Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Εξέλιξη των επενδυτικών συμφωνιών της ΕΕ

Γράφει η Γκόνη Παναγιώτα

Εισαγωγή

Η παρούσα μελέτη στοχεύει στη επισκόπηση των επενδυτικών διαπραγματεύσεων και συμφωνιών που επετεύχθησαν από την ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, η εργασία θα  κάνει μία αναδρομή ξεκινώντας από τις πρώτες προσπάθειες της ΕΕ να συνάψει επενδυτική συμφωνία, καταλήγοντας έως και τις πιο πρόσφατες διαπραγματεύσεις της. Σκοπός είναι να καταδειχθεί, το μοτίβο που ακολούθησε η ΕΕ, στην προσπάθεια της να επεκταθεί επενδυτικά και σχηματίσει μία ισχυρή θέση στον διεθνή επενδυτικό χώρο.

Η ΕΕ συνάπτοντας επενδυτικές συνθήκες

Η Συνθήκη της Ρώμης του 1957 απονέμει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες αποκλειστική αρμοδιότητα επί της Κοινής Εμπορικής Πολιτικής. Αυτό σημαίνει, ότι η ΕΕ αντλεί την δυνατότητα να υπογράφει συνθήκες που αφορούν την Κοινή Εμπορική Πολιτική, απευθείας από το πρωτογενές δίκαιο, και δη από τα άρθρα 206ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 131 ΣυνθΕΚ) και 207ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 133 ΣυνθΕΚ).

Η ΚΕΠ αντιπροσωπεύει έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κλάδο: το εμπόριο. Το εμπόριο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την οικονομία, αλλά και τις τρέχουσες εξωγενείς συνθήκες που την επηρεάζουν και την διαμορφώνουν. Κάποτε το εμπόριο ήταν αμιγώς συνδεδεμένο με την ανταλλαγή αγαθών (ανταλλακτικό εμπόριο). Αργότερα, η οικονομία εισήλθε σε μία περίοδο εμπορίου αγαθών με αντάλλαγμα χρηματικές μονάδες. Σημαντική επιρροή άσκησε στον τομέα του εμπορίου η Βιομηχανική Επανάσταση του 18ο αιώνα, η οποία μετέβαλλε άρδην τους όρους διεξαγωγής του. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες, οι πρώτες επενδυτικές ροές και η κυκλοφορία κεφαλαίου, μετατόπισαν το ενδιαφέρον των εμπορικών συναλλαγών από την κλασσική φορντική-βιομηχανική γραμμή, σε νέα οικονομικά μοντέλα. Σήμερα, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο όγκο των εμπορικών συναλλαγών.

Η ανωτέρω σύντομη ιστορική αναδρομή αναδεικνύει τον πολύπλοκο χαρακτήρα του εμπορίου και της εμπορικής πολιτικής εν γένει. Η συνεχής μεταβολή των συνθηκών επί των οποίων συντελούνται οι εμπορικές συναλλαγές καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή τον ορισμό της εμπορικής πολιτικής και των πεδίων που αυτή καλύπτει. Είναι επομένως λογικό, που ο προσδιορισμός της ΚΕΠ υπήρξε αντικείμενο συγκρούσεων και ιδιαίτερα επίπονη διαδικασία. Το 1957 κατά την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η ΚΕΠ περιοριζόταν στον κλάδο του κλασικού εμπορίου και των βιομηχανικών προϊόντων. Τα επόμενα χρόνια, η κυκλοφορία των κεφαλαίων και οι επενδυτικές ροές είχαν ανθίσει. Αυτό σημαίνει πως ο κλασικός ορισμός της ΚΕΠ, δεν κάλυπτε πλέον τον σκοπό του. Η έννοια της ΚΕΠ προσδιορίσθηκε στην πορεία σαφέστερα, και συμπληρώθηκε από τις γνωμοδοτήσεις που εκδόθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, οι οποίες ερμήνευσαν ευρύτερα τον όρο αυτό. Οι Γνωμοδοτήσεις 1/75 και 1/78  του ΔΕΚ διεύρυναν το πεδίο εφαρμογής της ΚΕΠ, ενώ η Γνωμοδότηση 1/94 του ΔΕΚ, ούσα πιο μετριοπαθής, έθεσε ερωτήματα, τα οποία επηρέασαν μερικώς τις Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, και εμφανώς την τελευταία αναθεωρητική συνθήκη. 

Έως και την θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, η ΕΕ είχε στην αποκλειστική αρμοδιότητα της, την ΚΕΠ, όπως αυτή ορίστηκε το 1957, στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αυτό σημαίνει, πως πριν το 2009, για την υπογραφή συνθηκών οι οποίες περιελάμβαναν ρυθμίσεις ή προβλέψεις στον επενδυτικό τομέα, απαιτούνταν η επικύρωση του κειμένου και από τα επιμέρους κράτη μέλη. Έτσι, ακόμη κι αν ένα μόνο κράτος μέλος δεν αποδεχόταν και δεν επικύρωνε την εν λόγω συμφωνία, το κείμενο θα κατέπιπτε και η συμφωνία θα θεωρούνταν ως ουδέποτε συναφθείσα.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας παρέχεται στην ΕΕ η δυνατότητα να συνάπτει συνθήκες επί του εμπορίου προϊόντων, του εμπορίου υπηρεσιών, των εμπορικών πτυχών των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και επί των άμεσων ξένων επενδύσεων. Το πεδίο εφαρμογής της ΚΕΠ αποσαφηνίστηκε, ενσωματώνοντας τα πορίσματα, τις γνωμοδοτήσεις του ΔΕΚ, ενώ ανταποκρίθηκε και στα γεννηθέντα ερωτήματα του ΔΕΚ, αλλά και την εν γένει νέα τάξη πραγμάτων στον εμπορικό κλάδο.

Η πορεία των επενδυτικών συμφωνιών

Με μία πρόχειρη ανασκόπηση, θα δούμε πως οι πρώτες συμφωνίες της ΕΕ οι οποίες περιελάμβαναν επενδυτικές προβλέψεις, ξεκίνησαν να συνάπτονται την δεκαετία του 1970. Δεν πρόκειται για διόλου τυχαίο χρονικό σημείο, δεδομένου πως λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν εκδοθεί οι πολύ κρίσιμες Γνωμοδοτήσεις 1/75 και 1/78  του ΔΕΚ, οι οποίες διεύρυναν το πεδίο εφαρμογής της ΚΕΠ.

i.Πρώτο Συμπέρασμα

Tο πρώτο συμπέρασμα που μπορεί κανείς να συνάγει από μία γρήγορη ανασκόπηση των επενδυτικών συμφωνιών της ΕΕ (ή έστω όσων περιέχουν επενδυτικές προβλέψεις), αφορά τους εταίρους της. Οι πρώτες χρονικά οικονομίες, με τις οποίες επέλεξε η ΕΕ να συναλλαχθεί για την σύναψη τέτοιων συμφωνιών, ήταν ως επί το πλείστον αναπτυσσόμενες οικονομίες. Παρατίθενται μερικά παραδείγματα τέτοιων οικονομιών: η Ουρουγουάη, η Παραγουάη, το Μπαγκλαντές, η Μογγολία, η Σρι Λάνκα, ο Τουρκμενιστάν, το Κιργιστάν, η Υεμένη, η Ιορδανία, το Ουζμπεκιστάν. Σαφώς, ορισμένες από αυτές τις χώρες έχουν μεγάλη γεωπολιτική σημασία για την ΕΕ, κάποιες άλλες υπήρξαν παλιές αποικίες των κρατών μελών της ΕΕ, κάποιες άλλες στόχευαν στην δημιουργία καλής γειτονίας, κάποιες παρέχουν την εξασφάλιση της ασφάλειας, της τήρησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των περιβαλλοντικών προτύπων, και κάποιες άλλες απλά εξυπηρετούσαν τον σκοπό των BITs και των FTAs, οι οποίες στόχευαν στην διοχέτευση κεφαλαίων από μία ανεπτυγμένη οικονομία προς μία λιγότερο αναπτυγμένη, με κύριο στόχο την διεθνή ροή κεφαλαίων.

Μόλις τα τελευταία χρόνια η ΕΕ έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με πιο ανεπτυγμένες οικονομίες. Χαρακτηριστικό αυτού, συνιστά πως οι πρώτες διαπραγματεύσεις με την μεγαλύτερη ανταγωνιστική οικονομία, δηλαδή τις ΗΠΑ, ξεκίνησαν μόλις το 2019, χωρίς ακόμη να έχουν καρποφορήσει. Τα προηγούμενα έτη είχαν ξεκινήσει επίσης διαπραγματευτικές διαδικασίες με λοιπές ανεπτυγμένες οικονομίες, και εμπορικούς εταίρους της ΕΕ, όπως ο Καναδάς , η Αυστραλία, η Κίνα, η Ινδία, η Σιγκαπούρη. Ο πολύ πρόσφατος χαρακτήρας της προσπάθειας αυτής της ΕΕ, αντανακλάται και στο γεγονός ότι οι προτιμησιακές συμφωνίες που έχει υπογράψει η ΕΕ μέχρι έως και το 2020, δεν ξεπερνούσαν το 32% του εξωτερικού της εμπορίου.

Το ως άνω οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες: αφενός πολύ πρόσφατα έχει προσδιορισθεί σαφέστερα το περιεχόμενο της ΚΕΠ, μέσα από τα άρθρα της αναθεωρητικής Συνθήκης της Λισαβόνας, αφετέρου επίσης πολύ πρόσφατα έχει επικρατήσει (και προωθείται κυρίως από την ΕΕ) το μοντέλο των FTAs Νέας Γενιάς, τα οποία προσπαθούν να επιλύσουν τις αστοχίες που διαπιστώθηκαν στις προηγούμενες επενδυτικές και εμπορικές συμφωνίες, τύπου  BITs και FTAs. Στην ίδια κατεύθυνση έχει συμβάλει και ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1219/2012 για την θέσπιση μεταβατικών ρυθμίσεων στο πλαίσιο διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Το κάθε κράτος μέλος ακολουθούσε την δική του επενδυτική πολιτική έως και την αναθεώρηση της Λισαβόνας. Άλλα κράτη μέλη αποτελούσαν εξαγωγείς ΑΞΕ, άλλα εισαγωγείς ΑΞΕ. Σε κάθε περίπτωση, λόγω και της διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας και δημοσιονομικής τακτικής, το κάθε κράτος μέλος είχε το δικό του δίκτυο επενδυτικών συνεργασιών, και τις δικές του επενδυτικές συμφωνίες. Μετά την απορρόφηση των ΑΞΕ, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούσαν αυτόματα να παύσουν να ισχύουν.

Αυτομάτως, τα ανωτέρω γεγονότα έδωσαν στην ΕΕ την δυνατότητα να διαπραγματεύεται επενδυτικές συμφωνίες με ανεπτυγμένες οικονομίες. Αυτή η δυνατότητα προκύπτει από το γεγονός ότι η ΕΕ θα διαπραγματεύεται πλέον υπό ενιαία ατζέντα. Της παρέχεται δηλαδή η δυνατότητα να είναι ένας σημαντικός αντισυμβαλλόμενος, με μεγάλες εξαγωγές αλλά και εισαγωγές ΑΞΕ, με ισχυρό νόμισμα, νομισματική σταθερότητα και αξιοπιστία στις αγορές χρήματος. Ταυτόχρονα, η ΕΕ δύναται να προσφέρει στον έτερο συναλλασσόμενο επενδυτή υψηλότερα πρότυπα ασφαλείας, σε σχέση με κάποιο μεμονωμένο κράτος μέλος. Με αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται πως τα συμφέροντα της χώρας υποδοχής θα προστατεύονται ισάξια με τα συμφέροντα με της χώρας του επενδυτή, ανεξαρτήτως του εάν στην επενδυτική συμφωνία συμβάλλονται ανεπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες οικονομίες. Η ΕΕ αποκτά το προβάδισμα να προσεγγίσει σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της.

ii.Δεύτερο Συμπέρασμα

Το δεύτερο συμπέρασμα που εξάγεται από την ανάγνωση των κειμένων είναι ότι οι πρώτες συμφωνίες που υπεγράφησαν, έχουν ως επί το πλείστον τον χαρακτήρα Συμφωνίας Συνεργασίας (Cooperation Agreement). Πρόκειται, δηλαδή, για συμφωνίες οι οποίες επισημοποιούν τις σχέσεις μεταξύ των δύο μερών, δημιουργούν έναν δίαυλο επικοινωνίας και στοχεύουν στην ανάπτυξη ενός ισχυρού δικτύου συνεργασίας. Οι πρώτες Συμφωνίες Συνεργασίας περιείχαν, όπως αναφέρθηκε, προβλέψεις για την ενθάρρυνση των επενδύσεων μεταξύ των μερών, και όχι λεπτομερείς διατάξεις για την ρύθμιση των επενδυτικών τους σχέσεων.

Τα πρώτα χρόνια, κατά τα οποία η ΕΕ δεν είχε στην αποκλειστική αρμοδιότητά την επένδυση, έφερε το χρέος της δημιουργίας μίας ισχυρής εξωτερικής πολιτικής. Όφειλε επομένως, με κάποιο τρόπο να ανοίξει τον δρόμο για την συνεργασία με άλλες οικονομίες. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο στράφηκε στις Συμφωνίες Συνεργασίας. Η ΕΕ έκανε, δηλαδή, δειλά τα πρώτα της βήματα στις εξωτερικές της πολιτικές και τις μελλοντικές της επενδυτικές κινήσεις, προσεγγίζοντας τρίτες οικονομίες, και ακολουθώντας ένα προδιατυπωμένο, κατά βάση μοντέλο συμφωνιών.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Συμφωνίες Συνεργασίας, υπήρξαν συνήθως το εναρκτήριο λάκτισμα για την συνεργασία των δύο μερών. Επρόκειτο, δηλαδή, για το πρώτο βήμα συνεργασίας, το οποίο θα ακολουθούνταν από νέες προσπάθειες διαπραγματεύσεων με σκοπό την στενότερη σύνδεση των δύο μερών. Για παράδειγμα, η ΕΕ είχε συνάψει με το Καζακστάν Συμφωνία Συνεργασίας το 1995, και μόλις είκοσι χρόνια αργότερα, το 2015, αντικαταστάθηκε από την Ενισχυμένη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας. Η Συμφωνία αυτή συνυπάρχει με άλλες 22 διμερείς επενδυτικές συμφωνίες (BITs), που είχαν υπογράψει μεμονωμένα κράτη μέλη με το Καζακστάν, πριν την αναθεώρηση της ΚΕΠ.

Οι σημερινές επενδυτικές συμφωνίες της ΕΕ, περιλαμβάνουν ένα εκτενές ρυθμιστικό πλαίσιο. Οι πιο πρόσφατες επενδυτικές συμφωνίες, έχουν ενσωματώσει διεθνή πρότυπα προστασίας, γενικές αρχές και εγγυήσεις του κράτους υποδοχής, μηχανισμό επίλυσης διαφορών, και προβλέψεις απαλλοτριώσεων. Ενώ δηλαδή οι πρώτες Συμφωνίες Συνεργασίας περιορίζοντα στην προσπάθεια ενίσχυσης των επενδύσεων, οι σημερινές επενδυτικές συμφωνίες της ΕΕ δημιουργούν ένα αναλυτικό ρυθμιστικό πλαίσιο.

iii.Τρίτο Συμπέρασμα

Το τρίτο και τελευταίο συμπέρασμα, έχει να κάνει με τον βαθμό ρύθμισης του τομέα των επενδύσεων, ο οποίος αυξήθηκε ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας και την επίσημη ανάληψη αποκλειστικής αρμοδιότητας επί των ΑΞΕ, η ΕΕ ανέλαβε δράση επί του ρυθμιστικού πλαισίου:

-Εκδόθηκε η πολύ πρόσφατη Οδηγία 2019/452, για την θέσπιση ενός πλαισίου ελέγχου των ΑΞΕ στην Ευρώπη, εντός του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιήσουν τον μηχανισμό ελέγχου τους στην ΕΕ.

-Η ΕΕ προωθεί την θέσπιση ενός Διεθνούς Επενδυτικού Δικαστηρίου, το οποίο θα έρθει να αντικαταστήσει τον δυσλειτουργικό και μεροληπτικό Διαιτητικό Μηχανισμό Επίλυσης Διαφορών.

-Με αφορμή την απόφαση C-284/16 καταδεικνύεται ότι οι ρήτρες διαιτησίας που περιέχονται σε διμερείς επενδυτικές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών, είναι ασύμβατες με το δίκαιο της ΕΕ. Αυτό οδήγησε σε μία κοινή δήλωση της ΕΕ και των κρατών μελών το 2019, κατά την οποία δεσμεύτηκαν να τερματιστούν οι διμερείς επενδυτικές συνθήκες μεταξύ κρατών μελών.

-Οι πρόσφατες επενδυτικές συμφωνίες μάλιστα, περιλαμβάνουν διατάξεις για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, παράλληλα με την προώθηση των ΑΞΕ. Οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με τις ακόλουθες χώρες περιλαμβάνουν κανόνες για το εμπόριο και τη βιώσιμη ανάπτυξη: Καναδάς, Κεντρική Αμερική, Κολομβία, Περού και Εκουαδόρ, Γεωργία Ιαπωνία, Mercosur, Μεξικό, Μολδαβία, Σιγκαπούρη, Νότια Κορέα, Ουκρανία, Βιετνάμ.

Ο αντίλογος θα υποστηρίξει πως τα προηγούμενη έτη δεν υπήρχε επαρκές ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ΑΞΕ, καθώς αυτός ο τομέας δεν βρισκόταν υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ. Όμως, όλο αυτό καταδεικνύει πως τα μέτρα αυτά προβάλουν την ανάγκη της ΕΕ να υιοθετήσει ένα μοντέλο με αρκετά ευρείες εξουσίες (όπως οι ΗΠΑ), στον τομέα των επενδύσεων.

Ο ρυθμιστικός πυρετός της ΕΕ προκύπτει από την ανάγκη να προλάβει την μελλοντική εμφάνιση κρίσεων. Oι πρόσφατες χρηματοοικονομικές κρίσεις είχαν ως βαθύτερο αίτιο ακριβώς αυτό το γεγονός: ότι κάποιος κλάδος της ευρωπαϊκής οικονομίας παρέμενε ρυθμιστικά αδύναμος ή ημιτελής. Τώρα που οι οικονομικοί κύκλοι εμφανίζονται πιο μικροί, κι επομένως οι κρίσεις προμηνύονται να εμφανίζονται πιο σύντομα, ο δικαιικός χώρος της ΕΕ πρέπει να είναι προετοιμασμένος να τις αντιμετωπίσει.

Επίλογος

Η επενδυτική πολιτική της ΕΕ έχει ακολουθήσει μία ραγδαία εξελικτική πορεία. Ξεκίνησε δειλά προσεγγίζοντας μικρά κράτη και αναπτυσσόμενες οικονομίες, με Σύμφωνα Συνεργασίας, που περιείχαν πανομοιότυπους όρους. Σήμερα, προσπαθώντας να συνδεθεί με πιο ανεπτυγμένες οικονομίες, υιοθετεί ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο, εφαρμόζει μία μορφή εμπορικών συμφωνιών νέας γενιάς (new generation FTAs) και εισηγείται την ολιστική αλλαγή των επενδύσεων με την ίδρυση ενός Διεθνούς Επενδυτικού Δικαστηρίου. Το βασικότερο δίδαγμα των ανωτέρω αφορά την προσαρμοστικότητα της ΕΕ. Η εξελικτική πορεία αυτή καταδεικνύει πως η Ένωση ανταποκρίνεται στις εξωτερικές αλλαγές και τα εξωτερικά ερεθίσματα, λαμβάνοντας δράση. Η αναθεώρηση μάλιστα των Συνθηκών, όπως αυτή συζητείται, στοχεύει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την δυνατότητα ανάληψης άμεσης δράσης.

Είναι πλέον παγιωμένο το πλαίσιο της ΚΕΠ, μετά την αποσαφήνισή της στην Συνθήκη της Λισαβόνας; Όσο ένας κλάδος μεταβάλλεται, από τους εξωγενείς παράγοντες, όσο δηλαδή η «μηχανή του εμπορίου» προσαρμόζεται στα εκάστοτε δεδομένα της οικονομίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί παγιωμένο το ρυθμιστικό και θεσμικό πλαίσιο που τον περιβάλλει. Αυτό σταδιακά, θα σήμαινε την καταδίκη της ίδιας της ΕΕ.

Βιβλιογραφία

Hix S. (2009).Το πολιτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταίχμιο. Σελ.94-110

Morin Fr.(2011).Ένας κόσμος χωρίς τη Wall Street, Προτάσεις για ένα νέο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.  Μεταίχμιο.

Tonveronachi M.(2014). Η ΕΚΤ και η ενιαία ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά — µια πρόταση για την επισκευή κατά το ήμισυ ενός ελαττωματικού σχεδιασμού.Levy Economics Institute of Bard College.

Γκλαβίνης Παναγιώτης (2009) Διεθνές οικονομικό δίκαιο. Εκδόσεις Σάκκουλα σελ. 350-408, 445-472,515-540

Θ. Αργυρίου, Λ. Βανδώρου, Β. Βλασερός, Α. Κυπαρίσσης, Θ. Λαμπαδάρη, Μ. Μαργώση, Λ. Παπαδοπούλου, Ι. Παπαναγιώτου, Α. Συρμαλόγλου, Ν. Φύτρου, Χ. Χριστοδουλίδου. (2016).Αναπτυξιακά μοντέλα στην Ελλάδα Παρελθόν, παρόν και μέλλον. Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις. Σελ. 111-130

Καλαβρος Γρηγόρης-Ευάγγελος Γεωργοπουλος Γ. Θεόδωρος (2017) Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Θεσμικό Δίκαιο (Πρώτος τομος), Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 175-214

Καλαβρος Γρηγόρης- Ευάγγελος Γεωργοπουλος Γ. Θεόδωρος (2017) Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκή Ένωσης, Ουσιαστικό Δίκαιο (Δεύτερος τόμος), Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 133-156

Μούσσης Ν. (2016).Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές. Παπαζήσης. Σελ519-550

ΣΑΚΚΟΥΛΑ ΟΥΡΑΝΙΑ (2014). Η εξελικτική πορεία της κοινής Ευρωπαϊκής Εμπορίου και Επενδυτικής Πολιτικής (ΚΕΕΠ). ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΧΕΡΝΤΕΓΚΕΝ ΜΑΤΙΑΣ (2019) ΔΙΕΘΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  IANOS. Σελ.369-399, 437-445, 449-460,467-472

ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ. (2017a). Νομική προστασία ξένων επενδύσεων βάσει της Ολοκληρωμένης Οικονομικής και Εμπορικής Συμφωνίας ΕΕ-Καναδά (CETA) [ΑΘΗΝΑ, ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ]. Διαθέσιμο σε https://www.ekdd.gr/ekdda/files/ergasies_esdd/24/6/1902.pdf

Αντωνίου Ασημίνα, Εευνήτριας της Ομάδας Οικονομικών Θεμάτων. (2020, Νοέμβριος 18). Περιφερειακή Ολοκληρωμένη Οικονομική Εταιρική Σχέση – Regional Comprehensive Economic Partnership (RCEP). Διαθέσιμο σε https://thesafiablog.com/2020/12/18/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA/

Σιδηροπούλου Ελευθερία. (2012). Τα ευνοϊκά μέτρα της εμπορικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι τρίτων αναπτυσσόμενων χωρών: Οικονομικές, αναπτυξιακές, πολιτικές προεκτάσεις [ΔΠΘ]. Διαθέσιμο σε https://repo.lib.duth.gr/jspui/bitstream/123456789/3150/1/N61.PDF

Σμυρνή, Κωνσταντίνα. (2017b). Γεωγραφικές και πολιτικές διαστάσεις των εταιρικών σχέσεων εμπορίου και επενδύσεων. [ΑΙΓΑΙΟΥ]. Διαθέσιμο σε https://hellanicus.lib.aegean.gr/handle/11610/17974

ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡΓΥΡΙΟΥ ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΥΡΚΙΛΗΣ. (2016). Αποτελεί η περιφερειακή ολοκλήρωση έναν αποτελεσματικό τρόπο διακυβέρνησης του Διεθνούς Οικονομικού Συστήματος; [ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ]. Διαθέσιμο σε https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/19874/4/StergiopoulosArgyriosMsc2016.pdf

Συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία (ΣΟΕΣ) μεταξύ του Καναδά, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της. Διαθέσιμο σε https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:22017A0114(01)&from=EN

Πηγή Εικόνας https://unsplash.com/photos/Tz1k07Jl2no