Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Διακρατική υιοθεσία

Γράφει η Ιωάννα-Γεωργία Πατεράκη

Σύμφωνα με το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο, ως υιοθεσία νοείται το σύνολο των νομικών πράξεων που έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας τεχνητής έννομης σχέσης γονέα και τέκνου. Δεδομένου ότι μιλάμε για θετό γονέα, θετό τέκνο και θετή οικογένεια[1], η σχέση γονέα – τέκνου δεν ιδρύεται βιολογικά από τη γέννηση του παιδιού. Επομένως, δεν πρόκειται για εξ αίματος συγγενείς ώστε να ισχύει το άρθρου 1463 ΑΚ[2], το οποίο αναφέρει ότι: “Η συγγένεια του προσώπου με τη μητέρα του και τους συγγενείς της συνάγεται από τη γέννηση. Η συγγένεια με τον πατέρα και τους συγγενείς του συνάγεται από το γάμο ή το σύμφωνο συμβίωσης της μητέρας με τον πατέρα ή ιδρύεται με την αναγνώριση, εκούσια ή δικαστική ”. Στην περίπτωσή μας ένα ζευγάρι ή ένα άτομο, άντρας ή γυναίκα, που πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου γίνεται γονιός ενός παιδιού που δεν έχει βιολογική συγγένεια με αυτό.

  Υπάρχουν τρία είδη υιοθεσίας[3] : η ιδιωτική, η κρατική και η διακρατική υιοθεσία. Στην ιδιωτική υιοθεσία, ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί το παιδί κάποιου άλλου προσώπου, συγγενικού ή αγνώστου. Στην κρατική υιοθεσία, το παιδί που υιοθετείται, προηγουμένως, βρισκόταν σε κάποιο ίδρυμα. Τέλος,  στην διακρατική υιοθεσία , η οποία αποτελεί το κεντρικό θέμα του άρθρου, ισχύει ο βασικός ορισμός της υιοθεσίας με εμφανές το στοιχείο της διακρατικότητας. Δηλαδή, το υιοθετούμενο τέκνο κατάγεται από χώρα του εξωτερικού και απαιτείται μετακίνηση του, για να βρεθεί με τη θετή του οικογένεια.

  Η διακρατική υιοθεσία ρυθμίζεται από τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης για την διεθνή προστασία των παιδιών στις διακρατικές υιοθεσίες, την οποία η Ελλάδα κύρωσε το 2009, με το νόμο 3765/2009[4]. Η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης[5] περιέχει αναλυτικά κατ’ άρθρο τις θεματικές του πεδίου εφαρμογής της Σύμβασης, τις προϋποθέσεις για τη σύναψη διακρατικών υιοθεσιών, τις Κεντρικές Αρχές και τους διαπιστευμένους οργανισμούς.

    Στην εισαγωγική παράγραφο της Σύμβασης της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες αναφέρεται ότι η Σύμβαση αποσκοπεί στη θέσπιση κοινών διατάξεων που αφορούν τις διακρατικές υιοθεσίες στα συμβαλλόμενα κράτη μέλη λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού του 1989 και τη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τις κοινωνικές και νομικές Αρχές σχετικά με την προστασία και την ευημερία των παιδιών. Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί ο σεβασμός στα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού, να αποφευχθεί η πώληση, η αρπαγή, η παράνομη διακίνηση παιδιών και συνεπώς η υιοθεσία να γίνεται πάντα προς το συμφέρον του παιδιού και εκείνο να δοθεί σε μια οικογένεια ή ένα γονέα θετό που θα το αγαπάει, ώστε  να μεγαλώσει σε ένα υγιές περιβάλλον αποδοχής, φροντίδας και ευημερίας[6].

