Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία για την περίπτωση της Ταϊβάν

Γράφει ο Δημήτριος Θάνος

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προσφέρει αναλογίες σε μία παρόμοια περίπτωση όπου μία πυρηνική υπερδύναμη με τεράστια στρατιωτική ανωτερότητα φαίνεται να στρέφεται εναντίον ενός σχετικά ανίσχυρου αντιπάλου. Πρόκειται για την περίπτωση των σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν, που αμφότερες μπορούν να πάρουν σημαντικά διδάγματα από τον πρώτο πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος τον 21ο αιώνα.

Με την είδηση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία την 24η Φεβρουαρίου ο κόσμος συγκλονίστηκε. Πολλοί όμως στράφηκαν σε ένα άλλο μέρος του πλανήτη που φαίνεται να είναι στα πρόθυρα επίθεσης από έναν ισχυρό γείτονα, το Στενό της Ταϊβάν και την κατάσταση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν. Οι αναλογίες ανάμεσα στις περιπτώσεις της Ουκρανίας και της Ταιβάν είναι πολλές και μπορούν να εντοπιστούν σε πολλά επίπεδα. Μία ποσοτικά και ποιοτικά ανώτερη στρατιωτική δύναμη (Ρωσία-Κίνα) στρέφεται εναντίον ενός αδύναμου γείτονα με τον οποίο για χρόνια έχουν ιστορικές διαφορές (Ουκρανία-Ταϊβάν). Οι δύο ισχυρές χώρες, σε κάθε περίπτωση, φαίνονται να έχουν παρόμοιες γεωπολιτικές απόψεις που περιλαμβάνουν τη γεωγραφική επέκτασή τους και την προσάρτηση εδαφών από τους γείτονές τους. Η Κίνα για πολλά χρόνια διατηρεί την πολιτική της «Μίας Κίνας», η οποία σχετίζεται με την ιστορική προέλευση του κράτους της Ταιβάν ως συνέχεια του κινεζικού κράτους πριν τη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο. Αυτή η πολιτική έχει εμποδίσει πολλά κράτη από το να προχωρήσουν στην επίσημη αναγνώριση του κράτους της Ταϊβάν και δημιουργεί διαρκή ανασφάλεια στην τελευταία. Από την άλλη, η Ρωσία φαίνεται να θέλει να φέρει με το μέρος της τα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Επιπλέον, η ανασφάλεια για τις επεκτατικές κινήσεις του ΝΑΤΟ στην περιοχή τους αποτελεί έναν ακόμη κοινό παρονομαστή και στις δύο περιπτώσεις. Οι Ευρωπαϊκές χώρες ανήκουν εδώ και πολλά χρόνια στο Σύμφωνο, ενώ τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στρέφονται προς το ΝΑΤΟ, φτάνοντας μέχρι και τα σύνορα με τη Ρωσία στις χώρες της Βαλτικής. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν η Φινλανδία και η Σουηδία, που αιτήθηκαν την είσοδό τους στο Σύμφωνο κατόπιν της Ρωσικής εισβολής. Στην περίπτωση της Κίνας, οι ΗΠΑ έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους προς την Ασία και την περιοχή του Ινδο-ειρηνικού, ενισχύοντας τη συνεργασία τους με χώρες όπως η Αυστραλία, η Ιαπωνία και η Νότιος Κορέα.

Παρότι ακόμα δεν έχει παρατηρηθεί κάποια απειλητική κινητικότητα, οι στρατιωτικοί αναλυτές στην Ταϊπέι μελετούν ήδη την κατάσταση στην Ουκρανία ώστε να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους στην περίπτωση στρατιωτικής εισβολής της Κίνας στο νησί. Η πρόεδρος Tsai Ing-wen τάσσεται υπέρ της ιδέας του ασύμμετρου πολέμου, στρατηγική επιλογή που ακολουθήσαν και οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική επίθεση. Άλλωστε, οι τεράστιες διαφορές στρατιωτικού μεγέθους δικαιολογούν απόλυτα τη συγκεκριμένη επιλογή. Στην περίπτωση της Ταϊβάν η εισβολή γίνεται πιο περίπλοκη δεδομένης της φύσης των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Σε σύγκριση με τα χερσαία σύνορα μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, η Ταιβάν και η Κίνα χωρίζονται από το Στενό της Ταϊβάν που, ακόμα και στο στενότερο σημείο του, η απόσταση μεταξύ των δύο χωρών είναι τουλάχιστον 130 χιλιόμετρα. Δεδομένου αυτού, θα χρειαστεί πολύ μεγαλύτερη προετοιμασία και συνδυασμός εναέριων και αμφίβιων στρατιωτικών μέσων από πλευράς Κίνας.

Ταυτόχρονα, βασιζόμενες στην περίπτωση της Ουκρανίας και της ανθρωπιστικής κρίσης που ακολούθησε, ορισμένες ομάδες πολιτών στην Ταϊβάν φαίνεται να υποστηρίζουν ότι η πολιτική της χώρας να προκαλεί την Κίνα και να ακολουθεί πολιτικά τις ΗΠΑ, αυξάνουν τις πιθανότητες πολέμου. Η Κίνα βασίζεται σε αυτή την άποψη και με τα μέσα προπαγάνδας που διαθέτει γιγαντώνει αυτές τις θεωρίες, θέλοντας να ενισχύσει την αποτρεπτική ισχύ της.

Όσον αφορά το στρατιωτικό σκέλος, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να προβληματίζει την κινεζική ηγεσία, καθώς θα πρέπει να λάβουν πολλά δεδομένα υπόψη τους πριν πάρουν την τελική απόφαση για την ένοπλη εισβολή στην Ταϊβάν. Όπως φάνηκε στην περίπτωση της Ουκρανίας, τα ρωσικά στρατεύματα έχοντας πρόσφατη πολεμική εμπειρία τόσο στην Τσετσενία όσο και στη Συρία και ένα πολύ πιο ήπιο γεωγραφικά πεδίο μάχης, αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν ακόμα προβλήματα απέναντι στην αντίσταση της ουκρανικής άμυνας. Αντίθετα, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός παρά το μέγεθός του και την τεχνολογική υπεροπλία του θα κληθεί να εμπλακεί σε σύγκρουση για πρώτη φορά μετά το 1979. Επίσης, η ανάγκη για αμφίβια εισβολή στην Ταϊβάν περιπλέκει περισσότερο τις συνθήκες διεξαγωγής της σύγκρουσης, ειδικά αν τις συγκρίνουμε με τις πεδιάδες της ανατολικής Ουκρανίας στις οποίες κλήθηκε να πολεμήσει ο ρωσικός στρατός. Αυτά θα έπρεπε να προβληματίσουν την κινεζική στρατηγική ηγεσία και να την κάνουν να αναζητήσει εναλλακτικές ως προς τη μορφή τη εισβολής και τις επιλογές που θα κάνει σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο.

Από την άλλη, η αμυντική ετοιμότητα της Ταϊβάν είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τόσο την Ταϊπέι όσο και την Ουάσιγκτον. Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών θα είναι κομβικός σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης. Οι ΗΠΑ και ο πρόεδρος Μπάιντεν έχουν δεσμευθεί να υπερασπιστούν το νησί σε μία τέτοια περίπτωση. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή, κυρίως η Ιαπωνία και η Αυστραλία, δεν αποκλείεται να εμπλακούν κι αυτές ενεργά στην υποστήριξη της Ταϊβάν. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη στάση που κράτησαν με σκληρές οικονομικές κυρώσεις και γρήγορο εξοπλισμό της Ταϊβάν, ώστε να φαίνεται δυσκολότερη η επιβολή της με στρατιωτικά μέσα. Η στάση που κράτησαν στην περίπτωση της Ουκρανίας με τη μη στρατιωτική εμπλοκή τους στον πόλεμο δεν φαίνεται ότι θα επαναληφθεί σε αυτή την περίπτωση.

Ένα από τα σημαντικότερα σφάλματα που θα μπορούσε κανείς να προσάψει στη Μόσχα είναι η αποτυχία της να ελέγξει το επικοινωνιακό και πολιτικό σκέλος του πολέμου. Παρά το εκτενές ιστορικό κυβερνοεπιθέσεων, η Μόσχα δεν κατάφερε να περιορίσει την προβολή της ουκρανικής πλευράς, με τον ουκρανό πρόεδρο Ζελένσκι να είναι διαρκώς στο προσκήνιο, τόσο τραβώντας το ενδιαφέρον και την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας όσο και ενισχύοντας το ηθικό των Ουκρανών. Μαθαίνοντας από αυτή την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη την τεχνολογική δύναμη του Πεκίνου, οι κινεζικές δυνάμεις θα πρέπει να στραφούν σε έναν υβριδικό πληροφοριακό πόλεμο περιορίζοντας τα μέσα της Ταϊβάν και διαδίδοντας fake news προκειμένου να καμφθεί η όποια αντίσταση και να διαλύσουν το ηθικό των αντιπάλων τους.

