Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Αραβική Άνοιξη: πορεία προς την αναγέννηση ή την καταστροφή;

Γράφει η Κλειώ Αλεξανδρίδη

Η Αραβική Άνοιξη περιγράφει ένα σύνολο αλληλοσυνδεόμενων διαμαρτυριών που έλαβαν χώρα σε πληθώρα περιοχών της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής την χρονική περίοδο 2010-2011, οδηγώντας σε μια σειρά μεταβολών στο εσωτερικό τους. Η επιτυχία των εν λόγω κινημάτων είναι σε μεγάλο βαθμό αμφισβητούμενη – τουλάχιστον εάν ως τελικός στόχος ληφθεί υπόψιν η αύξηση της δημοκρατίας και της πολιτιστικής ελευθερίας των επηρεαζόμενων χωρών. Στην πραγματικότητα, για πολλές περιοχές στις οποίες διαδραματίστηκαν εξεγέρσεις στο όνομα της Αραβικής Άνοιξης, η μετέπειτα περίοδος χαρακτηρίζεται από αυξημένη αστάθεια και καταπίεση.

Η απαρχή του εν λόγω αραβικού επαναστατικού κινήματος δύναται να εντοπιστεί στην Τυνησία, με την αλλαγή του καθεστώτος να πυροδοτείται από ένα μακάβριο γεγονός, όταν ένας πωλητής του δρόμου αυτοπυρπολήθηκε ως μορφή διαμαρτυρίας, έπειτα από αυθαίρετη κατάληψη του καροτσιού λαχανικών του από τις αρχές καθώς δεν είχε εκδώσει σχετική άδεια. Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν στην Τύνιδα, την πρωτεύουσα της χώρας, που τιτλοδοτήθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης ως «Επανάσταση του Γιασεμιού», εξαπλώθηκαν ταχύτατα σε ολόκληρη τη χώρα, ωθώντας την κυβέρνηση στην πραγματοποίηση των πρώτων δημοκρατικών κοινοβουλευτικών εκλογών τον Οκτώβριο του 2011. Ακτιβιστές σε άλλες χώρες της περιοχής εμπνεύστηκαν από την αλλαγή του καθεστώτος στην Τυνησία και άρχισαν να επιζητούν αναθεωρήσεις από τις παρομοίως αυταρχικές κυβερνήσεις των εθνών τους. Πρώτη που ακολούθησε το παράδειγμα της Τυνησίας υπήρξε η Αίγυπτος, όπου μαζικές διαμαρτυρίες ξέσπασαν στα τέλη Ιανουαρίου 2011. Η Αιγυπτιακή κυβέρνηση προσπάθησε ανεπιτυχώς να ελέγξει τις διαμαρτυρίες προσφέροντας παραχωρήσεις, ενώ, ταυτόχρονα, προέβαινε σε βίαια καταστολή των διαδηλωτών. Οι πολύμηνες διαμαρτυρίες οδήγησαν εν τέλει σε μεταβολή του καθεστώτος και σε διεξαγωγή κοινοβουλευτικών εκλογών περί τα τέλη του Ιανουαρίου 2012. Στην Αλγερία, την Ιορδανία, το Μαρόκο και το Ομάν, οι ηγέτες πρότειναν μια ποικιλία παραχωρήσεων, από την απόλυση μη δημοφιλών αξιωματούχων έως συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω εξάπλωση του κινήματος στο εσωτερικό τους.

Παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές αναταραχές υπήρξαν ιστορικά μια επίμονη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, οι τεράστιες, τόσο σε μέγεθος, όσο και σε συχνότητα, κινητοποιήσεις αποτέλεσαν ένα μοναδικό χαρακτηριστικό της Αραβικής Άνοιξης που σταθεροποίησαν, στη συλλογική νοοτροπία του Αραβικού κόσμου, την αναγκαιότητα των διαμαρτυριών ως μέσο αλλαγής. Οι υπερυψωμένες φωνές των πολιτών για ενισχυμένη ελευθερία, δημοκρατία και καθεστωτική μεταβολή υπήρξαν ένα αναγνωριστικό χαρακτηριστικό της Αραβικής Άνοιξης, προσδίδοντάς της υστεροφημία- η οποία θεωρείται πως έχει δώσει στο κίνημα μια καταληκτική χροιά. Παρά ταύτα, καθίσταται φανερό πως η ουσία της Αραβικής Άνοιξης εξακολουθεί να εμποτίζει τα συμβάντα των τελευταίων χρόνων στην περιοχή, όπως αποδεικνύουν οι διαδηλώσεις του 2019 στην Αλγερία, το Λίβανο και το Ιράκ – με την φύση, ωστόσο, των διαμαρτυριών να έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Η Αραβική Άνοιξη 2.0, όπως αποκαλείται από ορισμένους αναλυτές, επικεντρώνεται στα ίδια ζητήματα που απασχόλησαν την προγενέστερη μορφή της, με τους διαδηλωτές, ωστόσο, να θέτουν σε χρήση νέα μέσα, με σκοπό την επίτευξη πραγματικών και βιώσιμων περιφερειακών μεταβολών.

Η μείζονα διαφορά που ξεχωρίζει τις προηγούμενες κινητοποιήσεις από τις καινούργιες πρόκειται για το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ λαού και κυβερνήσεων. Σε προηγούμενες διαμαρτυρίες, συμπεριλαμβανομένης της Αραβικής Άνοιξης, οι πολίτες επιζητούσαν από τα καθεστώτα εν εξουσία να προβούν σε διαρθρωτικές αλλαγές για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Σε περίπτωση που αυτό αποτύχαινε, οι διαδηλωτές στρέφονταν συχνά σε ηγέτες της αντιπολίτευσης για να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όμως στο δεύτερο κύμα της Αραβικής Άνοιξης, η έλλειψη εμπιστοσύνης στο σύνολο των πολιτικών ηγετών έχει στερεοποιηθεί ανεπιστρεπτί στον συλλογικό νου. Οι πολίτες σε ολόκληρο τον Αραβικό κόσμο παρατηρούν πως ούτε οι κυβερνήσεις τους, ούτε οι δυνάμεις της αντιπολίτευσής έχουν φέρει εις πέρας τις απαιτούμενες  πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Μια δεύτερη, αρκετά εντυπωσιακή διαφορά, αφορά τον ειρηνικό χαρακτήρα των καινούργιων διαδηλώσεων, παρά τη δύναμη των καθεστώτων της περιοχής και την προθυμία αυτών να αναπτύξουν ταχύτατα βία κατά των διαδηλωτών. Ειδικότερα, στην Αλγερία και το Σουδάν, παρά το γεγονός ότι ο στρατός έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει βάναυσες και κατασταλτικές τακτικές εναντίον των κινημάτων, οι διαδηλωτές μέχρι στιγμής αρνούνται να υιοθετήσουν βία με οιονδήποτε τρόπο. Η τελευταία, και πιο αναπάντεχη διαφορά, έγκειται στην άρνηση των διαδηλωτών να εναποθέσουν δογματικό χαρακτήρα στις διαδηλώσεις. Στον Λίβανο, τα βαθύτατα εδραιωμένα δογματικά πολιτικά συστήματα, όπου η θρησκευτική και η εθνοτική ταυτότητα αποτελούν την βάση της πολιτικής, δημιουργούν διχαστικές συνθήκες που διαβρώνουν την εθνική συνοχή, η οποία είναι προαπαιτούμενη για την έναρξη δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Απροσδόκητα, ωστόσο, οι Λιβανέζοι διαδηλωτές πρωτοφανώς υιοθέτησαν όχι μόνο μια ειρηνική, μη βίαιη στρατηγική, αλλά και ένα σαφώς μη σχισματικό μήνυμα. Επομένως, καθίσταται έκδηλο πως τα προβλήματα που έδωσαν το έναυσμα για το πρώτο κύμα της Αραβικής Άνοιξης, κυρίως η έλλειψη δημοκρατίας και η ύπαρξη γενικής καταπίεσης από αυταρχικές κυβερνήσεις, αναμεμειγμένα με αναδυόμενα ζητήματα, όπως η ακραία ανεργία των νέων και η έλλειψη ανάπτυξης, αποδεικνύονται αρκετά για να κρατήσουν τη φωτιά του κινήματος αναμμένη για πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο.

Ωστόσο, πέραν των κοινωνικοπολιτικών επιπτώσεων της Αραβικής Άνοιξης -ή μάλλον της ανυπαρξίας τους- που οδήγησαν σε χρονική επέκταση και μετάλλαξη του κινήματος, στις διαμαρτυρίες καταλογίζονται κι ένα σύνολο οικονομικών συνεπειών που παρέσυραν τις επηρεαζόμενες χώρες σε περαιτέρω αστάθεια και σύγκρουση. Πρόκειται για κοινή πεποίθηση μεταξύ των εμπειρογνωμόνων πως η ελπίδα που είδαν τόσο οι πληθυσμοί της Δύσης όσο και της Μέσης Ανατολής στην Αραβική Άνοιξη, έχει πλέον δώσει τη θέση της σε έναν χειμώνα οικονομικής στασιμότητας και πολιτικής βίας που έχει βυθίσει τη Συρία, τη Λιβύη και την Υεμένη σε αιματηρούς εμφυλίους πολέμους, έχει οδηγήσει σε εκτεταμένες αναταραχές στην Αίγυπτο, το Ιράκ και το Μπαχρέιν και έχει απειλήσει με αποσταθεροποίηση τις αραβικές κυβερνήσεις από το Μαρόκο έως τη Σαουδική Αραβία.

Στη Συρία, η κυβέρνηση του Μπασάρ αλ-Άσαντ κατέστειλε βάναυσα τις μαζικές διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν στις 15 Μαρτίου 2011. Η βίαιη αυτή αντίδραση πυροδότησε την σοβαρότερη, μέχρι τότε, ένοπλη σύγκρουση της περιοχής στην οποία, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, σκοτώθηκαν περισσότεροι από 250.000 άνθρωποι. Έκτοτε, πλέον των 11 εκατομμυρίων ανθρώπων έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, εκ των οποίων 7 εκατομμύρια βρίσκονται διασκορπισμένοι εντός της Συρίας και περισσότεροι από 4 εκατομμύρια αποτελούν πλέον πρόσφυγες στο εξωτερικό, κυρίως στην Τουρκία, τον Λίβανο και την Ιορδανία.

Στην Υεμένη, μαζικές διαμαρτυρίες ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 2011 όταν ο Πρόεδρος Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ προσπάθησε να αναθεωρήσει το Σύνταγμα, με σκοπό να διατηρήσει δια βίου την εξουσία του στην περιοχή. Ακολούθησαν μήνες πολιτικής αναταραχής, κατά τις οποίες κυβερνητικές δυνάμεις σκότωσαν εκατοντάδες διαδηλωτές. Ο Πρόεδρος Σαλέχ αναγκάστηκε να παραιτηθεί τον Φεβρουάριο του 2012 ακολουθούμενος από μια μεταβατική περίοδο, η οποία έδινε ελπίδες για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, η διαδικασία εκτροχιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 όταν οι Χούτι, μια ένοπλη ομάδα Σιιτών, εισήλθαν στη Σάνα, βοηθούμενες από δυνάμεις πιστές στον Σαλέχ. Εν τέλει, η μεταβατική κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραιτηθεί με επακόλουθο αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των Χούτι και ενός αντίπαλου προς εκείνους συνασπισμού αραβικών κρατών, κατά τις οποίες διαπράχθηκαν αμοιβαίως πολλαπλά εγκλήματα πολέμου και σοβαρές παραβιάσεις.