    Επίσης, στο άρθρο 23, παράγραφος 1[7] του Αστικού Κώδικα, αναφέρεται ότι : “Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.” Παράλληλα, στο άρθρο 3 του νόμου 2447/1996[8],  αναγράφεται ότι : “Τέκνα αλλοδαπών, που έχουν εγκαταλειφθεί στην Ελλάδα και για τα οποία δεν εκδήλωσε κανένας, τουλάχιστον επί ένα εξάμηνο, ενδιαφέρον να τους παράσχει προστασία, υιοθετούνται σύμφωνα με το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο.”. Από την ανάγνωση της διάταξης παρατηρείται ,ότι σε αντίθεση με την ρύθμιση του άρθρου 23 παρ.1 ΑΚ, δεν εφαρμόζεται η lex patriae[9] του κάθε μέρους, δηλαδή, δεν ισχύει για κάθε μέρος της πράξης υιοθεσίας, το δίκαιο της έννομης τάξης της χώρας του με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του.

      Όσον αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 6[10],κάθε κράτος ορίζει μια Κεντρική Αρχή, υπεύθυνη να εκτελεί τις υποχρεώσεις του από τη Σύμβαση. Οι Κεντρικές Αρχές των συμβαλλομένων κρατών έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται μεταξύ τους για να διασφαλιστεί η προστασία των παιδιών που αποτελεί το στόχο της Σύμβασης. Σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15[11], όποιος επιθυμεί να τελέσει μια διακρατική υιοθεσία απευθύνεται στην Κεντρική Αρχή του κράτους της συνήθους διαμονής του εφόσον είναι συμβεβλημένο στη Σύμβαση. Εφόσον η Κεντρική Αρχή του κράτους διαμονής κρίνει ότι είναι κατάλληλος να υιοθετήσει, συντάσσει έκθεση με πληροφορίες για την ταυτότητα του, το κοινωνικό περιβάλλον του, την οικονομική του κατάσταση, αλλά και το ιατρικό του ιστορικό, την οποία διαβιβάζει στην Κεντρική Αρχή του κράτους προέλευσης του παιδιού. Σύμφωνα με το άρθρο 16, αν η Κεντρική Αρχή του κράτους προέλευσης κρίνει ότι το παιδί μπορεί να υιοθετηθεί, συντάσσει έκθεση για τις δικές του προσωπικές πληροφορίες, την οποία αποστέλλει με τη σειρά του στο κράτος υποδοχής και έτσι προχωρά μετέπειτα η διαδικασία της υιοθεσίας

    Η σημαντικότητα της τέλεσης μιας διακρατικής υιοθεσίας με πρωταρχικό γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, διαφαίνεται στην υπόθεση LP AND JP V. DEPARTMENT OF CHILD, YOUTH AND FAMILY SERVICES[12] του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νέας Ζηλανδίας. Οι Νεοζηλανδοί LP και JP ήθελαν να υιοθετήσουν το 2 ετών κορίτσι ενός ζευγαριού από την Ταϊλάνδη, το οποίο εργαζόταν για λογαριασμό μιας οικογενειακής τους φίλης. Σε συνεννόηση με το ζευγάρι, η οικογένεια του παιδιού ήρθε  στη Νέα Ζηλανδία, άφησε το παιδί στο ζευγάρι και αναχώρησε για την Ταϊλάνδη. Το ζευγάρι προχώρησε σε αίτηση υιοθεσίας για τη μικρή, η οποία απορρίφθηκε  από τις αρμόδιες αρχές, επειδή έκριναν ότι δεν ήταν σύμφωνη με τα άρθρα 3, 7, 8, και 21 της Σύμβασης για τα δικαιώματα του Παιδιού (βέλτιστο συμφέρον του παιδιου, όνομα και εθνικότητα, διατήρηση ταυτότητας, συγκατάθεση σε υιοθεσία). Μετά την απόρριψη αυτή, το ζευγάρι προσπάθησε να προχωρήσει την ήδη εκκρεμούσα αίτηση τους για να γίνουν θετοί γονείς, την οποία είχαν εκκινήσει πριν από την αίτηση υιοθεσίας της Ν. Οι αρμόδιες αρχές συνέταξαν έκθεση καταλληλότητας, η οποία ήταν αρνητική για το συγκεκριμένο ζευγάρι λόγω ανησυχίας από την ήδη προηγούμενη αρνητική έκβαση της υπόθεσης υιοθεσίας της Ν, στερώντας και το δικαίωμα ακρόασης και ένστασης στους LP και JP, ώστε να απαντήσουν στις ανησυχίες των αρμόδιων αρχών. Έτσι το ζευγάρι κινήθηκε νομικά.

