Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η Άμυνα και η Ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Εξέλιξη και Αδυναμίες

Γράφει ο Ηλίας Λουκαΐτης

Η θεσμική συνεργασία στην Ευρώπη εξελίχθηκε στο περίπλοκο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών-μελών πλέον, αρχόμενη από ΕΚΑΧ ΕΥΡΑΤΟΜ, ΕΟΚ με αφετηρία την αμοιβαία οικονομική ενίσχυση και για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των παραδοσιακών αντιπάλων για την διασφάλιση της ειρήνης μέσω της συνεργασίας αυτής. Σαφώς λοιπόν, η Ασφάλεια

Εξελικτικά για τα θέματα άμυνας και ασφάλειας

         I)Από το 1950 έως την Συνθήκη του Άμστερνταμ

                Τα θέματα ασφαλείας εκτός κοινοτικής δικαιοδοσίας προσεγγίζοταν από την Πολιτική Προστασία. Σε  σχέση δε με στρατιωτικά ζητήματα, τα κράτη-μέλη ήθελαν να μείνουν κάτω από την ομπρέλα προστασίας του ΝΑΤΟ και τους υπάρχοντες μηχανισμούς δράσης. Το 1981, το σχέδιο Genscher – Colombo προσπάθησε να δώσει περιεχόμενο στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Τα κράτη και πάλι δεν ήθελαν να αμφισβητήσουν την δραστηριότητα του ΝΑΤΟ πάνω σε αυτά θέματα οπότε και δεν επήλθε κάποια ριζική αλλαγή. Η Συνθήκη του Μαάστριχτ (1992) έδωσε ένα νέο προσανατολισμό στην Ε.Ε όπου στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας, έπρεπε να δημιουργηθεί και μια Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας. Αυτό ήταν το σημείο όροσημο για την συμμετοχή της Ένωσης στους τομείς αυτούς. Η αμέσως επόμενη Σύνθηκη ,αυτή του Άμστερνταμ, (1997) δίνει μεγάλη έμφαση στην ύπαρξη κοινής κουλτούρας ως προϋπόθεση για αξιόπιστη εξωτερική πολιτική.

 ΙΙ)Από την Συνθήκη της Λισαβώνας έως σήμερα

               Η ουσιαστικότερη αλλαγή στο πεδίο της Άμυνας και της Ασφάλειας της Ε.Ε. έρχεται με την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβώνας (2007). Αποπειράται να δώσει ευκαιρίες για ενισχυμένη συλλογική δράση μέσω της προώθησης Κοινή Πολιτικής  Άμυνας και Ασφάλειας και την δυνατότητα δημιουργία της Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας (PESCO). Εξαιρετικά σημαντικό είναι το άρθρο 222 της Συνθήκης που αναφέρεται στην ρήτρα αλληλεγγύης η οποία προβλέπει τη συμμετοχή των κρατών-μελών της Ε.Ε.  εάν καταστεί ανάγκη, χωρίς να περιορίζει το εύρος αυτής, κι άρα υπαινίσσοντας και τη στρατιωτική κάλυψη. Από την Συνθήκη της Λισαβώνας μέχρι και το 2016, η Παγκόσμια Οικονομική κρίση επηρέασε σημαντικά την εξέλιξη στο τομέα της Άμυνας και της Ασφάλειας. Τα τρομοκρατικά χτυπήματα εντός της Ε.Ε ήρθαν να αποδείξουν ότι η απειλή βρίσκεται κι εντός των συνόρων της. Ήταν μονόδρομος να εκπονηθεί μια νέα πολιτική που θα έχει ως προτεραιότητα την προστασία της ζωής των ευρωπαίων πολιτών τόσο από τους κινδύνους εκτός Ηπείρου όσο και εντός. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, εκπονήθηκε και ανακοινώθηκε η Παγκόσμια Στρατηγική της Ε.Ε. (Ιούνιος 2016). Προς ενδυνάμωση της πολιτικής άμυνας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Αμυντικής Δράσης (Νοέμβριος του 2016). Σε αυτό το σχέδιο δημιουργείται το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Κονδύλι, αναφέρεται η χρησιμότητα της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και η ανάγκη για επενδύσεις καθώς και τα οφέλη από την  ευρύτερη συνεννόηση των κρατών-μελών στο πεδίο αυτό. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της Άμυνας και της Ασφάλειας, ο Γάλλος Πρόεδρος Ε. Μακρόν (2017) προανήγγειλε το ‘’European Intervention Initiative’’ με σκοπό την αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων εντός Ε.Ε. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο πως να καλλιεργηθεί μεταξύ των κρατών μελών μια στρατηγική κουλτούρα αναφορικά με το ευαίσθητο ζήτημα της Άμυνας και Ασφάλειας σε συλλογικό επίπεδο. Η πρωτοβουλία αυτή αναζωπύρωσε τις συζητήσεις για Κοινό Ευρωπαϊκό Στρατό.

