Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Ελάχιστος Παγκόσμιος Εταιρικός Φόρος: Τι είναι και πώς θα επηρεάσει την οικονομία;

Γράφει η Μαρία Ειρήνη Δαφνομήλη

Τα τελευταία 40 χρόνια, ο φορολογικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις χώρες έχει εντατικοποιηθεί, οδηγώντας στη λεγόμενη «κούρσα προς τα κάτω» των εταιρικών φορολογικών συντελεστών παγκοσμίως, ενώ ταυτόχρονα, έχουν αναδυθεί δεκάδες «φορολογικοί παράδεισοι» που προσφέρουν μικρή έως καθόλου φορολογική υποχρέωση. Ωστόσο, με την πανδημία να έχει αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες σε όλες σχεδόν τις χώρες και άρα την ανάγκη χρηματοδότησής τους, οι κυβερνήσεις ψάχνουν κάθε τρόπο να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα διοίκηση του Λευκού Οίκου ανακοίνωσε την αύξηση της εταιρικής φορολογίας στις ΗΠΑ, από το 21% στο 28%. Όμως, η διοίκηση Biden δεν περιορίστηκε στους εγχώριους φόρους, αφού στις 5 Απριλίου, η Υπουργός Οικονομικών, Janet Yellen, δήλωσε την υποστήριξή της για τη θέσπιση ενός ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φόρου. Αν συμφωνηθεί αυτό, μιλάμε για τη μεγαλύτερη διεθνής αναδιάρθρωση των φορολογικών κανόνων, εδώ και δεκαετίες.

Με την αύξηση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, από τη δεκαετία του ΄80 και μετά, ευνοήθηκε η κινητικότητα του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα οι χώρες να ανταγωνίζονται μεταξύ τους στη μείωση του εταιρικού φόρου, με σκοπό την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1980 ο παγκόσμιος μέσος φορολογικός συντελεστής ήταν περίπου 40%, ενώ το 2020 περίπου 24%. Έτσι, πολλές πολυεθνικές μεταφέρουν την έδρα και τα κέρδη τους είτε σε χώρες με χαμηλό συντελεστή, όπως η Ιρλανδία, ή σε φορολογικούς παραδείσους, όπως στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ή τα Νησιά Κέιμαν, για να πληρώσουν όσο το δυνατόν λιγότερους φόρους. Με αυτόν τον τρόπο, εκτιμάται ότι οι κυβερνήσεις χάνουν έσοδα μεταξύ 200 και 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων κάθε χρόνο.

Γι’ αυτό το λόγο, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, ώστε να αποφευχθούν τέτοια φαινόμενα φοροδιαφυγής. Πιο συγκεκριμένα, από το 2013, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και οι χώρες G20 ηγούνται της πρωτοβουλίας “Base Erosion and Profit Shifting”, μια πολυμερής διαπραγμάτευση που συμμετέχουν 140 χώρες, όπου η θέσπιση ενός ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φόρου αποτελεί κεντρικός πυλώνας της πρωτοβουλίας αυτής. Ωστόσο, το αίτημα της προηγούμενης κυβέρνησης Trump να εξαιρεθούν από τη συμφωνία οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί αποτέλεσε σημείο σύγκρουσης και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιτάχθηκε. Η αλλαγή της στάσης της Ουάσινγκτον, καθώς και η πανδημία που πιέζει την παγκόσμια οικονομία και έχει προκαλέσει τεράστια αύξηση της ανισότητας και ελλείμματα στις περισσότερες χώρες, έχουν σταθεί καταλύτης για την έναρξη νέων διαπραγματεύσεων. Ο ελάχιστος συντελεστής, που πρότεινε η Janet Yellen, είναι 21%, πολύ υψηλότερος από τον συντελεστή που είχε συζητηθεί προηγουμένως από τον ΟΟΣΑ.

Στόχος του ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φόρου είναι να εμποδίσει τη μεταφορά των κερδών των πολυεθνικών, από τη χώρα στην οποία έχουν εισπραχθεί σε μια άλλη με χαμηλότερους φόρους. Στο εσωτερικό των χωρών, οι κυβερνήσεις θα διατηρούν το δικαίωμα να επιβάλουν όποιο φορολογικό συντελεστή επιλέγουν. Όμως, όταν μια επιχείρηση φορολογείται σε μια χώρα με χαμηλότερο συντελεστή και καταβάλλει λίγους φόρους, θα παρεμβαίνει η κυβέρνησή της να της επιβάλλει υψηλότερους φόρους, ώστε η συνολική φορολογική επιβάρυνσή της να φτάνει στο επίπεδο του ελάχιστου εταιρικού φόρου. Με αυτόν τον τρόπο, οι κυβερνήσεις θα αποτρέπουν τις πολυεθνικές εταιρείες να μεταφέρουν τα κέρδη τους αλλού και έτσι θα αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αν επιτευχθεί η συμφωνία, εκτιμάται ότι οι εταιρείες παγκοσμίως θα πληρώσουν 50 – 80 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον σε εταιρικούς φόρους.