  Το Ανώτατο Δικαστήριο της Νέας Ζηλανδίας έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές έθεσαν σωστά ως προτεραιότητα το συμφέρον του παιδιού και απέρριψαν την αίτηση υιοθεσίας της Ν. Στην πραγματικότητα, δεν προέκυπτε ότι η βιολογική της οικογένεια ήταν σε αδυναμία να τη μεγαλώσει καθώς και ότι η μητέρα του παιδιού μπορεί να μην είχε δώσει την ειλικρινή συγκατάθεση της, επειδή μπορεί να υπήρχε προσωπική εμπλοκή με την εργοδότρια της, φίλη του ζευγαριού. Ακόμα, θεώρησε παράνομη τη συμφωνία της οικογένειας του παιδιού με τους  LP και JP αφενός γιατί, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νέας Ζηλανδίας για τις υιοθεσίες, τα παιδιά κάτω των 15 ετών δεν μπορούν να παραμείνουν για σκοπούς υιοθεσίας με τους υποψήφιους θετούς γονείς τους στο σπίτι τους χωρίς την έγκριση κοινωνικού λειτουργού ή προσωρινή εντολή για υιοθεσία ,αφετέρου δε, ούτε στη νομοθεσία της Ταϊλάνδης επιτρέπονταν οι ιδιωτικές υιοθεσίες.

  Τέλος, εκτός από τα παραπάνω, εκτίμησε ότι η έγκριση για υιοθεσία της Ν θα παραβίαζε και το διεθνές δίκαιο, γιατί παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού δεν έχει κυρωθεί στη Νέα Ζηλανδία, έκρινε ότι έπρεπε να ερμηνεύσει το δίκαιο της που εφαρμοζόταν στην περίπτωση αυτή, με βάση τις επιταγές των διεθνών υποχρεώσεων της. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 21 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού[13], στο οποίο αναγράφεται ότι “Τα Συμβαλλόμενα Κράτη που αναγνωρίζουν και/ή επιτρέπουν το σύστημα υιοθεσίας διασφαλίζουν ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού θα είναι το πρωταρχικό μέλημα …”

  Εύλογο όμως είναι να αναρωτηθεί κανείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους επιλέγει κάποιος να τελέσει μια διακρατική υιοθεσία από τη στιγμή που του δίνεται η δυνατότητα της κρατικής υιοθεσίας. Ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες χώρες με το έντονο πρόβλημα της υπογεννητικότητας, της στειρότητας, της δυσκολίας τεκνοποίησης, των ελεγχόμενων εγκυμοσύνων, των αμβλώσεων, την εδραίωση και του μοντέλου της μονογονεϊκής οικογένειας αλλά και την επιλογή απόκτησης παιδιού σε μεγάλη ηλικία, η υιοθεσία παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ελκυστική λύση[14]. Όσον αφορά όμως την κρατική υιοθεσία, η ατελείωτη γραφειοκρατία, η ματαίωση των διαδικασιών, η λίστα αναμονής μέχρι να υπάρξει διαθέσιμο παιδί, η αυστηρή αξιολόγηση των υποψηφίων θετών γονέων και ο μεγάλος αριθμός αιτήσεων είναι καθόλα αποθαρρυντικά για κάποιον που επιθυμεί πραγματικά να αποκτήσει ένα παιδί με τον τρόπο αυτό. [15] 

  Εξαιτίας των παραπάνω όλο και περισσότεροι στρέφονται στη διακρατική υιοθεσία, στην οποία υπάρχει μεγάλος αριθμός διαθέσιμων παιδιών που προέρχονται κυρίως από αναπτυσσόμενα κράτη  όπου κυριαρχεί η φτώχεια, το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο διαβίωσης αλλά και οι ανεξέλεγκτες εγκυμοσύνες, όπως για παράδειγμα η Αιθιοπία και η Αφρική[16]. Συνάμα, βέβαια, η απαγόρευση των αμβλώσεων μπορεί να αποτελέσει παράγοντα αύξησης του αριθμού των διαθέσιμων προς διακρατική υιοθεσία παιδιών. Αυτό αποδείχθηκε στην περίπτωση της Ρουμανίας κατά την περίοδο διακυβέρνησης του δικτάτορα Nicolae Ceausescu, όπου απαγορευόταν με ποινή θανάτου οι αμβλώσεις[17] και διατάχθηκε κάθε οικογένεια να αποκτά τουλάχιστον πέντε τέκνα. Το γεγονός αυτό, οδήγησε στην εγκατάλειψη πολλών παιδιών λόγω οικονομικής αδυναμίας ανατροφής τους. Τέλος, λόγος αύξησης διαθεσιμότητας παιδιών για διακρατική υιοθεσία μπορεί να αποτελέσει και μια φυσική καταστροφή[18], όπως στην περίπτωση του τσουνάμι στη Νοτιοανατολική Ασία το 2004 κατά τη διάρκεια του οποίου χιλιάδες παιδιά έχασαν τους γονείς τους.

  Στην Ελλάδα, εξαιτίας του προβλήματος της υπογεννητικότητας αλλά και της προοδευτικής απενοχοποίησης του μοντέλου της μονογονεϊκής οικογένειας υπάρχει μεγάλος αριθμός αιτήσεων για διακρατικές υιοθεσίες. Ελληνικές οικογένειες φιλοξενούν πλέον ως μέλη τους παιδιά από χώρες της Αφρικής, της Ταϊλάνδης, της Βουλγαρίας και της Ουκρανίας. Η διαδικασία μιας διακρατικής υιοθεσίας μπορεί να διαρκέσει από ένα έως τρία χρόνια και περιλαμβάνει τα έξοδα της μετακίνησης του παιδιού στην Ελλάδα για τη γνωριμία του με τους υποψήφιους θετούς γονείς του πριν την οριστική του εγκατάσταση, τα έξοδα των ιατρικών του εξετάσεων  και την αμοιβή του δικηγόρου.[19]

  Ο θεσμός της υιοθεσίας στην εποχή μας αποτελεί ένα θέμα επίκαιρο και η πράξη της υιοθεσίας είναι μια λύση στην οποία καταφεύγουν ζευγάρια με δυσκολίες τεκνοποίησης, άτομα που στηρίζουν το μοντέλο της μονογονεϊκής οικογένειας ή αντιμετωπίζουν προβλήματα στειρότητας και επιθυμούν να γίνουν γονείς ή ακόμα και ήδη πολυμελείς οικογένειες που επιλέγουν να αγκαλιάσουν ένα παιδί που έχει στερηθεί τη θαλπωρή των οικείων του και να το εντάξουν ως μέλος τους. Τα είδη της υιοθεσίας  διαφορετικά, μα όλα έχουν τον ίδιο σκοπό που δεν είναι άλλος από τη  δημιουργία νέων σχέσεων και νέων οικογενειακών δεσμών έστω και τεχνητών. Η πιο ξεχωριστή από όλες τις μορφές υιοθεσίας είναι η διακρατική, η οποία έρχεται να βάλει τέλος στα σύνορα και τις αποστάσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους και να δείξει ότι η αγάπη δε χωρά σε στερεότυπα χρώματος, φυλής, εθνικότητας και θρησκείας. Οικογένεια στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνη της οποίας τα μέλη συνδέονται με δεσμούς αίματος, αλλά με δεσμούς αγάπης, στήριξης, φροντίδας, κατανόησης και αποδοχής.

Βιβλιογραφία

  1. Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 2017 Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 498
  • Αστικός Κώδικας, Άρθρο 23 παράγραφος 1, Άρθρο 1463
  • Διεθνής Σύμβαση της Χάγης για τη διεθνή προστασία των παιδιών στις διακρατικές υιοθεσίες,( Εφεξής Δ.Σ.Χ.Π.Π), ΦΕΚ 101/Α/1-7-2009, εν γένει και συγκεκριμένα τα άρθρα 6, 14, 15, 21. Διαθέσιμο σε https://www.e-nomothesia.gr/kat-anilikoi/n37652009-phek-101a1-7-2009.html
  • Stacie I. Strong, Children’s rights in intercountry adoption: Towards a new goal, 1995 Boston University International Law Journal, σελ. 170, Martin, (σημ.14), σελ. 177, Thompson, (σημ.1), σελ.446, M.Liu, ό.π., σελ. 187,190, Susann M. Bisignaro, Intercountry adoption today and the implications of the 1993 Hague convention on tomorrow, 1994 Dickinson Journal of International Law, σελ. 124, Bartner-Graff, (σημ.16), σελ.406-407, Katz, (σημ.12), σελ.287, Marx, (σημ.13), σελ.373,376, Carlberg, (σημ.16), σελ.126, McKinney, (σημ.18), σελ.367, Manley, (σημ.1), σελ.630, Παπασιώπη-Πασιά, Διακρατικές υιοθεσίες, σελ.5 και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις http://www.hcch.net & http://www.unicef-icdc.org/publications/pdf/digest4e.pdf.
  1. Anna Marie Merrill, International concerns for children, Report on intercountry adoption, 1998, Steltzner, (σημ.5), σελ. 117,119, Martin, (σημ.14), σελ. 177, Ρουσοπούλου, (σημ.16), σελ.1229
  1. Bartner-Graff, (σημ.16), σελ.409
  1. Steltzner,, (σημ.5), σελ.126- 127, Bisignaro, (σημ.27), σελ.128-129, Grillo-Kales, (σημ.16), σελ.484, Marx, (σημ.13), σελ.381, Olsen, (σημ.1), σελ.499
  1. Kimball, (σημ.6), σελ.561-562
  1. Κατερίνα Ροββά, Συγκλονιστικές Ιστορίες: Η Οδύσσεια των υιοθεσιών στην Ελλάδα, Τα Νέα, 9 Νοεμβρίου, 2020. Διαθέσιμο σε https://www.tanea.gr/2020/11/09/greece/sygklonistikes-istories-i-odysseia-ton-yiothesion-stin-ellada/
  1. Φωτογραφία άρθρου διαθέσιμη σε  https://dfwhc.org/gerber-and-dfwhc-to-co-host-may-23-conference-detailing-economic-burden-of-allergies/baby9

[1] Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 2017 Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 498

[2] Άρθρο 1463 ΑΚ

[3] Σοφία Ι. Αντωνοπούλου, Η υιοθεσία στην ελληνική έννομη τάξη, Attica Lawyers, 24 Σεπτεμβρίου, 2020. Διαθέσιμο σε https://www.atticalawyers.gr/articles/%CE%B7-%CF%85%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B7-%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B7-2/

[4] Διεθνής Κοινωνική Υπηρεσία Ελληνικός Κλάδος, Διακρατικές Υιοθεσίες, iss-greece. Διαθέσιμο σε https://iss-greece.gr/ti-kanoume/diakratikes-yiothesies/