Στη Λιβύη, μια αρχικά ειρηνική εξέγερση εξελίχθηκε γρήγορα σε ένοπλη σύγκρουση, κατά την οποία ενεπλάκη η Δύση σε στρατιωτική επέμβαση που έληξε με την δολοφονία του συνταγματάρχη Μουαμάρ άλ-Καντάφι. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν απέτυχαν να αποτρέψουν τις νεοσύστατες αντικανταφικές πολιτοφυλακές από την διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων, για τα οποία δεν λογοδότησαν ποτέ στη δικαιοσύνη. Η χώρα παραμένει βαθιά διχασμένη ακόμη και σήμερα. Παρά το γεγονός ότι η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής παραμένουν ελεύθερες από εμφύλιες συρράξεις, τα δικαιώματα των πολιτών τους βρίσκονται διαρκώς υπό επίθεση, με τις κυβερνήσεις να καταστέλλουν την ελευθερία λόγου και να συλλαμβάνουν ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικούς αντιπάλους και επικριτές, συνήθως με δικαιολογία την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Πέραν του συνόλου των αναταραχών, στο κίνημα της Αραβικής Άνοιξης έχει επίσης αποδειχθεί ως εφαλτήριο για την συσπείρωση ομάδων τζιχαντιστών, επιτρέποντας τη διασπορά των προαναφερθέντων καθώς και παράνομων όπλων σε ολόκληρη την περιοχή. Η Λιβύη έχει μετατραπεί σε μια δίνη ριζοσπαστικού τζιχαντισμού και πολιτικής βίας που εκτείνεται σε μια ευρεία περιοχή της Βόρειας Αφρικής, από το Μαρόκο έως τη Σομαλία. Η Συρία πρόκειται πλέον για μια πηγή προσφύγων που κατακλύζει την Ευρώπη και εγείρει σοβαρές ανησυχίες για ζητήματα ασφαλείας ενώ η κατάσταση στην Υεμένη εργαλειοποιείται σε έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Τελικά, περιορισμένα πρακτικά αποτελέσματα προήλθαν από την Αραβική Άνοιξη. Σε εκείνες τις χώρες όπου παρενέβησαν εξωτερικοί παράγοντες, στη Λιβύη και τη Συρία, και σε μικρότερο βαθμό την Υεμένη, τα ήδη υπάρχοντα βάναυσα καθεστώτα διαδέχτηκαν είτε περαιτέρω αυστηρότερα καθεστώτα είτε εμφύλιοι πόλεμοι και αναταραχή. Οι χώρες που απέφυγαν το πολιτικό χάος το κατόρθωσαν σε γενικές γραμμές προβαίνοντας σε επιφανειακές αλλαγές και καταστέλλοντας σκληρότερα τις λαϊκές αναταραχές. Καθίσταται φανερό πως η Αραβική Άνοιξη δεν πέτυχε να επιλύσει την κρίση της κυβερνητικής νομιμότητας που μαστίζει τη Μέση Ανατολή, αλλά οδήγησε μονάχα σε επιπλέον αναβολή της αναπόφευκτης εκρήξεως σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

Συμπερασματικά, γίνεται κατανοητό πως η ανάγκη των λαών της Μέσης Ανατολής για βέλτιστη και λυσιτελέστερη διακυβέρνηση επιτρέπει αλλά και ευνοεί την περαιτέρω ανάπτυξη του κινήματος της Αραβικής Άνοιξης, το οποίο επιβιώνει μέχρι και σήμερα με ανανεωμένη μορφή, προσαρμοσμένη στο πνεύμα της εποχής. Παρά ταύτα, τα πολυεπίπεδα προβλήματα που βιώνει ο Αραβικός κόσμος ως απότοκο του κινήματος αμαυρώνουν σε μεγάλο βαθμό τους αρχικούς σκοπούς της Αραβικής Ανοίξεως. Μια έκθεση του Αραβικού Βαρόμετρου σημειώνει πως «είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε το μέγεθος της καταστροφής» που υπέστηκε ο αραβικός κόσμος από τον Φεβρουάριο του 2011. Από το 2015, περισσότεροι από 143 εκατομμύρια Άραβες διαβιούν σε χώρες που έχουν πληγεί από πόλεμο ή κατοχή ενώ, παρά το γεγονός πως οι Άραβες αποτελούν μόνο το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, απαρτίζουν τους μισούς πρόσφυγες του. Ωστόσο, η Αραβική Άνοιξη μπορεί να θεωρηθεί πλήρως αποτυχημένη μόνο εάν υπήρχε η δυνατότητα ανατροπής των δεκαετιών αυταρχικών καθεστώτων της περιοχής και άμεση αντικατάσταση τους από σταθερές και βιώσιμες δημοκρατίες εν μια νυκτί. Το κίνημα πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο ως ένας καταλύτης για την επίτευξη μακροπρόθεσμων αλλαγών, το τελικό αποτέλεσμα των οποίων δεν έχει ακόμη περιέλθει. Προφανώς και οι προκλήσεις που προήλθαν από την Αραβική Άνοιξη δεν παραγνωρίζονται: εμφύλιοι πόλεμοι ακόμα μαίνονται, αυταρχικά καθεστώτα εξακολουθούν να βρίσκονται εδραιωμένα, ενώ ομάδες εξτρεμιστών περιφέρονται ανεξέλεγκτα στην περιοχή. Όμως ο δρόμος προς την επίτευξη ατομικής και συλλογικής ελευθερίας πρόκειται για μια πλάστιγγα με ετεροβαρείς συνέπειες: η μια πλευρά είναι σε θέση να βελτιώσει την κατάσταση της παγκόσμιας πολιτικής ανεπιστρεπτί ενώ η άλλη δύναται να δημιουργήσει μια σειρά αλληλοσυνδεόμενων προβλημάτων, σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, υπερβολικά μεγάλη για να καταστεί μετρήσιμη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