Στην Ευρώπη, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και οι Υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας και της Γερμανίας, Bruno Le Maire και Olaf Scholz, μετά τη μεταστροφή των ΗΠΑ, έχουν καλωσορίσει την ιδέα και έχουν υποστηρίξει τη Janet Yellen. Η θέσπιση ενός τέτοιου συντελεστή φαίνεται να είναι επωφελής για κάποιες χώρες της ΕΕ, περισσότερο από τις ΗΠΑ, αφού σύμφωνα με το World Inequality Database, τα κράτη μέλη της ΕΕ, που δεν αποτελούν κάποια μορφή φορολογικού παραδείσου, φαίνεται να είναι οι μεγαλύτεροι χαμένοι του φορολογικού ανταγωνισμού με περίπου το 35% των μετατοπισμένων κερδών να προέρχονται από αυτές τις χώρες της ΕΕ, σε σύγκριση με το 25% από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα, η μετατόπιση των κερδών μειώνει τα έσοδα των εταιρικών φόρων των κρατών μελών της Ένωσης κατά περίπου 20%, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο, η απώλεια αυτή είναι περίπου 10%.

Ωστόσο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει μεγάλη ανομοιογένεια στους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές. Από τη μια πλευρά, έχουμε χώρες με υψηλούς συντελεστές, όπως η Γαλλία, που πιέζουν εδώ και χρόνια να υπάρξει μία εναρμόνιση των εταιρικών φόρων και από την άλλη, υπάρχουν χώρες με χαμηλούς συντελεστές, όπως η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Μάλτα. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας, που βασίζει την οικονομική της ανάπτυξη στην προσέλκυση πολυεθνικών εταιρειών μέσω χαμηλής εταιρικής φορολογίας και έχει αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια της Ένωσης για εναρμόνιση των φορολογικών κανόνων. Η Ιρλανδία έχει συντελεστή εταιρικού φόρου μόλις 12,5%, που της επέτρεψε να προσελκύσει μεγάλες αμερικανικές επενδύσεις και εταιρείες που έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητές τους στο Δουβλίνο, όπως οι Facebook, Google και Microsoft. Ουσιαστικά, με τη θέσπιση ενός παγκόσμιου ελάχιστου φόρου, χώρες της ΕΕ, όπως η Ιρλανδία, δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως ανταγωνιστικό εργαλείο το χαμηλό φόρο, που θα έχει αναμφίβολα σημαντικό αντίκτυπο στην οικονομία τους. Ο Υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας, Paschal Donohoe, υπολογίζει ότι η χώρα του θα εισπράξει 2 δις ευρώ λιγότερα σε εταιρικούς φόρους, αν συμφωνηθεί η τρέχουσα πρόταση.

Εν ολίγοις, όσον αφορά την αποτροπή της μεταφοράς εταιρικών κερδών και, συνεπώς, την αύξηση των φορολογικών εσόδων, η εισαγωγή ενός ελάχιστου παγκόσμιου φόρου εταιρειών αναμφίβολα έχει μεγάλες δυνατότητες. Ωστόσο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η υιοθέτηση ενός τέτοιου φορολογικού συντελεστή θα έχει διαφορετικά αποτελέσματα, διότι θα επωφεληθούν μεγάλες χώρες με υψηλή φορολογία, ενώ θα πλήξει τις μικρότερες χώρες που έχουν ως μόνο μέσο ανταγωνιστικότητας τους χαμηλούς φόρους, αφού δεν διαθέτουν τα ίδια πλεονεκτήματα κλίμακας με τις μεγαλύτερες χώρες. Ταυτόχρονα, πολλοί ανησυχούν για τον αντίκτυπο που θα έχει ένας τέτοιος συντελεστής στην ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Αναμένεται ότι θα υπάρχει συμφωνία μέσα στο τρέχον έτος και σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ οι χώρες συμφωνούν στο βασικό σχεδιασμό του φόρου, ενώ ο συντελεστής είναι ακόμα υπό συζήτηση. Το πιο πιθανό είναι ότι οι χώρες χαμηλής φορολογίας θα παλέψουν για ένα σχετικά χαμηλό συντελεστή, χαμηλότερο από την πρόταση της διοίκησης Biden για 21%. Ανεξάρτητα, όμως, από το ύψος του συντελεστή που θα συμφωνηθεί, είναι σίγουρο ότι η συμφωνία αυτή θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι πολυεθνικές εταιρείες δραστηριοποιούνται εδώ και δεκαετίες.

Πηγές:

Πηγή Εικόνας: Chandan Khanna | AFP | Getty Images