of the Legal Paradigms Governing US Covert Remote Strikes”, Neth Int Law Rev 64, 2017. Διαθέσιμο σε: https://link.springer.com/article/10.1007/s40802-017-0078-1

M. Milanovic,“The Law and Tech of Two Targeted Killings”, EJILTalk, 30.09.2021. Διαθέσιμο σε: https://www.ejiltalk.org/the-law-and-tech-of-two-targeted-killings/

M. Sterio, “Lethal Use of Drones: When the Executive Is the Judge, Jury, and Executioner” The Independent Review, 23(1), 2018. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/26591798

T. Gregory, “Targeted killings: Drones, noncombatant immunity, and the politics of killing”, Contemporary Security Policy, 38(2), 2017. Διαθέσιμο σε: https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/13523260.2017.1336296

Y. Meyer, “The Legality of Targeted-Killing Operations in Pakistan.” The Comparative and International Law Journal of Southern Africa, 47(2), 2014.

HRC, General Comment No. 15, The position of aliens under the Covenant, 27th Sess (1986). Διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/45139acfc.html

HRC, General Comment No. 31, The Nature of the General Legal Obligation Imposed on States Parties to the Covenant, 2187th meeting  (2004). Διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/478b26ae2.html

ICRC, “Commentary on Convention (I) for the Amelioration of the Condition of the Wounded and Sick in Armed Forces in the Field”, Geneva, 1949.

Geneva Academy of IHL and Human Rights, “In And Around War(s)” Podcast, Episode 1: War and Terrorism. Διαθέσιμο σε: https://soundcloud.com/user-230423719/episode-1-war-and-terrorism?utm_source=clipboard&utm_medium=text&utm_campaign=social_sharing

Detention, Treatment, and Trial of Certain Non-Citizens in the War Against Terrorism, 66 Fed. Reg. 57833 (2001). Διαθέσιμο σε: https://www.federalregister.gov/documents/2001/11/16/01-28904/detention-treatment-and-trial-of-certain-non–citizens-in-the-war-against-terrorism

Dept of Def. Military Commission Order No. 1, Procedures for Trials by Military Commissions of Certain Non-United States Citizens in the War Against Terrorism (2002). Διαθέσιμο σε: https://www.mc.mil/Portals/0/milcomord1%20(as%20amended).pdf

Harold Koh, Legal Adviser, Dept. of State, The Obama Administration and International Law, Keynote Address at the Annual Meeting of the American Society of International Law (2010). Διαθέσιμο σε: https://2009-2017.state.gov/s/l/releases/remarks/139119.htm

Reply of the Government of the United States of America to the Report of the Five UNHCR Special Rapporteurs on Detainees in Guantanamo Bay, Cuba 4 (2006). Διαθέσιμο σε: https://2009-2017.state.gov/documents/organization/98969.pdf Concluding Observations of the Human Rights Committee: United States of America, CCPR/C/USA/CO/3, 15 September 2006. Διαθέσιμο σε: https://digitallibrary.un.org/record/589849

Νομολογία

  • ICTY, Prosecutor v. Tadic, IT-94-1, Decision on the Defence Motion for Interlocutory Appeal on Jurisdiction, Appeals Chamber, 2 October 1995.
  • ECtHR, Hugh Jordan v United Kingdom, 04.05.2001.
  • ECtHR, Μακαρατζής κατά Ελλάδος, 20.12.2004.