Περιορισμοί στη Κοινή Άμυνα και Ασφάλεια

                Τα κράτη-μέλη αρκετές φορές εμποδίζουν ουσιαστικές δράσεις της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας διότι δείχνουν απροθυμία να διατηρήσουν ένα υψηλό επίπεδο στις αποστολές με περαιτέρω ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό αλλά και της έλλειψης αποφασιστικότητας σε επιχειρησιακό επίπεδο το οποίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει απροθυμία στην ανάληψη πολιτικού κόστους σε επίπεδο Ε.Ε. . Για να αποβούν όμως αυτές οι δράσεις αποτελεσματικές, το κόστος τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε εξοπλισμούς είναι αυξημένο και δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να το καλύψουν για το ίδιο χρονικό διάστημα. Έτσι, οι χώρες θα πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στον τομέα της ΚΠΑΑ και συγκεκριμένα να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες κατα 2% του ΑΕΠ.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα που παρατηρείται, είναι ότι παρόλο που η Ε.Ε. ως σύνολο μετά τις ΗΠΑ, εντός ΝΑΤΟ, επενδύει, τα αμέσως περισσότερα χρήματα στο πεδίο της άμυνας, αυτά δεν χρησιμοποιούνται με βέλτιστο τρόπο και δίνουν ένα αποτέλεσμα σημαντικά χειρότερο και από χώρες με μικρότερο ύψος επενδύσεων αμυντικού χαρακτήρα, όπως η Ρωσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι ο Σχηματισμός Μονάδων Μάχης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU Battlegroup) όπου έχει χρησιμοποιηθεί μόνο μια φορά και οι χώρες τον έχουν παραμερίσει. Η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από την Ένωση, καθώς εκ φύσεως δεν ενδιαφερόταν για μεγαλύτερη ενοποίηση, αποτέλεσε ένα βαρύτατο πλήγμα στον τομέα της Άμυνας και της Ασφάλειας της Ε.Ε. . Αυτό έχει να κάνει κυρίως με την απώλεια σε επιχειρησιακές δυνατότητες και σε θέματα τεχνογνωσίας. Από την έως τώρα πορεία, αυτό που διαφαίνεται ως θεμελιώδους σημασίας πρόβλημα είναι η ανάπτυξη  μιας κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας. Εντός Ε.Ε., τα κράτη-μέλη δεν είναι ακόμα έτοιμα (αλλά ούτε και στο εγγύς μέλλον δια βλέπεται να είναι έτοιμα) να παραχωρήσουν μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας ώστε να μπορέσει να πραγματωθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τουλάχιστον στα θέματα Άμυνας και Ασφάλειας.

 Συμπεράσματα

                Αν και η Ε.Ε. έχει κάνει κάποιες προσπάθειες στην δημιουργία μιας κοινής αμυντικής πολιτικής, αυτές δεν είναι επαρκείς. Για την υλοποίηση της Κοινής Άμυνας , θα πρέπει να υπάρξει ισχυρή πολιτική πρωτοβουλία από τα κράτη-μέλη επενδύοντας ουσιαστικά σε θέματα Άμυνας και Ασφάλειας ατενίζοντας τους πραγματικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίσει η Ευρώπη και συλλογικά ορμώμενοι να πορευθούν μαζί. Θα πρέπει πρώτα όμως να υπάρχουν και τα απαραίτητα θεμέλια, να δημιουργηθεί δηλαδή ένα πλαίσιο ευρωπαϊκής κουλτούρας στο οποίο οι πολίτες θα  συνειδητοποιήσουν πως είναι ευρωπαίοι πολίτες και μέσω αυτών τα κράτη πως η προάσπιση της εθνικής τους κυριαρχίας αποτελεί φυσικό επόμενο της προάσπισης της Ευρωπαϊκής Κυριαρχίας πρωτίστως. Αυτό είναι μια περίπλοκη διαδικασία υψηλής δυσκολίας για όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς. Αν η δυναμική προς αυτή τη κατεύθυνση αυξηθεί, θα μπορέσουν να επανεκκινήσουν σταδιακά συζητήσεις περί Κοινού Ευρωπαϊκού Στρατού. Μέχρι τότε, το μέλλον είναι αβέβαιο για την Άμυνα και την Ασφάλεια της Ένωσης και αν τα κράτη δεν δράσουν αποφασιστικά και γρήγορα  και στο πεδίο αυτό, αβέβαιο προμηνύεται και το μέλλον της ίδιας της Έ.Ε. . 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Κοππά, Μ., Η Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας, Η ιστορία, οι θεσμοί, οι στρατηγικές, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2017.
  2. Dick Zandee &,Kimberley Kruijver, The European Intervention Initiative Developing a shared strategic culture for European Defense, Clingendael Report ,September, 2019. Διαθέσιμο σε (5-4-2020):
    https://www.clingendael.org/sites/default/files/2019-09/The_European_Intervention_2019.pdf
  • Arnaud Danjean, εισηγητής Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων Ε.Κ., Έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας – ετήσια έκθεση (2019/2135(INI)), Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 11 Δεκεμβρίου, 2019. Διαθέσιμο σε (6-4-2020):
    https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/A-9-2019-0052_EL.html
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *