Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η έμφυλη βία στην Ευρώπη και η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Γράφει η Μαρία Γιαννακοπούλου

Η βία κατά των γυναικών αποτελεί ένα καλά ριζωμένο κοινωνικό φαινόμενο ανά τους αιώνες,  χωρίς γεωγραφικό περιορισμό και με ποίκιλες εκφάνσεις. Για κάποιους το ωραίο φύλο νομοτελειακά είναι συνάμα το αδύναμο, πάνω στο οποίο η εκτόνωση της αρρενωπότητας δεν προκαλεί έκπληξη. Το φαινόμενο της βίας με βάση το φύλο περικλείει στους κόλπους του περιστατικά μιας ευρύτατης γκάμας, όπως είναι η λεκτική, σωματική, σεξουαλική βία, οι εξαναγκαστικοί γάμοι, καθώς και ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γενετικών οργάνων. Αν και η πραγματική εκτίμηση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών  παραμένει αδιευκρίνιστη στις μέρες μας, σύμφωνα με εμπεριστατωμένη έρευνα του 2014 από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), 1 στις 3 γυναίκες εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας έχουν υποστεί σεξουαλική ή σωματική  κακοποίηση από την ηλικία των 15 ετών, ενώ 1 στις 20 έχει υπάρξει θύμα βιασμού.

Το πρώτο νομικά δεσμευτικό υπερεθνικό εργαλείο  για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας εναντίον του γυναικείου φύλου αποκρυσταλλώνεται με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (2011). Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα με αυτόν τον τρόπο έθεσε τα θεμέλια για την de jure και de facto εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακή βίας. Τρία έτη ύστερα από την υιοθέτησή της, την 1η Αυγούστου του 2014, η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ καθιστώντας σαφές στα μέλη της ότι η ενσωμάτωσή της από τις εθνικές νομολογίες αποτελεί επιτακτική ανάγκη για την ουσιαστική σφυρηλάτηση των αξιών της.  Ούσα δημιούργημα του Συμβουλίου της Ευρώπης, θεματοφύλακα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συνιστά την πρώτη Διεθνή Συνθήκη που υποχρεώνει τα δεσμευόμενα κράτη-μέλη να αναλάβουν δράση προκειμένου να καταπολεμηθεί στη ρίζα του το φαινόμενο της  βίας με βάση το κοινωνικά κατασκευασμένο φύλο, αφενός διώκοντας τους ενόχους και αφετέρου απονέμοντας δικαιοσύνη στα θύματα.

 Η σημαντικότητα της Σύμβασης αυτής είναι συνυφασμένη με δύο τομές. Πρώτον, η βία κατά των γυναικών ανάγεται στις μορφές καταπάτησης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και δεύτερον, στην περίπτωση της σεξουαλικής βίας,  η νομική πλαισίωση έγκειται στην απουσία συναίνεσης. Επομένως, το εκάστοτε θύμα παύει να αποτελεί αυτομάτως στόχο λοιδορίας, ως μία σύγχρονη Μέδουσα, η οποία θα φέρει το βάρος της κτηνώδους πράξης του θύτη, εάν δεν προέβαλε σωματική αντίσταση κατά την κακοποίηση. Συνεπώς, η συμπερίληψη της απουσίας συναίνεσης συνιστά ριζοσπαστικό εφαλτήριο στη μάχη ενάντια στην κουλτούρα της σεξουαλικής βίας ,οδηγώντας σε τέλμα εκείνους που αδιάλειπτα αναζητούν ελαφρυντικά για τους θύτες.

  Τόσο στο κοινωνικό αφήγημα όσο και στη νομική ερμηνεία κάθε κράτους δικαίου, η σεξουαλική κακοποίηση τυγχάνει ενός μεγάλου εύρους ερμηνειών. Επιπρόσθετα, το ελλιπές νομικό πλαίσιο για τον ορισμό της σεξουαλικής βίας στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένο με το  γεγονός ότι μέχρι και τον 21ο αιώνα οι ισχυρισμοί θυμάτων  εθεωρούντο ελλιπείς πειστηρίων και φιμώνονταν με περίσσεια ευκολία. Μέχρι σήμερα, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης έχει υπογραφεί από 46 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η επικύρωσή της δεν έχει πραγματωθεί σε 7 από τα συμβαλλόμενα κράτη (Τσεχία, Ουγγαρία ,Σλοβακία, Βουλγαρία ,Ηνωμένο Βασίλειο, Λετονία και Λιθουανία).

Στους στόχους της Σύμβασης, εκτός από την αποτροπή κάθε μορφής βίας και τη δίωξη των εγκληματιών, συμπεριλαμβάνονται και οι ακόλουθοι. Καταρχάς, η προώθηση της ισότητας των φύλων μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 14 της Σύμβασης προβλέπεται η απαλοιφή των υφιστάμενων στερεοτυπικών αντιλήψεων σχετικά με τους ρόλους των δύο φύλων εντός του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος και σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Κατά δεύτερον, η προστασία και η υποστήριξη των θυμάτων μέσω της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών,  όπως οι εικοσιτετράωρες τηλεφωνικές γραμμές υποστήριξης, η συμβουλευτική και τα κέντρα φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών. Εν συνεχεία, οι αστυνομικές αρχές και τα δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν να  εκπαιδευτούν καταλλήλως πάνω στα δικαιώματα του θύματος, προκειμένου να ανταποκρίνονται επιτυχώς στις εκκλήσεις βοήθειας και να μην προκαλείται περαιτέρω ζημιά στο θυμικό των θυμάτων.

Σήμερα, εν μέσω της τρέχουσας παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση  κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και συγκεκριμένα των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Χαρακτηριστικά, τα Ηνωμένα Έθνη αναφέρουν ότι ένα έτος πριν το ξέσπασμα της Πανδημίας 243.000.000 γυναίκες, ηλικίας 15 έως 49 ετών υπέστησαν σεξουαλική ή σωματική βία από τον σύντροφο τους. Η νέα πραγματικότητα ωστόσο πυροδότησε αύξηση του φαινομένου καταγράφοντας περίπου 15.000.000 νέα περιστατικά ανά τρίμηνο. Ακόμη, το Συμβούλιο της Ευρώπης  χαρακτήρισε ως «Σκιώδη Πανδημία» την περαιτέρω έκθεση των γυναικών σε κάθε μορφής κακοποίηση στη συγκεκριμένη φάση της ιστορίας.

Οι επιπτώσεις των υποχρεωτικών lockdown, τα οποία επεβλήθησαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο πυροδότησαν την ανησυχία του συνόλου των ευρωπαϊκών θεσμών ( European Women’s Lobby,European Institute for Gender Equality, European Parliament’s Committee on Women’s Rights and Gender Equality),  των ερευνόντων και δρώντων κατά της έμφυλης βίας, η οποία ασκείται δυσανάλογα συχνότερα και απειλητικότερα εις βάρος του γυναικείου φύλου. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα  βίαιων περιστατικών εντός των βασικών κοινωνικών δομών, οι ηγεσίες των κρατών της Γηραιάς ηπείρου κλήθηκαν να οικοδομήσουν πολιτικές πρόληψης και αντιμετώπισης  της ενδοοικογενειακής βίας. Το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών κρατών προέβαλλαν εκστρατείες ευαισθητοποίησης,  προκειμένου γραμμές υποστήριξης και καταγγελιών να είναι ευρέως προσβάσιμες στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Το 2020 υπήρξε έτος Ιανός για τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Από τη μία πλευρά, η ενσωμάτωση του νόμου περί ορισμού του βιασμού  με βάση την απουσία συναίνεσης  στα εθνικά ποινικά δίκαια της Ελλάδος και της Ισπανίας υπήρξε αισιόδοξο γεγονός, το οποίο δικαίωσε την πολυετή δράση των ακτιβιστικών κινημάτων, παρέχοντας έτσι ακόμη ένα δυνατό όπλο στη βαλλίστρα του κράτους δικαίου. Από την άλλη, η Σλοβακία, η Ουγγαρία και η Πολωνία δήλωσαν την αποδέσμευση τους από τις υποχρεώσεις τους προς τη Συνθήκη. Ειδικότερα, η ιδεολογική ρήξη ανάμεσα στις συντηρητικές εθνικές κυβερνήσεις των προαναφερθέντων ευρωπαϊκών κρατών και τις αξίες τής Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης    προκάλεσαν  την αδιαπραγμάτευτη εγκατάλειψή της παρά τις εκκλήσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης προς συμμόρφωση. Ωστόσο, οι αιτίες της εναντίωσης τους είναι βαθύτερες και άρρηκτα συνδεδεμένες με το ρόλο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στη Σλοβακία, με το μεταναστευτικό ζήτημα στην περίπτωση της Ουγγαρίας, ενώ η Πολωνία προέβαλλε ως επιχείρημα τον αρνητικό αντίκτυπο της άποψης περί φύλου, η οποία εμποτίζεται στη νέα πολωνική γενιά μέσα από τις αρχές της Σύμβασης.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, η διευρυμένη ανισότητα σε πολλαπλά μέτωπα, όπως η βία κατά των γυναικών, η πολιτική εξουσία, οι εργασιακές ευκαιρίες, το μισθολογικό χάσμα και η εκπαίδευση εξακολουθεί να ριζώνει στην ευρωπαϊκή κοινωνία ,επιτάσσοντας μία ολιστική στρατηγική εξάλειψής της. Θετικό πρόσημο στην προώθηση της ισότητας των φύλων καλείται να δώσει η Στρατηγική για την Ισότητα των Φύλων 2020-2025 της Ε.Ε. , αποσκοπώντας  στη δημιουργία μιας κοινότητας ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων στην ατομική ανέλιξη ανεξαρτήτως φύλου. Δυστυχώς, η πρόοδος προς την επίτευξη της ισότητας στην Ευρώπη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βραδυκίνητη, καθώς η εκ βαθέων αφαίρεση σεξιστικών στερεοτύπων και διακρίσεων απαιτεί μεγαλύτερο συντονισμό των εθνικών δράσεων εντός της κοινότητας. Έκπληξη προκαλεί επίσης  η περίπτωση της Δανίας, όπου το 2017 μολονότι  κατείχε τη δεύτερη θέση στην κατάταξη για την ισότητα των φύλων εντός της Ε.Ε. ,σύμφωνα με έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας το 2019 μαστίζεται από διευρυμένη σεξουαλική βία.

Συμπερασματικά, η αποτελεσματικότερη εφαρμογή ευρωπαϊκών στρατηγικών κατά της έμφυλης βίας, εκτός της προσκόλλησης στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και λοιπών αρμόδιων ευρωπαϊκών οργάνων, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), προϋποθέτει την ευρύτερη ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου. Στις μέρες μας το κίνημα #Me_too έχει ταράξει συθέμελα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ανοίγοντας τον «ασκό του Αιόλου» σε ζητήματα κακοποίησης ανδρών και γυναικών θέτοντας έτσι τέλος στην κουλτούρα της φίμωσης . Το μόνο σίγουρο είναι ότι το κύμα ενσυναίσθησης ήρθε για να μείνει αναζωπυρώνοντας τις ελπίδες για ουσιαστική μείωση κάθε μορφής έμφυλης κακοποίησης.

Πηγές: