Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Αιτούντες άσυλο και η απαγόρευση απέλασης κατά το άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης

Γράφει ο Γιώργος Κωσταντάκης

Η έννοια του ασύλου αποτελεί έναν πανάρχαιο θεσμό με ανθρωπιστικό χαρακτήρα και παρέχεται από το κράτος σε ένα άτομο του οποίου η ζωή βρίσκεται σε κίνδυνο. Κατά συνέπεια, το άσυλο συνεπάγεται την παροχή καταφυγίου σε ένα άτομο το οποίο έχει εγκαταλείψει τη χώρα του, φοβούμενος ότι θα υποστεί κίνδυνο η ίδια του η ζωή. Ήδη, το 2014, η χώρα μας δέχθηκε 219.000 πρόσφυγες που διέσχισαν τη Μεσόγειο, ενώ τουλάχιστον 3.500 ανθρώπινες ζωές πνίγηκαν. Το φαινόμενο αυτό έχει λάβει πλέον διεθνείς διαστάσεις και γίνονται προσπάθειες επίλυσής του από τις κυβερνήσεις των κρατών με αμείωτο ενδιαφέρον. Η χώρα μας έχοντας υπογράψει και επικυρώσει τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για τη διεθνή προστασία των προσφύγων, αποτελεί οδοδείκτη σε αυτήν την παμμέγιστη προσπάθεια που καταβάλλει, ούτως ώστε οι πρόσφυγες να μην στερούνται τα δικαιώματά τους αλλά να διάγουν τη ζωή τους αξιοπρεπώς, όπως άλλωστε αρμόζει σε όλους.

Βάσει της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 καθώς και του Πρωτοκόλλου του 1967, η ίδια η διαδικασία αίτησης του ασύλου προσδίδει στον αιτούντα άσυλο την προσφυγική ιδιότητα. Ωστόσο, αξίζει να επισημάνουμε ότι η έννοια του πρόσφυγα έχει ευρύτερο περιεχόμενο από την έννοια του αιτούντος άσυλο, καθώς στην έννοια του πρόσφυγα μπορεί να υπαχθεί κάθε άτομο που φεύγει από τη χώρα του, όχι όμως εξ’ ανάγκης λόγω φόβου δίωξης. Έτσι, η παροχή του ασύλου αποτελεί μονομερή πράξη του κράτους που ως σκοπό έχει την παροχή προστασίας αυτών των ατόμων και δεν απαιτεί περαιτέρω αιτιολογία εκ μέρους του κυρίαρχου κράτους. Στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 εντοπίζονται τρεις διατάξεις που στοχεύουν στην παροχή προστασίας του αιτούντος άσυλο. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο τριάντα ένα που αφορά αιτούντες άσυλο που βρίσκονται παράνομα στη χώρα υποδοχής, το άρθρο τριάντα δύο που αφορά την απαγόρευση απέλασης, καθώς και το άρθρο τριάντα τρία που αφορά την «αρχή της μη επαναπροώθησης».

Ειδικότερα, το άρθρο τριάντα ένα προβλέπει ένα σύστημα εισόδου του πρόσφυγα στη χώρα υποδοχής το οποίο περιλαμβάνει τρία στάδια: το πρώτο αρχίζει με την παράνομη είσοδό του μέχρι και τη στιγμή που θα παρουσιαστεί στις αρχές, ενώ στο διάστημα αυτό θεωρείται παράνομος, το δεύτερο στάδιο αφορά την εξέταση του ατόμου από τις αρμόδιες αρχές και σε αυτή την περίοδο είναι δυνατόν να επιβληθούν περιοριστικοί όροι εφόσον κριθεί απαραίτητο, ενώ το τρίτο στάδιο αφορά τη διευθέτηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, οπότε και θα παραμείνει στη χώρα ή θα φύγει σε άλλη χώρα με άδεια εισόδου. Στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί μία λύση εκ των ανωτέρω, υπάρχει δυνατότητα απέλασης του πρόσφυγα. Βέβαια, το άτομο αυτό δεν μπορεί να επαναπροωθηθεί στη χώρα του, κατά ρητή απαγόρευση του άρθρου τριάντα τρία της Σύμβασης.