[5] Διεθνής Σύμβαση της Χάγης για τη διεθνή προστασία των παιδιών στις διακρατικές υιοθεσίες,( Εφεξής Δ.Σ.Χ.Π.Π), ΦΕΚ 101/Α/1-7-2009. Διαθέσιμο σε https://www.e-nomothesia.gr/kat-anilikoi/n37652009-phek-101a1-7-2009.html

[6] Δ.Σ.Χ.Π.Π. Διαθέσιμο σε, βλ. υποσ.5

[7] Άρθρο 23 παράγραφος 1 ΑΚ

[8] Άρθρο 3 του νόμου 2447/1996. Διαθέσιμο σε https://www.e-nomothesia.gr/kat-anilikoi/n-2447-1996.html

[9] Δάφνη Ι. Σιώπη, Υιοθεσία αλλοδαπού ανηλίκου στην Ελλάδα: Προϋποθέσεις και Διαδικασία, Siopi-Law, 28 Ιουνίου, 2017. Διαθέσιμο σε  https://www.siopi-law.gr/post/160-yiothesia-allodapoy-anilikoy-stin-ellada-pro

[10] Άρθρο 6, Δ.Σ.Χ.Π.Π. Διαθέσιμο σε, βλ. υποσ.5

[11] Άρθρα 14 και 15, Δ.Σ.Χ.Π.Π. Διαθέσιμο σε βλ. υποσ.5

[12] LP AND JP V. DEPARTMENT OF CHILD, YOUTH AND FAMILY SERVICES,  Child Rights International Network, July 5, 2001. Διαθέσιμο σε https://archive.crin.org/en/library/legal-database/lp-and-jp-v-department-child-youth-and-family-services.html

[13] Άρθρο 21 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Διαθέσιμο σε, βλ. υποσ.5

[14]Stacie I. Strong, Children’s rights in intercountry adoption: Towards a new goal, 1995 Boston University International Law Journal, σελ. 170, Martin, (σημ.14), σελ. 177, Thompson, (σημ.1), σελ.446, M.Liu, ό.π., σελ. 187,190, Susann M. Bisignaro, Intercountry adoption today and the implications of the 1993 Hague convention on tomorrow, 1994 Dickinson Journal of International Law, σελ. 124, Bartner-Graff, (σημ.16), σελ.406-407, Katz, (σημ.12), σελ.287, Marx, (σημ.13), σελ.373,376, Carlberg, (σημ.16), σελ.126, McKinney, (σημ.18), σελ.367, Manley, (σημ.1), σελ.630, Παπασιώπη-Πασιά, Διακρατικές υιοθεσίες, σελ.5 και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις http://www.hcch.net & http://www.unicef-icdc.org/publications/pdf/digest4e.pdf.

[15] Anna Marie Merrill, International concerns for children, Report on intercountry adoption, 1998, Steltzner, (σημ.5), σελ. 117,119, Martin, (σημ.14), σελ. 177, Ρουσοπούλου, (σημ.16), σελ.1229

[16] Bartner-Graff, (σημ.16), σελ.409

[17] Steltzner,, (σημ.5), σελ.126- 127, Bisignaro, (σημ.27), σελ.128-129, Grillo-Kales, (σημ.16), σελ.484, Marx, (σημ.13), σελ.381, Olsen, (σημ.1), σελ.499

[18] Kimball, (σημ.6), σελ.561-562

[19] Κατερίνα Ροββά, Συγκλονιστικές Ιστορίες: Η Οδύσσεια των υιοθεσιών στην Ελλάδα, Τα Νέα, 9 Νοεμβρίου, 2020. Διαθέσιμο σε https://www.tanea.gr/2020/11/09/greece/sygklonistikes-istories-i-odysseia-ton-yiothesion-stin-ellada/

Φωτογραφία άρθρου διαθέσιμη σε  https://dfwhc.org/gerber-and-dfwhc-to-co-host-may-23-conference-detailing-economic-burden-of-allergies/baby9