Όπως αποδεικνύει η κρίση στην Ουκρανία, ένας πόλεμος διεξάγεται σε δύο επίπεδα: ένα είναι το στρατιωτικό και άλλο είναι το πολιτικό-οικονομικό, στο οποίο συμμετέχουν τόσο τα κράτη όσο και ιδιώτες και επιχειρήσεις. Για πρώτη φορά επιβλήθηκαν κυρώσεις τέτοιας κλίμακας έναντι ενός κράτους, ενώ πολλές δυτικές επιχειρήσεις αποχώρησαν από τη Ρωσία. Με αυτό το προηγούμενο, οι δυτικές χώρες θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες να λάβουν πολλά από τα ίδια μέτρα που έχουν λάβει κατά της Ρωσίας. Αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την αποκοπή των κινεζικών τραπεζών από το SWIFT, κυρώσεις σε κινεζικά προϊόντα και δευτερεύουσες κυρώσεις σε χώρες που επιθυμούν να συναλλάσσονται με την Κίνα. Για μία οικονομία όπως η κινεζική, που αποτελεί βασικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου, αυτού του είδους η απομόνωση θα δημιουργούσε σοβαρές επιπλοκές στο διεθνές εμπόριο και τις παγκόσμιες γραμμές παραγωγής, οδηγώντας σε σημαντική οικονομική συρρίκνωση.

Το αποτέλεσμα μιας πιθανής κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν θα είχε τεράστιο αντίκτυπο στις γεωπολιτικές ισορροπίες του διεθνούς συστήματος. Σε περίπτωση αποτυχίας, το πλήγμα για το Κομμουνιστικό Κόμμα και του καθεστώτος του θα ήταν τεράστιο θέτοντας τη συνέχεια του υπό αμφισβήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση επιτυχούς εισβολής και κατάληψης του νησιού και των πλούσιων πόρων που διαθέτει, θα ήταν ένα βήμα προς το ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα της Κίνας προς τη θαλάσσια κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή του Ινδο-ειρηνικού. Θα αποτελούσε επίσης ένα τεράστιο πλήγμα για την αποτρεπτική ισχύ των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Καταλήγοντας, η κινεζική ηγεσία παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ουκρανία, όχι μόνο για να διδαχθεί από τις κινήσεις και τα λάθη των Ρώσων, αλλά, σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, και για να είναι καλύτερα προετοιμασμένη για την αντίδραση της Δύσης και να ανταποκριθεί στις όποιες κυρώσεις της επιβληθούν.

Βιβλιογραφία

Abrams, E. (2022). The Ukraine War, China, and Taiwan. Pressure Points. Διαθέσιμο σε: https://www.cfr.org/blog/ukraine-war-china-and-taiwan

Blanchard, B. (2022). Analysis: Taiwan studies Ukraine war for own battle strategy with China. REUTERS. Διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/business/aerospace-defense/taiwan-studies-ukraine-war-own-battle-strategy-with-china-2022-03-09/

Hornung, J. W. (2022). Ukraine’s lessons for Taiwan. War on the rocks. Διαθέσιμο σε: https://warontherocks.com/2022/03/ukraines-lessons-for-taiwan/

Huizhong, W. (2022). For all its parallels, Ukraine war feels distant in Taiwan. Associated Press. Διαθέσιμο σε: https://apnews.com/article/russia-ukraine-business-europe-china-taiwan-8a0b9cf325f5b1f4c5e49a5be58b013f

Lin, B. (2022). China’s Taiwan Invasion Plans May Get Faster and Deadlier. Foreign Policy. Διαθέσιμο σε: https://foreignpolicy.com/2022/04/19/china-invasion-ukraine-taiwan/

Panda, A., & Putz, K. (2022). Russia’s Invasion of Ukraine: Lessons for Taiwan. The Diplomat. Διαθέσιμο σε: https://thediplomat.com/2022/04/russias-invasion-of-ukraine-lessons-for-taiwan/

Seligman, L. (2022). ‘Deadly serious’: U.S. quietly urging Taiwan to follow Ukraine playbook for countering China. POLITICO. Διαθέσιμο σε: https://www.politico.com/news/2022/05/19/deadly-serious-u-s-quietly-urging-taiwan-to-follow-ukraine-playbook-for-countering-china-00033792

Ψύλος, Μ. (2022). Από την Ουκρανία στην Ταϊβάν και στο βάθος …Κίνα. Ναυτεμπορική. Διαθέσιμο σε: https://m.naftemporiki.gr/story/1865672

Πηγή εικόνας: Chiang Ying-ying / Associated Press