Στο άρθρο τριάντα δύο της Σύμβασης παρέχεται η διαβεβαίωση στου πρόσφυγες ότι εφόσον διαβιούν νομίμως σε ένα συμβαλλόμενο κράτος-μέρος της Σύμβασης, δεν είναι δυνατή η απέλασή τους. Το άρθρο αυτό, όμως, περιλαμβάνει και μια εξαίρεση σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η απέλαση πρόσφυγα, εφόσον τα κράτη θέλουν να προστατεύσουν την εθνική τους ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Ας υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό ότι συχνά τα κράτη-μέρη προκειμένου να αποφύγουν την παραμονή των προσφύγων στην επικράτειά τους, προβάλλουν ως λόγο τη δημόσια ασφάλεια. Βέβαια, σε κάθε περίπτωση ισχύει και εδώ η αρχή της μη επαναπροώθησης του άρθρου τριάντα τρία της Σύμβασης. Επίσης, το άρθρο τριάντα δύο θέτει δύο προϋποθέσεις προκειμένου ο πρόσφυγας να τεθεί υπό την προστασία του: πρώτον να βρίσκεται στο έδαφος της χώρας που πρόκειται να τον απελάσει και, δεύτερον, η παρουσία του εκεί να είναι νόμιμη. Ωστόσο, το μέτρο της απέλασης μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για τον πρόσφυγα και την οικογένεια που διαμένει μαζί του και συνεπώς η απέλαση θα πρέπει να επιλέγεται ως το έσχατο μέσο (ultima ratio) και ιδίως σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον ο κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλο ηπιότερο μέσο.

Το άρθρο τριάντα τρία εμπεριέχει, όπως προειπώθηκε, την «αρχή της μη επαναπροώθησης», άλλως γνωστή και ως non-refoulement, σύμφωνα με την οποία τα κράτη-μέρη δεν θα επαναπροωθούν με οποιοδήποτε τρόπο πρόσφυγες στα σύνορα εδαφών, όπου και η ζωή και η ελευθερία τους απειλούνται λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων. Γίνεται αντιληπτό ότι το άρθρο αναφέρεται σε πρόσφυγες που βρίσκονται σε έδαφος της συμβαλλομένης χώρας και δεν έχει σημασία αν η είσοδος τους έγινε είτε με νόμιμο είτε με παράνομο τρόπο, ενώ φαίνεται πως στις μέρες μας τείνει να επικρατήσει και ο κανόνας της μη απαγόρευσης εισόδου στα σύνορα της χώρας ως σύστοιχος με την αντίστοιχη «αρχή της μη επαναπροώθησης».

Συναφείς βέβαια προς την απαγόρευση της επαναπροώθησης είναι και οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις που προβλέπονται από τη Σύμβαση. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο δύο του ίδιου άρθρου γίνεται λόγος για δύο εξαιρέσεις που αφορούν, πρώτον, αιτίες σοβαρές για τις οποίες θεωρείται ο πρόσφυγας επικίνδυνος για την ασφάλεια της χώρας όπου βρίσκεται και, δεύτερον, ο ίδιος να αποτελεί κίνδυνο για την χώρα αυτή καθώς έχει καταδικαστεί για ένα ιδιαίτερο σοβαρό αδίκημα και μάλιστα με τελεσίδικη απόφαση, να έχουν εξαντληθεί, δηλαδή, όλα τα πιθανά ένδικα μέσα. Αρκεί να σημειώσουμε ότι το έγκλημα για το οποίο ο πρόσφυγας καταδικάστηκε, μπορεί να έχει τελεστεί οπουδήποτε ακόμη και στη χώρα καταγωγής του.

Καταλήγοντας, βέβαιο είναι ότι η παροχή ασύλου δε συνιστά ατομικό δικαίωμα καθώς και ότι τα ίδια τα κράτη μέλη αναδεικνύουν μεγαλύτερο ζήλο για την προάσπιση των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο. Ας σημειωθεί, τουλάχιστον, ότι σε επίπεδο εθνικού δικαίου αποτελεί αδιαμφισβήτητα θετική εξέλιξη ότι η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων έχει εδραιωθεί υπέρ της προώθησης και εφαρμογής της Σύμβασης του 1951, καθώς και της απαγόρευσης της επαναπροώθησης.

Πηγές:

1) Παρασκευή Νάσκου-Περράκη, Δικαιώματα του Ανθρώπου: Παγκόσμια και Περιφερειακή Προστασία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2016.

2) P. Hyndman, Asylum and non-refoulement. Are these obligations owed to refugees under International Law?, Philippine L.J., 1982.

3) Gunnel Stenberg, Non-Expulsion and Non-Refoulement, Studies in International Law vol.9, JUSTUS FORLAG, Uppsala, 1989.

4) The 1951 Refugee Convention, UNHCR: The UN Refugee Convention. Διαθέσιμο σε: https://www.unhcr.org/1951-refugee-convention.html

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *