Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Ευρωπαϊκή Ένωση: ο δρόμος της διεύρυνσης ή της εμβάθυνσης;

Γράφει η Αθηνά Μπίτσα

Ένα διαχρονικό δίλλημα της Eυρωπαϊκής Ένωσης από τα εμβρυικά χρόνια της θεμελίωσης της, είναι αυτό της διεύρυνσης και της εμβάθυνσης. Οι σύγχρονες ιθύνουσες ομάδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ταλανίζονται από το ίδιο βασικό αυτό ερώτημα. Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει μεταξύ τους αντιστοιχία απόψεων για το πού οφείλουν να «ρίξουν» το βάρος, γεγονός που έχει κάνει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να ολισθήσει σε μια πρωτοφανή  αμηχανία. Στο παρόν άρθρο εξετάζεται το δίλλημα αυτό, υπό την σκοπιά των διεθνών σχέσεων.

H αρχή της πορείας της Eυρωπαϊκής Ένωσης ξεκίνησε το 1952, με συνολικά έξι κράτη-μέλη, τη Γάλλια, την Ιταλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Αυτά τα κράτη ίδρυσαν την λεγόμενη Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Αργότερα, το 1957, υπεγράφη στην Ρώμη η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) ή αλλιώς «Κοινή Αγορά», η όποια είχε βασικό στόχο την εμπέδωση της ειρήνης και της σταθερότητας στην κεντρική Ευρώπη. Εξήντα χρόνια μετά, το 1992, η ΕΟΚ μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), που αποτελείται πλέον από 27 κράτη μέλη. Καθ’ όλη τη διάρκεια δημιουργίας της ΕΕ, τα κράτη προσπαθούσαν να αποκτήσουν μια κοινή πορεία, ώστε να εκπληρώσουν το όραμα της ενωμένης Ευρώπης. Στην πορεία αυτή, δύο ήταν τα βασικά βοηθήματα για την επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η διεύρυνση και η εμβάθυνση. Οι δύο αυτές έννοιες φαίνονται εκ πρώτης όψεως αντίθετες μεταξύ τους, μιας και η διεύρυνση με περισσότερα κράτη καθιστά την διαδικασία λήψης αποφάσεων και ανάληψης νέων πρωτοβουλιών δυσκολότερη, ενώ η περαιτέρω εμβάθυνση μεταξύ των μελών της ΕΕ καθιστά μια προσπάθεια για αύξηση των αριθμού των μελών της αμφίβολη. Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται το ερώτημα εάν υπάρχει δίλημμα ή κοινή πορεία αναφορικά με την διεύρυνση και εμβάθυνση στην ΕΕ.

Με τον ορό διεύρυνση εννοούμε τη διαδικασία ένταξης χώρων σε ένα κοινό πλαίσιο που διέπεται από κοινές δεσμευτικές άξιες. Παράλληλα, εννοούμε την αύξηση του εύρους και την γεωγραφική επέκταση. Όταν, δηλαδή, ένα κράτος-μέλος εντάσσεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε μεταβάλλονται τα σύνορα της. Η διεύρυνση είναι μια έννοια συνυφασμένη με την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού έχει  σκοπό  να ενώσει τις ευρωπαϊκές χώρες σε ένα κοινό πολιτικό και οικονομικό εγχείρημα.

Με τον ορό εμβάθυνση της ΕΕ εννοούμε την άνθιση κοινών πολιτικών ενεργειών και μεταρρυθμίσεων μεταξύ των κρατών μελών της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να πετύχουν την οικονομική και πολιτική τους συνύπαρξη, συνοχή και μια μεταξύ τους συνεργασία.  Η έννοια της εμβάθυνσης αναφέρεται στην εν λόγω διαρκώς στενότερη ένωση και εκδηλώνεται με την αύξηση της ολοκλήρωσης της ΕΕ. Η προφανέστερη εκδήλωση της εμβάθυνσης υπήρξε η μετάβαση της ΕΕ προς την οικονομική και νομισματική ένωση (ΟΝΕ), καθώς και η θέσπιση του ενιαίου νομίσματος, του ευρώ. Η εμβάθυνση επιδιώκει την ανάπτυξη κοινών πολιτικών μεταξύ των κρατών μελών της, ώστε να πετύχουν την οικονομική και πολιτική τους πορεία.

Η ΕΚΑΧ αποτέλεσε την πρώτη Ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και σήμανε την αρχή της ευρωπαϊκής ενοποιητικής πορείας που διαρκεί ακόμη και σήμερα. Στην συνέχεια, ακολουθούν, το 1952, οι Συνθήκες της Ρώμης που ιδρύουν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ), με στόχο την δημιουργία της «κοινής αγοράς» όλων των αγαθών, που έθετε η συνθήκη της ΕΟΚ. Ως αποτέλεσμα, οι θεμελιωτές της ευρωπαϊκής ιδέας μοιραστήκαν από κοινού το όραμα μιας διαρκώς εξελισσόμενης πορείας, η όποια εδραιώνει τη συνεργασία των υπαρχουσών χώρων και την προσέγγιση περισσότερων κρατών. Για αυτό τον λόγο, η ΕΟΚ αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο γύρο από το όποιο οργανώθηκε όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Σημαντικός σταθμός στην διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν η πρώτη διεύρυνση της ΕΕ. Συγκεκριμένα, για να γίνει ένα κράτος μέλος την ΕΕ πρέπει να εγγυάται τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, η οικονομία της αγοράς του να λειτουργεί ορθά, και να έχει την ικανότητα και τη βούληση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προσχώρησή του. Έτσι, το 1973, η Δανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο προσχωρούν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη-μέλη γίνονται συνολικά εννέα. Παράλληλα, η πρώτη αυτή διεύρυνση συνδέεται με την διαδικασία της εμβάθυνσης, διότι την ίδια περίοδο θεσπίστηκαν μια σειρά από πολιτικές και θεσμικές ρυθμίσεις, όπως η σύσταση του ευρωπαϊκού ταμείου περιφερειακής ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), η ανάπτυξη ευρωπαϊκής πολίτικης συνεργασίας (ΕΠΣ), καθώς και η έναρξη διαδικασιών για η άμεση εκλογή των μελών του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και την προώθηση μια Νομισματικής Ένωσης. Στην συνέχεια, ακολουθεί η δεύτερη διεύρυνση του 1981, ιδιαίτερα σημαντική για την χώρα μας, διότι η Ελλάδα εντάσσεται στην ιδέα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και γίνεται η 10η χώρα μέλος. Ταυτόχρονα δεν σταμάτησαν οι διαδικασίες εμβάθυνσης, αφού η δεύτερη διεύρυνση συνέβαλε στην πολιτική συνοχή και στην θεσμική ενοποίηση της ΕΕ. Το 1986, παίρνει μέρος η τρίτη διεύρυνση με την Ισπανία και την Πορτογαλία να προσχωρούν στην ΕΕ, οπότε τα κράτη-μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αυξάνονται σε δώδεκα.  Η διεύρυνση αυτή συμπίπτει και μπορούμε να πούμε πως είναι παράλληλη με την εμβάθυνση, διότι  υπεγράφη η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ), η οποία εγκαθιδρύει την ενιαία αγορά. Αυτή η Συνθήκη αποτελεί μεγάλο βήμα για την ΕΕ, αφού προβλέπει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων και ευθυγραμμίζει τη συνεργασία στην εξωτερική πολιτική.

Η τέταρτη διεύρυνση πραγματοποιείται 1993, με τη Σουηδία, την Αυστρία και τη Φιλανδία να εντάσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνοντας των αριθμό των χωρών σε 15 κράτη-μέλη. Σε παράλληλη γραμμή βρίσκεται η εμβάθυνση, αφού την ιδία περίοδο υπεγράφη η Συνθήκη του Μάαστριχ, με την οποία δημιουργείται η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση τον διευρυμένο πυλώνα των «Κοινοτήτων». Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι πρόσθεσε δυο καίριους τομείς κοινής δράσης των 15 συνολικών χώρων: την πολιτική ένωση που αποτέλεσε την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), που χαρακτηρίζεται και ως 2ος πυλώνας και την Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις, που είναι ο 3ος πυλώνας. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ είναι ένα καίριο σημείο, διότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο γίνεται ένα θεσμικό όργανο, με στόχο να εξασφαλίσει την επαρκή ανάπτυξη της και να καθορίζει τους γενικούς της πολιτικούς προσανατολισμούς καθώς ακόμη σήμανε την έναρξη της πορείας προς το ευρώ.

Σημαντικό κρίνεται να τονίσουμε, σε αυτό το σημείο, δυο ακόμη Συνθήκες που πήραν μέρος και αποτέλεσαν την βάση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αρχικά, η συνθήκη της Νικαίας, το 2003, εισάγει τη μεταρρύθμιση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, προετοιμάζοντας τη μελλοντική διευρυμένη ΕΕ των 27 κρατών μελών. Το αποτέλεσμα ήταν, η αρχή της συνεργασίας μεταξύ των χώρων. Έτσι, λοιπόν, λαμβάνει χώρα το 2004, η πέμπτη και μεγαλύτερη διεύρυνση, κατά την οποία δέκα κράτη προσχωρήσαν ταυτόχρονα στην ΕΕ και συνολικά αύξησαν τον αριθμό σε 25 κράτη μελή. Επιπλέον, το 2007 προσχωρούν στο ευρωπαϊκό θεσμό άλλες δυο χώρες αυξάνοντας το συνολικό αριθμό της σε 27. Τέλος, το 2009, η συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει μεταρρυθμίσεις σχετικά με την λειτουργία και την δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, τα ευρωπαϊκά όργανα μπορούν να αναμορφώσουν τις μεθόδους λειτουργιάς τους, με αποτέλεσμα μια πιο δημοκρατική Ένωση. Το 2013, γίνεται η προσχώρηση της Κροατίας αποτελώντας πλέον το 28ο κράτος- μέλος.

ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Ο συνολικός αριθμός της ΕΕ και το πώς θα εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια, επηρεάζεται από ένα πρωτόγνωρο και εξαιρετικής σημασίας γεγονός, που αλλάζει τα μέχρι τώρα δεδομένα στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην ευρωπαϊκή πλευρά, επικρατεί μια σύγχυση διότι ελλοχεύει κίνδυνος  αντίστοιχης συμπεριφοράς από άλλα κράτη, και κατ’ επέκταση η αποσύνθεση του οικοδομήματος της ΕΕ. Η αναξιοπιστία που επικρατεί στη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρώπης, η άνοδος των ακροδεξιών και αντιευρωπαϊκών κομμάτων, η αύξηση των προσφυγικών ροών αλλά και το Brexit είναι προκλήσεις που πρέπει να αντιμετώπιση η Ένωση. Η Ευρώπη, ωστόσο προχωράει σε ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική, οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, με αποτέλεσμα, να ενισχύεται η αναξιοπιστία απέναντι της και η τάση των κρατών να αψηφούν την εμβάθυνση, αφήνοντας έτσι μια Ευρώπη αδύναμη και διχασμένη. Έτσι, κρίνεται απαραίτητο αν όχι αναγκαίο η Ευρώπη να προσπαθήσει  να αντιμετωπίσει αυτές τις δυσκολίες με τα κατάλληλα μέσα, ώστε να  μείνει ενωμένη με κοινό σκοπό το κοινό καλό της Ευρώπης και όχι του κάθε κράτους μέλους ξεχωριστά.

Συμπερασματικά, προκειμένου τα κράτη-μέλη να λειτουργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν αναπόσπαστο κομμάτι την Ευρώπης και να πετύχει ο στόχος για μια ενωμένη Ευρώπη, εύλογο είναι να κυριαρχήσει μεταξύ τους μία κοινή πορεία έτσι ώστε να πετύχει η αρχιτεκτονική ωρίμανση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η ποιοτική του μακροημέρευση. Έτσι, τίθεται το ερώτημα εάν θα κινηθούν όλα τα κράτη μελή μαζί για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και τις σημερινές προκλήσεις, ενισχύοντας και αναβαθμίζοντας το πολιτικό πλαίσιο της συνοχής, ή εάν θα υποχωρήσουν σε κοντόφθαλμες εθνοκεντρικές λύσεις που ακυρώνουν τη συνεργασία και  αποδυναμώνουν τη θέση όλων των χώρων στο διεθνές στερέωμα. Τέλος, για όλα αυτά, η πιο σημαντική λέξη, κατά την άποψή μου, για την επιτυχή πορεία τόσο της διεύρυνσης όσο και της εμβάθυνσης, είναι η συνεργασία. Η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, είναι δυνατό να προωθήσει σημαντικά την αμοιβαία και κοινή προσπάθεια των λαών της Ευρώπης για ένα καλύτερο αποτέλεσμα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Βιβλίο ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ΕΞΕΛΙΞΗ, ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ έκδοση ΚΡΙΤΙΚΗ  επιμέλεια  ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ
  • Epixeiro, Α. Χαρίτσης: «Η ενίσχυση και εμβάθυνση της πολιτικής συνοχής είναι όρος ύπαρξης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Διαθέσιμο σε:
    https://www.epixeiro.gr/article/53674
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *